Jorn Lier Horst: συνέντευξη στη Μάριον Χωρεάνθη

Jorn Lier Horst: συνέντευξη στην Μάριον Χωρεάνθη

Χρησιμοποιεί ως ψευδώνυμο το επίθετο της γυναίκας του και σπάνια εμφανίζεται σε επίσημες περιστάσεις χωρίς την καρφίτσα σε σχήμα ζευγαριού από χειροπέδες στο πέτο – ενθύμιο από τιμητική εκδήλωση για το έργο του στη Γερμανία. Ο Νορβηγός συγγραφέας Γιορν Λιρ Χορστ πρωτοπαρουσιάστηκε στο χώρο της αστυνομικής λογοτεχνίας το 2004, με το μυθιστόρημα Nøkkelvitnet (Βασικός Μάρτυρας) και έχει έκτοτε εκδώσει δέκα βιβλία για μεγάλους και έντεκα για παιδιά, σημειώνοντας σταθερή επιτυχία και κερδίζοντας λογοτεχνικά βραβεία και διακρίσεις εντός και εκτός των συνόρων της χώρας του. Στην Αθήνα βρέθηκε φέτος τον Νοέμβριο με αφορμή την κυκλοφορία στην Ελλάδα του βιβλίου του Έγκλημα στα φιόρδ (Vinterstengt, 2011 – το έβδομο της σειράς μυθιστορημάτων του με ήρωα τον επιθεωρητή Βίλιαμ Βίστιν) από τις εκδόσεις Διόπτρα, σε μετάφραση Δέσπως Παπαγρηγοράκη. Ενθουσιασμένος με την πρωινή λιακάδα της Αθήνας, προσηνής και ομιλητικός, δέχτηκε πρόθυμα να εξηγήσει πώς είναι να βιώνεις κυριολεκτικά εκ των έσω μια αστυνομική ιστορία, να ξεψαχνίζεις το μυαλό ενός εγκληματία και να ανακαλύπτεις την ανθρώπινη πλευρά ενός ψυχοπαθούς δολοφόνου.

Πριν ασχοληθείτε αποκλειστικά με τη συγγραφή, ήσασταν αστυνομικός ερευνητής...

Η αλήθεια είναι πως τα πρώτα μου οχτώ βιβλία τα έγραψα ενώ εργαζόμουν στην αστυνομία. Ήταν όμως τόσο επιτυχημένα που ύστερα από μια οκταετία δεν έβρισκα πια το χρόνο να ασχολούμαι και με τα δυο.

Πώς ήταν το να έχετε παράλληλα τις δυο αυτές ιδιότητες;

Μπορείτε να φανταστείτε πόσο πνιγόμουν στη δουλειά – αλλά μου προκαλούσαν και ένα είδος εσωτερικής σύγκρουσης. Εξαιτίας του επαγγέλματός μου, γνώριζα ανθρώπους που αγαπημένα τους πρόσωπα είχαν δολοφονηθεί. Άρχισε να μου κακοφαίνεται το ότι από τη μια έγραφα ιστορίες εγκλημάτων για την ψυχαγωγία του κόσμου και από την άλλη αντιμετώπιζα τα ίδια αυτά τραγικά γεγονότα στην καθημερινότητά μου. Πιστεύω βέβαια ότι στο τέλος κατάφερα να βρω μια ισορροπία. Για παράδειγμα, είχα αναλάβει την υπόθεση ενός δωδεκάχρονου κοριτσιού που είχε σκοτωθεί. Ο πατέρας της μικρής ήταν από τους φανατικούς αναγνώστες μου! Όπως μου εκμυστηρεύτηκε, του άρεσε να διαβάζει τα βιβλία μου επειδή του έδιναν την ελπίδα ότι στο τέλος ο ήρωας θα φρόντιζε να αποδοθεί δικαιοσύνη, να βάλει τάξη στο χάος – και αυτό είναι κάτι που όλοι μας το έχουμε ανάγκη. Μου είπε ακόμα πως διαβάζοντας αστυνομικές ιστορίες, ξεχνάει για λίγο τον πόνο του. Συνάντησα επίσης την περίπτωση μιας γυναίκας που υπέφερε από καρκίνο και από την οποία άκουσα το ίδιο πράγμα ακριβώς – ότι το διάβασμα τη βοηθούσε να μπαίνει σε ένα άλλο σύμπαν, να μη σκέφτεται την αρρώστια και τις επώδυνες χημειοθεραπείες. Είναι ένας τρόπος να ξεφεύγει κανείς απ’ την πραγματικότητα, συμπάσχοντας με φανταστικά πρόσωπα που τα προβλήματά τους είναι πολύ χειρότερα από τα δικά του. Αν και δεν πρέπει να ξεχνάμε πως την ίδια στιγμή, το διάβασμα μάς μαθαίνει πολύ σημαντικά πράγματα για τη ζωή και τον κόσμο.

Έχοντας γνώση εκ των έσω, πώς αισθάνεστε όταν διαβάζετε ένα βιβλίο ή παρακολουθείτε μια ταινία ή τηλεοπτική σειρά, όπου η διαδικασία εξιχνίασης του εγκλήματος δεν είναι ρεαλιστική;

Αυτό δεν με ενοχλεί και τόσο, αν η ιστορία λέγεται με ωραίο τρόπο. Το συχνότερο μη ρεαλιστικό στοιχείο είναι ο χρόνος που απαιτεί η ανάλυση των ευρημάτων. Στέλνουν, ας πούμε, κάποιο εύρημα στο εργαστήριο, πηγαίνουν για φαγητό και όταν επιστρέφουν, τα αποτελέσματα είναι έτοιμα και τους περιμένουν. Στην πραγματικότητα, η διαδικασία αυτή μπορεί να πάρει μήνες ολόκληρους. Η ανάλυση και μόνο του DNA χρειάζεται 24 ώρες! Ωστόσο, κι εγώ που τα λέω αυτά αναγκάζομαι καμιά φορά να «κόψω δρόμο» – πάντα όμως μέσα σε ένα λογικό πλαίσιο. Ένα άλλο συνηθισμένο πραγματολογικό λάθος είναι ότι δείχνουν κάποιον να πυροβολεί με περίστροφο και μετά να αλλάζει γεμιστήρα, ενώ όλοι ξέρουν –ακόμα κι εσείς θα το ξέρετε– πως τα περίστροφα δεν έχουν γεμιστήρα. Ή η αντίληψη ότι μια τρίχα περιέχει DNA. Για να μπορέσουμε να πάρουμε προφίλ DNA από μια τρίχα, θα πρέπει να έχει ρίζα και θύλακα, ώστε να υπάρχουν επιθήλια. Τώρα τελευταία διάβαζα ένα βιβλίο όπου η μητέρα του θύματος είχε κόψει τα μωρουδιακά του μαλλάκια και τα είχε φυλάξει ανάμεσα στις φωτογραφίες του – και τη λύση έδωσε η σύγκριση του DNA των μαλλιών με αυτό ενός σκελετού που βρέθηκε. Κάτι τέτοιο είναι αδύνατον να συμβεί. Αλλά όπως σας είπα, δεν με πολυπειράζει η αναληθοφάνεια. Κι εγώ ο ίδιος, άλλωστε, προτιμώ να αποφεύγω τις πολλές λεπτομέρειες στο θέμα αυτό. Ξέρετε, ως και η μητέρα μου, που είναι 82 χρονών και μάλιστα αύριο έχει τα γενέθλιά της, διαβάζει αστυνομικά βιβλία –ανάμεσά τους και τα δικά μου–, οπότε προσπαθώ να γράφω όσο πιο απλά και κατανοητά γίνεται.

Ο πρωταγωνιστής των μυθιστορημάτων σας είναι βασισμένος σε πραγματικό πρόσωπο, ή ίσως και στις προσωπικές σας εμπειρίες;

Για πολλά χρόνια απαντούσα «όχι» στην ερώτηση αυτή. Έλεγα ότι δεν υπήρξε συγκεκριμένο πρότυπο για τη δημιουργία του Βίλιαμ Βίστιν. Μα για να είμαι ειλικρινής, υπάρχει πρότυπο: ο τύπος του αστυνομικού ερευνητή που θα θέλατε να εμπιστευτείτε αν τυχόν χρειαζόσασταν βοήθεια. Του έχω δώσει στοιχεία του εαυτού μου –πράγμα αναπόφευκτο– αλλά αν το έλεγα αυτό, θα ήταν σαν να καυχιέμαι, γιατί ο Βίστιν είναι πολύ καλός στη δουλειά του. Όταν άρχισα να γράφω, η εικόνα του δαιμόνιου αστυνομικού που δέσποζε στη λογοτεχνία και στην οθόνη ήταν ενός αλκοολικού με χρόνια κατάθλιψη, που τσακωνόταν συνέχεια με τους ανωτέρους του κι ένας Θεός ξέρει πώς έλυνε τις υποθέσεις. Εγώ όμως ήθελα να παρουσιάσω τον τύπο του αστυνομικού ερευνητή όπως τον ήξερα από την πραγματικότητα της δουλειάς μου. Και ο κόσμος τον αγάπησε ακριβώς γι’ αυτό, επειδή είναι μια θετική, αξιόπιστη μορφή. Παρ’ όλα αυτά, δεν αρνούμαι ότι μου αρέσει να διαβάζω και για αντισυμβατικούς, «ταραξίες» αστυνομικούς!

Βλέπουμε συχνά στις αστυνομικές ιστορίες να εμπλέκεται και η οικογένεια του ήρωα με τους εγκληματίες ή/και να κινδυνεύει από αυτούς. Συμβαίνει αυτό και στη ζωή, ή είστε υπερπροστατευτικοί με τους δικούς σας ανθρώπους και δεν τους αφήνετε στιγμή απ’ τα μάτια σας;

Ευτυχώς, όχι και τόσο! Αλλά αυτό που θέλω να δείξω δεν είναι μόνο το πώς εξιχνιάζει ο Βίστιν τα εγκλήματα, μα και το πόσο η ενασχόληση μαζί τους επηρεάζει τον ίδιο και τους δικούς του. Εξελίσσεται ως χαρακτήρας: αν διαβάσετε τη σειρά από την αρχή, θα δείτε ότι στα πρώτα βιβλία η σύζυγός του ήταν ζωντανή, ενώ η κόρη του δεν δούλευε σε εφημερίδα. Έλα όμως που η σύζυγός του δεν είχε ουσιαστικό λόγο ύπαρξης – δυσχέραινε μάλιστα την πλοκή, αφού ο ρόλος της δεν εξυπηρετούσε τίποτα! Κι έτσι, στο δεύτερο βιβλίο την έστειλα σε αποστολή στην Αφρική και στο επόμενο την έβγαλα οριστικά απ’ τη μέση, βάζοντάς την να σκοτώνεται σε τροχαίο. Γι’ αυτό και αργότερα, όπως θα είδατε, υπάρχει άλλη γυναίκα στη ζωή του – αν και... τέλος πάντων, ας μην προδώσω τη συνέχεια. Θα σας πω μονάχα ότι παρά τη συμπάθεια που της έχει, στο βάθος νιώθει πως τον αποσπά από τα σημαντικά ζητήματα, οπότε... μαντεύετε πού το πάω!

Όταν άρχισα να γράφω, η εικόνα του δαιμόνιου αστυνομικού που δέσποζε στη λογοτεχνία και στην οθόνη ήταν ενός αλκοολικού με χρόνια κατάθλιψη, που τσακωνόταν συνέχεια με τους ανωτέρους του κι ένας Θεός ξέρει πώς έλυνε τις υποθέσεις. Εγώ όμως ήθελα να παρουσιάσω τον τύπο του αστυνομικού ερευνητή όπως τον ήξερα από την πραγματικότητα της δουλειάς μου. Και ο κόσμος τον αγάπησε ακριβώς γι’ αυτό, επειδή είναι μια θετική, αξιόπιστη μορφή.

Η συγγραφή σειράς βιβλίων με τον ίδιο ήρωα ήταν δική σας επιλογή ή το αποφάσισε ο εκδότης μετά την επιτυχία του πρώτου;

Νομίζω πως ο εκδότης είναι ο τελευταίος που θα παραπονιόταν για μια τέτοια επιλογή! Αλλά και για μας τους συγγραφείς είναι βολικό, γιατί έχουμε περισσότερη ευχέρεια και άνεση να κινηθούμε, να γνωριστούμε με το κεντρικό μυθιστορηματικό μας πρόσωπο – μεγαλύτερη «σεναριακή έκταση» να καλύψουμε. Δεν παύει ωστόσο να αποτελεί και πρόκληση, διότι πρέπει να συστήσουμε τον ήρωα στους νέους μας αναγνώστες που ξεκινούν από τα μισά της σειράς, χωρίς να καταφεύγουμε σε βαρετές επαναλήψεις για όσους ήδη τον ξέρουν.

Και φυσικά σας βοηθάει να διατηρείτε μια συνοχή μεταξύ των βιβλίων σας – πέρα απ’ το ότι σας επιτρέπει να δίνετε μεγαλύτερο βάρος στην πλοκή, χωρίς να χρειάζεται να πλάθετε καινούργιο κύριο πρόσωπο κάθε φορά.

Έτσι ακριβώς. Και επίσης, όπως μου έλεγε τις προάλλες ένας αναγνώστης, είναι σαν να ξαναβρίσκεσαι με έναν παλιό καλό φίλο και να μαθαίνεις όλα του τα νέα μετά την τελευταία φορά που τον είδες. Δεν το είχα συνειδητοποιήσει ως τότε!

Στο Έγκλημα στα φιόρδ κυριαρχεί η παρουσία των πουλιών...

Πρέπει να σας πω ότι στα εξώφυλλα των περισσότερων εκδόσεων του βιβλίου αυτού σε άλλες χώρες, υπάρχει ένα ψόφιο πουλί. Εσείς βέβαια τον ξέρετε το λόγο, αφού το έχετε διαβάσει. Αλλά η αρχική εκδοχή του μυθιστορήματος δεν περιλάμβανε τα πουλιά. Είχα γράψει περίπου το μισό, όταν είδα στην τηλεόραση ένα ρεπορτάζ από το Άρκανσο που έλεγε ότι για ένα εικοσιτετράωρο έπεφταν απ’ τον ουρανό βροχή τα μαύρα πουλιά, πάνω από πεντακόσιες χιλιάδες και όλα νεκρά! Η αιτία δεν ανακαλύφθηκε ποτέ – δεν υπάρχει καμιά λογική εξήγηση. Δυο τρεις εβδομάδες αργότερα, σχεδόν το ίδιο συνέβη στη Σουηδία. Και λίγο πιο ύστερα, σε μερικά ακόμα μέρη, άσχετα μεταξύ τους. Στο μυθιστόρημά μου δίνω μια πιθανή ερμηνεία, στην πραγματικότητα όμως πρόκειται για εντελώς μυστηριώδες φαινόμενο. Στο βιβλίο έπρεπε να το εξηγήσω διότι, όπως αποκαλύπτεται στο τέλος, συνδεόταν με το θάνατο του πρώτου θύματος.

Άλλη μια εικόνα που επανέρχεται είναι εκείνη των ματιών – τα μάτια του πρώτου θύματος προεξέχουν γιατί το υπόλοιπο σώμα του έχει γίνει κάρβουνο, ενώ στις δυο επόμενες περιπτώσεις, τα μάτια έχουν φαγωθεί από τα πουλιά.

Ομολογώ ότι εδώ έχω «κλέψει» από τον Χίτσκοκ. Ήταν για μένα μια θαυμάσια ευκαιρία να δημιουργήσω κλίμα αγωνίας. Μου αρέσει πολύ να το κάνω αυτό στα γραπτά μου, να αφήνω να πλανάται στην ατμόσφαιρα μια αόριστη, ύπουλη απειλή, αντί να περιγράφω τη βία με ανατριχιαστικές λεπτομέρειες.
egklima sto fiord sunenteuksi eswt

Έχουν όλα σας τα βιβλία «καλό τέλος»; Τιμωρείται πάντα ο ένοχος;

Έτσι πιστεύω. Θέλω όμως και να προβληματίζω τους αναγνώστες μου γύρω απ’ τα όσα συμβαίνουν στον κόσμο και τι μπορεί να οδηγήσει έναν άνθρωπο στο να γίνει εγκληματίας. Αυτό είναι ιδιαίτερα εμφανές στο Έγκλημα στα φιόρδ. Δεν το λέω ξεκάθαρα στο βιβλίο, αλλά απ’ όσους εγκληματίες έχω γνωρίσει –και οι οποίοι ομολόγησαν τις πράξεις τους και καταδικάστηκαν ανάλογα– οι περισσότεροι, όταν τους ρωτάω γιατί το έκαναν, μου απαντούν ότι ήθελαν κάτι διαφορετικό στη ζωή τους. Αυτό το «διαφορετικό» ποικίλλει, φυσικά, για τον καθένα. Κάποιοι ονειρεύονται ένα διαμέρισμα στην Ισπανία, κοντά στη θάλασσα, να κάθονται όλη μέρα στην αμμουδιά και να πίνουν κοκτέιλ. Για να πραγματοποιήσουν όμως το όνειρό τους, χρειάζονται χρήματα και ο «εύκολος» τρόπος να τα αποκτήσουν είναι το έγκλημα. Οι φτωχοί άνθρωποι κυρίως, που έρχονται από το πρώην Ανατολικό Μπλοκ στις, ας πούμε, πλουσιότερες χώρες της Ευρώπης, αναζητώντας μια καλύτερη τύχη, καταφεύγουν στο έγκλημα όχι για να φτιάξουν πισίνες, αλλά για να έχουν ένα κεραμίδι πάνω απ’ το κεφάλι τους και φαγητό στο τραπέζι. Το ωραίο είναι ότι δυο χρόνια αφότου το συγκεκριμένο μυθιστόρημα κυκλοφόρησε στη Νορβηγία, μια ομάδα επιστημόνων μελέτησε αυτό ακριβώς το φαινόμενο. Και δεν μιλάμε εδώ για άτομα που γεννήθηκαν μέσα στην παρανομία, αλλά για ανθρώπους σαν εσάς κι εμένα. Τι είναι αυτό που τους ωθεί, την καθοριστική εκείνη στιγμή, να ξεπεράσουν τα όρια; Και το αποτέλεσμα της έρευνας ήταν ότι σχεδόν όλοι τους είχαν την ελπίδα να ευτυχήσουν στο μέλλον. Το ίδιο είχα διαπιστώσει κι εγώ από την πείρα μου ως αστυνομικός ερευνητής. Απ’ την ώρα που διαπράττει κανείς έγκλημα, ωστόσο, είναι μάλλον απίθανο να βελτιωθεί η ζωή του – αν μη τι άλλο, θα πρέπει να είναι εξαιρετικά ευφυής ώστε να μην τον πιάσουν.

Σας έχει τύχει καμιά φορά να παρεμβαίνει η προσωπική σας εμπειρία στα μυθιστορηματικά σας θέματα – να ξαναζείτε δηλαδή πραγματικές καταστάσεις ενώ γράφετε;

Όχι ακριβώς, αλλά στο πίσω μέρος του μυαλού μου υπάρχουν πάντα τα βιώματα εκείνα που είναι δύσκολο να κατονομάσω και πάντα βρίσκουν τρόπο να παρεισφρήσουν στα βιβλία μου. Το επάγγελμά μου απαιτούσε να επισκέπτομαι αμέτρητες σκηνές εγκλήματος και οι εικόνες που έχω αντικρίσει δεν με εγκαταλείπουν ποτέ. Όπως επίσης έχω συναντήσει ανθρώπους που υπήρξαν θύματα εγκλημάτων – και μάλιστα, αρκετά συχνά δυστυχώς, άτομα που έμειναν πίσω ολομόναχα ύστερα από έναν φόνο. Για πολλά χρόνια, η δουλειά μου ήταν να ανακρίνω τους υπεύθυνους γι’ αυτά τα εγκλήματα, εφόσον τα είχαν ομολογήσει. Το ότι έχω ζήσει από πρώτο χέρι την οργή, το φόβο και τις τύψεις και των δυο πλευρών με βοηθά να δημιουργήσω ένα αυθεντικό, πειστικό κλίμα.

Νιώθουν συνήθως τύψεις οι εγκληματίες;

Σχεδόν όλοι απ’ όσους έχω γνωρίσει νιώθουν τύψεις σε κάποιο βαθμό. Όχι όμως επειδή διέπραξαν το έγκλημα, αλλά, όπως λέγαμε και προηγουμένως, επειδή δεν το σχεδίασαν αρκετά καλά ώστε να μην τους υποπτευθεί κανείς. Άρα μάλλον δεν πρόκειται για γνήσιες τύψεις. Δεν μετανιώνουν ακριβώς για ό,τι έκαναν, αλλά για το ότι δεν το έκαναν διαφορετικά.

Έχετε συναντήσει ψυχοπαθείς σαν αυτούς που δείχνουν οι ταινίες, οι οποίοι καυχιούνται κιόλας για τα εγκλήματά τους;

Ψυχοπαθείς, ναι, έχω συναντήσει – και πολλούς μάλιστα. Μα οι ψυχοπαθείς εγκληματίες είναι μια ξεχωριστή κατηγορία. Πρόκειται για τρομακτικούς ανθρώπους, ψυχρά αδιάφορους τόσο για τα συναισθήματα των άλλων όσο και για τις συνέπειες των πράξεών τους. Όταν εκτίουν την ποινή τους και αρχίζουν να κυκλοφορούν και πάλι ελεύθεροι, δεν μπορεί κανείς να προβλέψει ποιο θα είναι το επόμενο βήμα τους. Παρ’ όλα αυτά, δεν μου έτυχε να γνωρίσω κανέναν που να κομπάζει για τα «κατορθώματά» του, όπως στις ταινίες. Οι σεναριογράφοι τα παραλένε...

Αλήθεια, πώς λειτουργούν ψυχολογικά αυτά τα άτομα; Είναι κάπως γενική η ερώτηση, αλλά πάντα είχα την περιέργεια να μάθω.

Σκέφτονται μόνο τον εαυτό τους. Έχουν την πεποίθηση ότι οι εγκληματικές τους πράξεις τους δικαιώνουν, αφού όλος ο υπόλοιπος κόσμος τους αδικεί. Κατά κάποιον τρόπο, εκδικούνται την κοινωνία επειδή δεν τους εκτιμά όσο αξίζουν – και πάλι όμως, δεν πρόκειται ακριβώς για εκδίκηση. Προκειμένου να κατανοήσουμε τα κίνητρα ενός εγκλήματος, πρέπει να το δούμε απ’ την πλευρά εκείνου που το διέπραξε. Τη στιγμή που γινόταν το έγκλημα, ο δράστης θεωρούσε απόλυτα λογική την πράξη του. Γι’ αυτό και υπάρχουν τόσες ιστορίες για ανθρώπους οι οποίοι έφτασαν στα άκρα επειδή κάτι τους εξώθησε, κάτι τους έκανε να πιστεύουν πως δεν υπήρχε άλλη διέξοδος. Και μια και μιλάμε για κίνητρα, αυτά είναι είτε ο θυμός είτε ο φόβος είτε η πικρία ή και όλα αυτά μαζί. Συναισθήματα που ο καθένας δοκιμάζει, εσείς κι εγώ επίσης (μπορεί να πούμε πάνω στα νεύρα μας σε κάποιον «θα σε σκοτώσω», αλλά δεν το πρόκειται να το κάνουμε, δεν το εννοούμε), για ορισμένους ανθρώπους όμως, σε ακραίες συνθήκες, γίνονται αιτία για τη μοιραία έκρηξη. Κάποτε, στη διάρκεια των ερευνών μας για έναν δολοφόνο, λέγαμε ότι «κυνηγάμε ένα τέρας». Μα όταν τον πιάσαμε στο τέλος, δεν ήταν πια τέρας, αλλά ένας άνθρωπος που δεν είχαμε καν φανταστεί πόσο σκοτάδι κουβαλούσε στην ψυχή του. Περιπτώσεις παρόμοιες μ’ αυτήν συνοψίζουν τη ζωή μου ως αστυνομικού ερευνητή. Εμείς, οι υπηρέτες του νόμου, έχουμε τελικά πολύ περισσότερα κοινά με τους εγκληματίες απ’ όσα μας χωρίζουν – και απ’ όσα μας βολεύει ίσως να παραδεχόμαστε. Σε όλους σχεδόν τους εγκληματίες υπάρχει μια «καλή» (δεν είναι ίσως η πιο κατάλληλη λέξη, αλλά δεν μπορώ να σκεφτώ καμιά καλύτερη) πτυχή που σε κάνει να απορείς πώς είναι δυνατόν να συνυπάρχει με την τόση διαστροφή. Είναι κάτι εξαιρετικά ενδιαφέρον, το οποίο προσπάθησα να αξιοποιήσω μυθιστορηματικά – και το ότι μπόρεσα να το εξερευνήσω από πρώτο χέρι, το χρωστώ στη δουλειά μου.

Η κόρη του Βίστιν γράφει κι εκείνη αστυνομικό μυθιστόρημα, το οποίο όμως αναγκάζεται να αφήσει στη μέση. Θα το τελειώσει άραγε κάποια μέρα;

Μπορεί! Ως τώρα, πάντως, δεν έχει εκδώσει κανένα βιβλίο...

Οι φτωχοί άνθρωποι κυρίως, που έρχονται από το πρώην Ανατολικό Μπλοκ στις, ας πούμε, πλουσιότερες χώρες της Ευρώπης, αναζητώντας μια καλύτερη τύχη, καταφεύγουν στο έγκλημα όχι για να φτιάξουν πισίνες, αλλά για να έχουν ένα κεραμίδι πάνω απ’ το κεφάλι τους και φαγητό στο τραπέζι.

Ασχολείται κανένα άλλο μέλος της οικογένειάς σας με το γράψιμο; Τα παιδιά σας έχουν κληρονομήσει το «μικρόβιο»;

Μπα, δεν το βλέπω. Η κόρη μου είχε πρόσφατα μια εργασία για το σχολείο – τους έδειξαν μια φωτογραφία από σκηνή εγκλήματος και τους έβαλαν να γράψουν μια σχετική ιστορία. Στα δικά μου σχολικά χρόνια –όπως και στα δικά σας, υποθέτω– δεν τα ξέραμε αυτά, κάτι τέτοιο θα ήταν ανήκουστο... Ήρθε λοιπόν και μου ζήτησε να της γράψω εγώ την ιστορία. Όχι να τη βοηθήσω απλώς, αλλά να κάνω την εργασία της!

Πολύ πρωτότυπο θέμα για σχολική άσκηση. Οι σύγχρονοι τρόποι εκπαίδευσης, όταν εφαρμόζονται σωστά, μπορούν να προετοιμάσουν τα παιδιά για να βγουν στην κοινωνία καλύτερα απ’ ό,τι στο παρελθόν...

Πράγματι! Και κάτι άλλο που μου αρέσει είναι ότι ο δάσκαλος βάζει τον κάθε μαθητή να σταθεί μπροστά σ’ όλη την τάξη και να παρουσιάσει το θέμα του σαν να έκανε κανονική διάλεξη. Είναι πάρα πολύ χρήσιμο, γιατί βοηθά στο να αποβάλει κανείς από μικρός το φόβο και το άγχος όταν βρίσκεται μπροστά σε κοινό.

Μιλήσαμε πιο πριν για ταινίες και τηλεοπτικές σειρές. Έχει μεταφερθεί κανένα απ’ τα βιβλία σας στην οθόνη;

Πριν δυο χρόνια έγραψα το σενάριο μιας τηλεοπτικής σειράς, της οποίας όμως τα γυρίσματα δεν έχουν ολοκληρωθεί ακόμα. Λογικά θα πρέπει να προβληθεί σε καμιά διετία από τώρα.

Εύχομαι κάθε επιτυχία και σας ευχαριστώ.

Έγκλημα στα φιόρδ
Jorn Lier Horst
Μετάφραση: Δέσποινα Παπαγρηγοράκη
Διόπτρα
408 σελ.
ISBN 978-960-605-141-8
Τιμή: €16,60
001 patakis eshop


 

Τα σχόλια σας

Κάντε το σχόλιο σας, με σύνδεση από το facebook ή συμπληρώστε τα στοιχεία σας, στην παρακάτω φόρμα.

 


Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ > ΞΕΝΟΙ
Jimena Canales: συνέντευξη στον Ελπιδοφόρο Ιντζέμπελη

Η Χιμένα Κανάλες είναι βραβευμένη συγγραφέας και ερευνήτρια στο πεδίο της ιστορίας της φιλοσοφίας και της επιστήμης. Κατέχει την έδρα Thomas M. Siebel για την ιστορία της επιστήμης στο Πανεπιστήμιο...

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΕΙΣ

ΕΙΔΗΣΕΙΣ

ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΙ

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Το μήνυμά σας

Διεύθυνση

Πτολεμαίων 4
(Πλατεία Προσκόπων)
11635 Αθήνα,
Τηλ.-fax: 210.7212307
info@diastixo.gr
ISSN: 2585-2485

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER