A+ A A-

Ηλίας Μαγκλίνης: «Πρωινή γαλήνη» κριτική του Χρίστου Παπαγεωργίου

Ηλίας Μαγκλίνης: «Πρωινή γαλήνη» κριτική του Χρίστου Παπαγεωργίου


Είχαμε πολύ καιρό να διαβάσουμε ένα μυθιστόρημα δομημένο με τέτοιο γραμμικό τρόπο, με αρχή, μέση και τέλος, με αντιστοιχία των γεγονότων, με την χρονική διαδικασία. Πράγματι, ακόμη και οι τελευταίες εξήντα σελίδες, όπου ο ερευνητής, ο δημοσιογράφος ή εν πάση περίπτωση ο αφηγητής, φέρνει στο σήμερα μια ιστορία, που διαδραματίστηκε αρχές του '50, είναι τοποθετημένες με τέτοιο τρόπο, ώστε όλα να έχουν την συνέπεια μιας συνέχειας χρονικής, όλα να ερμηνεύονται με βάση το τι έγινε αργότερα, αφού δηλαδή ο ήρωας άφησε την τελευταία του πνοή, πολεμώντας για τον ελεύθερο κόσμο, Κινέζους και Βορειοκορεάτες στον εμφύλιο της Κορέας. Έτσι, παρακολουθούμε ένα παιδί από την Έδεσσα, που το όνειρό του είναι να πετάξει, να προσπαθεί να μπει στην Σχολή Ικάρων, μα μετά το ταξίδι στην Αμερική να κόβεται, να μπαίνει άνευ εξετάσεων στην Σχολή Ευελπίδων, να παίρνει τον βαθμό του ανθυπολοχαγού και να εκστρατεύει στην Κορέα για να πολεμήσει, και εκεί να σκοτώνεται ως γνήσιος Έλληνας, αφήνοντας ανοιχτούς λογαριασμούς τόσο με την οικογένειά του, όσο και με την ερωτική του σύντροφο, όπως επίσης και με την πατρίδα του εν γένει – μετά τα όσα σχόλια τα αποδοκιμαστικά έγιναν για την ανάγκη νεκρών σε έναν πόλεμο, απ’ τον οποίο η Ελλάδα δεν είχε να κερδίσει απολύτως τίποτα.

Προς το τέλος, ο αφηγητής βρίσκει τον αδελφό του αδικοχαμένου, πιλότος εκείνος, βρίσκει την Εύα, έρχονται στα χέρια του πολύτιμα αντικείμενα του πρωταγωνιστή, ενώ ο εξαφανισμένος σε όλη την διάρκεια της αφήγησης θείος Προκόπης κάνει την εμφάνισή του από τον τόπο της εξορίας, την Βουλγαρία, όπου κατέφυγε μετά την λήξη του εμφυλίου πολέμου, και κάνει άνω κάτω ολόκληρη την οικογένεια, χαρακτηρίζοντας ιμπεριαλιστικό τον πόλεμο στην Κορέα και κατηγορώντας τον ανιψιό και βαφτισιμιό του για λάθος επιλογή. Άρα, ο Μαγκλίνης δεν έχει σκοπό να μπερδέψει κανέναν, δεν φέρνει ούτε μια μέρα πίσω από την άλλη, με στόχο να διεκδικήσει κατασκευαστικές δάφνες, το αντίθετο, με εντελώς καθαρό τρόπο, με μια μέθοδο πλήρους διαφάνειας, πετυχαίνει να αφηγηθεί μια ιστορία, που και εύκολη δεν είναι, και παράλληλα απαιτεί γνώσεις πολλές, γύρω από την αεροπλοΐα, γύρω από τον πόλεμο, γύρω από εδαφολογικά και μετεωρολογικά φαινόμενα – πράγμα που παίρνει ίσως σάρκα και οστά καθώς τόσο ο πατέρας του όσο και ο αδερφός του, πιλότοι και οι δύο, τον ενέπνευσαν για να γράψει με τέτοια πειστικότητα το μυθιστόρημα Πρωινή γαλήνη, με τόσο ιδιαίτερο και αποδοτικό ένστικτο.

Ήπειροι, χώρες, πόλεις, τοποθεσίες γενικώς, ό,τι αφορά τους αεροπόρους αλλά κυρίως τους πεζικάριους που πραγματοποιούν πολλές και ποικίλες αποστολές, σχεδόν αυτοκτονίας, δίδονται με μια εκπληκτική ψυχραιμία συγγραφική, με μια νηφαλιότητα πεζογραφική, με μια ηρεμία λογοτεχνική, σαν να πρόκειται για ό,τι πιο απλό υπάρχει στον κόσμο, ενώ στην ουσία μιλάμε για απώλειες ανθρώπινων ζωών.

«Χώρα της πρωινής γαλήνης», λοιπόν, ονομάζεται η Κορεατική Χερσόνησος, στην οποία από το ’51 μέχρι το ’53 διεξήχθη ένας ανελέητος πόλεμος, ένας εμφύλιος, στον οποίο είχανε εμπλακεί όλες οι δυνάμεις του δυτικού κόσμου από την μια, και οι Κινέζοι από την άλλη, σ' έναν διχασμό που ισχύει ακόμη και σήμερα, όπου στο βόρειο τμήμα επικρατεί κουμμουνιστικό καθεστώς, ενώ στο νότιο καπιταλιστικό. Έτσι ο Δημήτρης, ο οποίος στην Ελλάδα δεν πρόλαβε την αιματοχυσία, βλέπει συντρόφους του να σκοτώνονται, σκοτώνει ο ίδιος, μάχεται με απαράμιλλη γενναιότητα, και στο τέλος χάνει την ζωή του σε μια μάχη σώμα με σώμα. Είναι τόσες οι λεπτομέρειες με τις οποίες ο Μαγκλίνης εμπλουτίζει το έργο του, ώστε δεν μας μένει η παραμικρή αμφιβολία για την τεράστια έρευνά του. Ήπειροι, χώρες, πόλεις, τοποθεσίες γενικώς, ό,τι αφορά τους αεροπόρους αλλά κυρίως τους πεζικάριους που πραγματοποιούν πολλές και ποικίλες αποστολές, σχεδόν αυτοκτονίας, δίδονται με μια εκπληκτική ψυχραιμία συγγραφική, με μια νηφαλιότητα πεζογραφική, με μια ηρεμία λογοτεχνική, σαν να πρόκειται για ό,τι πιο απλό υπάρχει στον κόσμο, ενώ στην ουσία μιλάμε για απώλειες ανθρώπινων ζωών. Χωρίς δηλαδή να λείπει το σασπένς, ιδίως το πολεμικό, το αρνητικό, το κακό, το άσχημο, το αποκρουστικό, ο Μαγκλίνης διαχειρίζεται το υλικό του με μια μαεστρία συγγραφική, ώστε να μη μείνουν αναγνωστικά τραύματα, να μην πέσουμε ως αναγνώστες στον τεράστιο θρήνο, όμοιο με εκείνων που έχασαν δικούς τους ανθρώπους σ’ αυτό το αποτρόπαιο αιματοκύλισμα.
Ηλίας Μαγκλίνης: «Πρωινή γαλήνη» κριτική του Χρίστου Παπαγεωργίου

Το μυθιστόρημα Πρωινή γαλήνη του Ηλία Μαγκλίνη επαναφέρει για μια ακόμη φόρα το άλυτο πρόβλημα για το πώς η λογοτεχνία διαχειρίζεται το ιστορικό γεγονός και παράλληλα για το πώς η βία της Ιστορίας εισέρχεται στον πεζό λόγο. Και επειδή όλοι συμφωνούν στο ότι ο καλλιτέχνης είναι εντελώς ελεύθερος να χειριστεί τα θέματα όπως ο ίδιος κρίνει, και επειδή άλλοι διαφωνούν, λέγοντας πως το ιστορικό συμβάν δεν επιδέχεται διαπραγμάτευση αφού αποτελεί ντοκουμέντο, ο συγγραφέας εδώ ακολουθεί έναν –παρότι μας ενημερώνει πως το έργο είναι καθαρά προϊόν μυθοπλασίας– δρόμο μιας μέσης οπτικής γωνίας: δηλαδή, δεν αντιστέκεται στην βία του πολέμου, δεν παραβλέπει πως υπάρχουν νεκροί, και δικοί τους που τους θρηνούν, υπάρχει όμως στα λόγια του μια υποκειμενική συνιστώσα, μια ατομική παράμετρος, που έχει να κάνει με μια αποστασιοποιημένη γραφή, η οποία δεν χάνει σε μαγεία, δεν χάνει σε λειτουργία, δεν χάνει σε λάμψη, το αντίθετο, γίνεται ευκολότερα αφομοιώσιμη, γίνεται πιο δίκαια μοιρασμένη, παρότι και στον ελληνικό εμφύλιο αλλά και στον εμφύλιο της Κορέας, στην άλλη άκρη της γης, η σκοπιά των πρωταγωνιστών είναι πάντα εκείνη του εθνικού στρατού, είναι αντίθετη με ό,τι αριστερό, τόσο στην χώρα μας, όσο και εκεί, μπόρεσε να δημιουργήσει, να δράσει, να προπαγανδίσει, να πολεμήσει, να αφοπλίσει. Έτσι γινόμαστε μάρτυρες αυτής της διαμέτρου, που για την χώρα μας ευτυχώς έχει πλήρως τελειώσει, για την Κορέα όμως αποτελεί ακόμη εμπόλεμη κατάσταση, ανάμεσα στα δύο τόσο διαφορετικά μεταξύ τους κράτη.

Διαβάζουμε την Πρωινή γαλήνη του Ηλία Μαγκλίνη όχι σαν κάτι που δεν μας αφορά, όχι σαν κάτι που πέρασε, όχι σαν ένα παραμύθι με ευτυχισμένο τέλος, αλλά με έντονο προβληματισμό για το πού μπορεί να οδηγήσει μια εμφύλια σύρραξη, για τα εκατοντάδες χιλιάδες θύματα, για το δράμα των αμάχων και όσων  έμειναν πίσω, για το τι μπορούν να προκαλέσουν οι βόμβες ναπάλμ, τέλος για το τι παίζεται στα επιτελεία των μεγάλων δυνάμεων, που ιδίως στην Κορέα πρωτοεμφάνισαν τους διεθνείς πολέμους, οι οποίοι και σήμερα έχουν όνομα, όπως Συρία, Ιράκ, Αφγανιστάν και λοιπά, με τους αμέτρητους νεκρούς και εκπατρισθέντες. Έτσι διαβάζουμε ένα μυθιστόρημα που μιλά για πόλεμο χωρίς να τον υιοθετεί, χωρίς να τον προπαγανδίζει, χωρίς να τον διαφημίζει, αλλά παράλληλα και να μην τον αγνοεί, προκειμένου να γίνουμε όλοι συμμέτοχοι μιας μεγάλης σφαγής που δεν άφησε αδιάφορη μια μικρή χώρα, όπως η πατρίδα μας, η Ελλάδα. 

 

Πρωινή γαλήνη
Ηλίας Μαγκλίνης
Μεταίχμιο
472 σελ.
ISBN 978-618-03-0349-0
Τιμή: €17,70

001 patakis eshop

 

Εμφανίσεις: 532

Σπύρος Λ. Βρεττός: «Ένας αόριστος άνθρωπος» κριτική του Δημοσθένη Κερασίδη

Σπύρος Λ. Βρεττός: «Ένας αόριστος άνθρωπος» κριτική του Δημοσθένη Κερασίδη


Το πρώτο θύμα του ιστού της αράχνης είναι η ίδια η αράχνη, άρα και το πρώτο θύμα κάθε βιβλίου είναι ο συγγραφέας του – στη δική μας περίπτωση, ο Σπύρος Βρεττός, ο οποίος με αυτή τη συλλογή διηγημάτων περνά, σαν άλλος πρόσφυγας, τα σύνορα της ποίησης και βουτά στα νερά της πεζογραφίας, ενώ συνάμα «είναι» ένας αόριστος άνθρωπος, όπως ο Φλομπέρ, τηρουμένων των αναλογιών, «είναι» η Μαντάμ Μποβαρί...

Στον τρίλεκτο τίτλο της συλλογής αυτών των δώδεκα διηγημάτων το επίθετο είναι το ουσιαστικό. Το «αόριστος», ως κέντρο βάρους της φράσης, παραπέμπει εν ονόματι της ευδιάκριτης –όσο και υφέρπουσας– πολυσημίας στα εξής: «πρόσφυγας», «ανοριακός», «ασυνόρευτος», «απών», «κατά φαντασίαν», «πολύμορφος», «δυσδιάκριτος», «χωρίς ιδιότητες». Κι αυτό γιατί τα πρόσωπα στο εν λόγω βιβλίο είναι πλευρές του ανθρώπου της εποχής μας, ο οποίος ολοφάνερα βρίσκεται σε διαδικασία αποδυνάμωσης, περιστολής, απίσχνανσης στην προσωπική και στην κοινωνική του λειτουργία.

[Σημειωτέον: σε μια από τις τελευταίες συνεντεύξεις του ο Αξελός, όταν ρωτήθηκε για το ποια είναι η βασική διαφορά του σύγχρονου ανθρώπου από αυτόν των παλαιότερων γενιών, είχε δηλώσει χαρακτηριστικά: «Στην εποχή μας είναι αισθητή η μείωση στο φάσμα, στην ποικιλία των ανθρώπινων τύπων και χαρακτήρων».]

Σε αυτή τη σειρά των δώδεκα ιστοριών, ο συγγραφέας, σε ένα πρώτο επίπεδο, αλιεύει θέματα συνήθως ζοφερά, πολιτικού αλλά και προσωπικού τύπου, από την επικαιρότητα: παραδείγματος χάρη, ρεπορτάζ για τους πρόσφυγες και το δράμα τους, θέματα που σηματοδοτούν την κυριαρχία των ΜΜΕ ή την κρίση, αυτοκινητικά δυστυχήματα, ληστείες, πυρκαγιές σε πλοία, μια βομβιστική ενέργεια της Μαφίας, σχεσιακά αδιέξοδα, γενικώς μια σειρά γεγονότων που ανατρέπουν με βίαιο τρόπο την αρμονική ροή της καθημερινότητας. Αυτό το πρώτο επίπεδο θα το έλεγα «διάσταση του ορατού».

Σε ένα δεύτερο επίπεδο, ο συγγραφέας πραγματεύεται θέματα που είναι ίσως συμπληρωματικά και συμμετρικά της επικαιρότητας, ωστόσο διαχρονικά στην ουσία τους, γιατί αφορούν διάφορα δίπολα, όπως είναι το αληθές και το ψευδές, το πραγματικό και το πλαστό, το ονειρικό και το ρεαλιστικό.

Στη συλλογή αυτή περιλαμβάνονται και δύο χαρακτηριστικά διηγήματα, που δεν αντλούν από την περιρρέουσα ειδησεογραφία υλικό έμπνευσης και λειτουργίας, όπως είναι το «Γκαλερί Ουφίτσι» και «Η κλοπή των ροδιών», στα οποία ο Βρεττός, παραφράζοντας τη θεματική του Ντόριαν Γκρέι του Όσκαρ Ουάιλντ, σχολιάζει τη λυκοφιλική σχέση τέχνης και ζωής. Αυτό το δεύτερο επίπεδο θα το ονόμαζα «διάσταση του αοράτου».

Παρακολουθούμε τελικά ένα ταξίδι μέσα στο ταξίδι, σαν ένα θέατρο μέσα στο θέατρο. Συνεπώς είναι δισδιάστατος ο τρόπος που τα πρόσωπα συναντούν τη ζοφερή πραγματικότητα, οπότε και φωλιάζουν στις αναρωτήσεις τους ώστε να αξιωθούν ίσως κάποια στιγμή να γίνουν παρόντες στη ζωή τους.

Όσο το πρώτο επίπεδο θα μπορούσε να θεωρηθεί βάση του βιβλίου, άλλο τόσο το δεύτερο επίπεδο είναι σίγουρα μια υπέρβαση.

Ο Βρεττός στο πρώτο επίπεδο θεμάτων του ανοίγεται σε ένα ταξίδι στα σύνορα χωρών, στην ενοχική κατακρήμνιση του σύγχρονου ανθρώπου, αλλά και σε προβλήματα σχέσεων. Στο δεύτερο επίπεδο, στο οποίο περνάμε μέσω συνεχών εκπλήξεων και ανατροπών της αφηγηματικής συνέχειας, επιχειρεί ένα άλλο ταξίδι, στα όρια χώρων και υπαρξιακών καταστάσεων, όπως είναι το όνειρο, η φαντασία, ο χρόνος, η αγωνία.

Οι ανατροπές και οι εκπλήξεις, που λειτουργούν ως ήπιες μετωνυμίες του σοκ, εντείνουν τη ροή των ιστοριών του βιβλίου και σηματοδοτούν γενικά την αγωνιώδη πορεία του ανθρώπου από το γνωστό στο άγνωστο, ενώ συνάμα σημαδεύουν την ψυχή και τις περιπέτειες του πρόσφυγα που χάνει τη γη κάτω από τα πόδια του και ζει ένα ζόρικο ριζικό, μιας και προσπαθεί, γκρεμισμένος πια, να ριζώσει σε μια άλλη γη, αλλά αναγκαστικά πέφτει στην ανταριασμένη θάλασσα. Ωστόσο πρόσφυγας είναι και ο αόριστος-αόρατος-απών άνθρωπος του σήμερα, είτε ως εξόριστος σε μια ξένη γη είτε ως εξόριστος μέσα του.

Οι εκπλήξεις λειτουργούν ως αρμοί ανάμεσα στα πρόσωπα και τα γεγονότα παρουσιάζοντας μια χαρακτηριστική ρευστότητα, ενώ συνάμα ερωτοτροπούν με τα όρια και την υπέρβασή τους. Προσωπικά μού θυμίζουν τον πίνακα του Νταλί «Η εμμονή της μνήμης», με τα εύπλαστα ρολόγια, που σηματοδοτούν (κάπως αινιγματικά, είν’ η αλήθεια) τη ροϊκότητα και τη σχετικότητα του χρόνου. Ως εκ τούτου, αυτά τα πρόσωπα σημαδεύουν σαν εσωτερικοί καθρέφτες τον αόριστο άνθρωπο, ως αρχετυπικό ήρωα του βιβλίου, ενώ, αξίζει να σημειωθεί, προβάλλονται με ένα στιλιζάρισμα σαφώς αφαιρετικό, θυμίζοντας πρόσωπα πινάκων του Εγγονόπουλου.

Εκτός από τα δύο επίπεδα που προανέφερα, διακρίνω κι ένα τρίτο, που είναι η «τοποθέτηση» του ποιητή Βρεττού προς το διήγημα ως λογοτεχνικό είδος. Εξηγούμαι ευθύς αμέσως. Το βιβλίο αυτό αποτελεί μετάβαση από μια ποίηση με εμφανή ροπή στην προζαϊκότητα σε μια πρόζα με εμφανή ροπή στην ποιητικότητα. Κατ’ εμέ, είναι πρόδηλη η συμμετρία ως αναζήτηση αρμονίας του εκφράζεσθαι.

Θεωρώ ότι το ανά χείρας βιβλίο μάς εισάγει σε μια ιδιότυπη διηγηματογραφία, η οποία, εκτός των άλλων, τιμά την ποίηση, κι αυτό φαίνεται σε τέσσερις διαστάσεις:

Α) Ο αφηγηματικός χρόνος, ως επί το πλείστον, είναι μετέωρος· παρότι όλοι οι χρόνοι χρησιμοποιούνται, κατ’ ουσίαν δεν υπάρχει ενεστώτας, μιας και απουσιάζουν εντελώς τα εισαγωγικά τα οποία συνήθως καταδεικνύουν και ορίζουν τα διαλογικά μέρη και συνάμα «εγκαθιστούν» το εδώ και τώρα της αφήγησης.

Β) Ως απόρροια του παραπάνω, τα πρόσωπα και τα γεγονότα είναι εγκυστωμένα στον χώρο της ονειροφαντασίας, εφόσον τα διαλογικά μέρη ενσωματώνονται στον αφηγηματικό ιστό. Κυριαρχούν οι νοεροί μονόλογοι-διάλογοι, σε μια ατμόσφαιρα εσωτερικού ταξιδιού, πράγμα που σημαίνει ότι οι εξωτερικοί χώροι και η σχετική δράση είναι κατ’ ουσίαν προσχηματικοί.

Γ) Η αφήγηση πόρρω απέχει από το να υπηρετεί τις ανάγκες της ρεαλιστικής μυθοπλασίας, η οποία, παραδοσιακά, είναι εγγενές χαρακτηριστικό της διηγηματογραφίας. Ο συγγραφέας κινείται στη μεθόριο της ποιητικής πρόζας με διάφορους τρόπους: από το πώς χτίζει τις εικόνες του μέχρι το τι λόγια βάζει στο στόμα των ηρώων του.

Δ) Τα πρόσωπα εντέλει μοιάζουν με μορφές χωρίς σώμα ή με σώματα χωρίς μορφή, σαν «φυγάδες» από τα όποια χαρακτηριστικά τους, γι’ αυτό και δεν υποκύπτουν στην ανάγκη μιας συμβατικής νατουραλιστικής απεικόνισης και ρεαλιστικής λειτουργίας.

Παρά τις παραλλαγές που παρατηρούμε (λόγου χάρη, στον λόγο της πολεμικής ανταποκρίτριας στο «Ρεπορτάζ» όπου κυριαρχεί η θεματική των ψευδών ειδήσεων ή στην περίπτωση της γυναίκας του Θωμά στο διήγημα «Η πτώση»), ο Βρεττός χρησιμοποιεί συνήθως ως αφηγηματική στρατηγική τον παντογνώστη αφηγητή, στον λόγο του οποίου αφομοιώνονται λειτουργικά οι λόγοι των υπόλοιπων προσώπων των ιστοριών του. Σημειωτέον ότι σε αυτά τα διηγήματα είναι αρκετές οι ερωτηματικές προτάσεις ή οι αυτοερωτήσεις των βασικών προσώπων. Ανάγονται σε κεντρικά χαρακτηριστικά οι «παραστάσεις», τα «καμώματα», οι αλλαγές πορείας, ταυτοτήτων, ρόλων, εξού και η διαρκής ευπλαστότητα, οι εκπλήξεις, τα παιχνίδια… Παρακολουθούμε τελικά ένα ταξίδι μέσα στο ταξίδι, σαν ένα θέατρο μέσα στο θέατρο. Συνεπώς είναι δισδιάστατος ο τρόπος που τα πρόσωπα συναντούν τη ζοφερή πραγματικότητα, οπότε και φωλιάζουν στις αναρωτήσεις τους ώστε να αξιωθούν ίσως κάποια στιγμή να γίνουν παρόντες στη ζωή τους.

Σπύρος Λ. Βρεττός: «Ένας αόριστος άνθρωπος» κριτική του Δημοσθένη Κερασίδη

Ορισμένα χαρακτηριστικά αποσπάσματα:

Από το διήγημα «Γυαλιά τύπου Ρέιμπαν»:

«Από το πρωί που ξύπνησε ο Κ. ήθελε να νιώσει καφκικά. Αν όχι να μεταμορφωθεί σε σκαθάρι, να του συμβεί κάτι πρωτόγνωρο που να του σφίγγει τη ζωή, να τον γεμίζει άγχος τι άλλο φοβερό θα ακολουθούσε. Ήθελε να του συμβεί κάτι σαν αυτό που συνέβη στον Κ., τον ήρωα της Δίκης του Κάφκα. Να κατηγορηθεί χωρίς να φταίει και να προσπαθεί μάταια να ξεμπλέξει. Ήθελε να δει τον βασικό του εφιάλτη να πραγματοποιείται. […] Ας είναι καλά αυτός που ανακάλυψε τον χρόνο που χάνεται».

Από το διήγημα «Γκαλερί Ουφίτσι»:

«Αφού δεν μπορούμε να αναγεννηθούμε μόνοι μας ούτε ως άτομα ούτε ως κράτος, ας πάμε εμείς στον τόπο της Αναγέννησης. […] Είναι μέσα στην πινακοθήκη και στέκεται μπροστά στο έργο του Τιτσιάνο ‘‘Η Αφροδίτη του Ουρμπίνο’’. […] Ο Νίκος έχει εισχωρήσει στον πίνακα. Είναι πλέον ο ζωγράφος που αποφασίζει να πλησιάσει την Αφροδίτη για να της τοποθετήσει καλύτερα τα μαλλιά και το αριστερό της χέρι. Κι όπως της πιάνει τα μαλλιά, χαϊδεύοντας και λίγο τους ώμους, μην ανησυχείς, της λέει. Οι γυναίκες αυτές στο βάθος δεξιά δεν υπάρχουν. Εγώ τις έχω ζωγραφίσει για να μην είσαι μόνη στον πίνακα αυτό. Στην πραγματικότητα, είσαι μόνη σου. Στην πραγματικότητα, είμαστε μόνοι μας».

Από το διήγημα «Η κλοπή των ροδιών»:

«Την ημέρα που ζωγράφιζε τη νεκρή φύση, λίγες ώρες μετά την κλοπή των ροδιών, στάθηκε έκπληκτος σαν είδε την αλλαγή των χρωμάτων στον πίνακα. […] Το χέρι του πλέον πήγαινε κι ερχόταν με δύναμη πάνω στον πίνακα, μετατρέποντας τη νεκρή φύση σε άνθρωπο που του ζητούσε βοήθεια».

Σε αυτά τα αποσπάσματα (και όχι μόνο…) φαίνεται το πώς ο συγγραφέας, εμμέσως πλην σαφώς, συνομιλεί με τρόπο διακειμενικό με τον Κάφκα, τον Πεσόα, τον Ουάιλντ, και έτσι γίνεται ευδιάκριτη η πορεία του από την εσωτερικευμένη εξωτερική κρίση στην πολλαπλότητα-πολυδιάσπαση-αμφιταλάντευση των προσώπων και έπειτα στον διάλογο μεταξύ τέχνης και πραγματικότητας, όπου χάνονται για μια ακόμα φορά τα όρια, εν ονόματι του θανάτου και της υπέρβασής του.

Αν κανείς ενδιαφέρεται να βρει, πιθανόν, με ποια περσόνα ταυτίζεται περισσότερο ο συγγραφέας, η δική μου διαίσθηση με οδηγεί στην «αράχνη». Αν και ιδιότυπη, εκφράζει, πιο χαρακτηριστικά ίσως, τον ρόλο του συγγραφέα ως προς τα υπόλοιπα πρόσωπά του.

Ο Βρεττός, σε τούτη την πρώτη του συλλογή διηγημάτων, εμβαπτίστηκε στο νερό για να αναδυθεί αναγεννημένος, σαν πρόσφυγας, αφού προηγουμένως κατέδειξε το ματωμένο-ματαιωμένο αυτοσυναίσθημα και την ενοχική αυτοπεριδίνηση των ηρώων του, καθώς και την προσπάθειά τους να γίνουν παρόντες και να σηκώσουν το βάρος της ύπαρξής τους. Αγάπησα τους ήρωές του κυρίως γιατί έχουν καταλάβει πως είναι πιο βαρείς απ’ το όνειρό τους, γι’ αυτό και αγαπούν πλέον το βάρος που τους κάνει να πέφτουν, για να παραφράσω τον Πιερ Ρεβερντί.

Υπάρχουν μερικά κείμενα που με το νερό τους διαπερνούν τους πόρους της ψυχής και υγραίνουν τα μάτια. Ένα από αυτά είναι και το βιβλίο Ένας αόριστος άνθρωπος.

 

Ο Δημοσθένης Κερασίδης είναι επιμελητής εκδόσεων.

 

Ένας αόριστος άνθρωπος
Σπύρος Λ. Βρεττός
Γαβριηλίδης
160 σελ.
ISBN 978-960-576-570-5
Τιμή: €10,60

001 patakis eshop

 

Εμφανίσεις: 568

Θωμάς Κοροβίνης: «Ο κατάδεσμος» κριτική της Τούλας Ρεπαπή

Θωμάς Κοροβίνης: «Ο κατάδεσμος» κριτική της Τούλας Ρεπαπή


Η Ζηνοβία/Ζένω, τριάντα και πλέον χρόνια παντρεμένη με έναν Θεσσαλονικιό, νόθο παιδί της μάνας του με έναν Γερμανό, βρίσκεται στη δεύτερη νιότη της. Είναι στο σπίτι της και τηγανίζει, όταν διαπιστώνει πως το νερό στο μπάνιο τρέχει. Ζητά στον άνδρα της να πάει να το κλείσει, ενώ αυτός έρχεται κοντά της με τον νου στο… Γίνεται έξαλλη μαζί του, που αυτός μόνο αυτό σκέπτεται και δεν πάει να βρει μια δουλειά αλλά την αναγκάζει να κάνει την τραγουδίστρια σε τριτοκλασάτα μαγαζιά που συχνάζει υπόκοσμος, για να τους συντηρεί. Καταλήγοντας πως τέτοιος ελεεινός, αχώνευτος, πρόστυχος άνδρας δεν ξαναγεννήθηκε.

Σε ολόκληρο σχεδόν το βιβλίο, σαν να τον καταριέται του καταμαρτυρά τα μύρια όσα, για την αμορφωσιά, την ανειλικρίνεια, την τεμπελιά του… Και τι δεν του σούρει, σε μια διάλεκτο μιας άλλης κοινωνικής τάξης και άλλης εποχής. Και ο αναγνώστης, έχοντας μείνει άφωνος και χωρίς να ξέρει πού να σταθεί μέσα από αυτά που διαβάζει, μερικές φορές γελά, για όσα απαριθμεί στον σατράπη, δυνάστη, ασυμμάζευτο, αμόρφωτο, παρτάκια άνδρα της, και κάποιες άλλες φορές παγώνει το χαμόγελο στα χείλη του και μια αίσθηση δυσφορίας αποτυπώνεται στο πρόσωπό του. Από την ταπείνωση , καταπίεση και εξευτελισμό που σαν γυναίκα η Ζενώ έχει υποστεί δίπλα του. Μια γυναίκα της εποχής, τότε, που οι γυναίκες διάβαζαν το Φαντάζιο για να μοιάζουν μεταξύ τους και να έχουν κοινά θέματα συζήτησης. Όμως, η Ζενώ είχε και άλλες γνώσεις ψάχνοντας τον εαυτό της και τη ζωή, όπως επίσης είχε και ένα άλλο λεξιλόγιο όταν δεν απευθυνόταν σε αυτόν και ήθελε να εκφράσει τον εαυτό της και τις ιδέες της. Δεν είχε το δικό του μικρόβιο, του γδιωκιωμιού, αλλά έφτιαξε έναν δικό της κόσμο γιατί πίστεψε στην καλοσύνη και την ομορφιά για την πρόοδο της οικουμένης. Δεν είχε στον νου της το κακό. Ενώ αυτός την απάτησε, την εξαπάτησε, την έφτυσε, τη ρήμαξε. «Είμαι θύμα της κρίσης» έλεγε ο τεμπέλης και δεν δούλευε, αλλά σαν γουλιάνος κατάπινε ό,τι περνούσε από εμπρός του. «Είσαι ένας εξουσιολάτρης και κομματικός σαλταπήδας, αμόρφωτος και άξεστος που βασανίζει και τα ζώα. Χωρίς κανένα πιστεύω». Και αυτός, βλέποντας ένα βιβλίο δίπλα της μέσα από ένα απαύγασμα γνώσεων λέει: «“Έφη Ζαρατούστρα”, την ξέρω αυτή την κομμώτρια».

Κι η Ζενώ συνέχισε: «Ένα κορίτσι ερωτεύεται τα λόγια ενός επιτήδειου, τον καψουρεύεται, τον παντρεύεται και μετά γίνεται έτσι!», λέει δείχνοντάς τον.

Μέσα από εικόνες και αφηγήσεις, στις σελίδες παρελαύνει ολόκληρη η Ελλάδα από τη δεκαετία του πενήντα μέχρι σήμερα, στην οικονομική κρίση, και ο συγγραφέας δείχνοντας τους άνδρες βολεψάκηδες και την έλλειψη εκτίμησης και σεβασμού προς τη γυναίκα παρουσιάζει τη Ζενώ πάντα να ονειρεύεται, να αντιστέκεται και να μοχθεί για μια καλύτερη κοινωνία. Και η ενδυματολογική μόδα παρελαύνει τη δεκαετία του ’60 με το τζιν, του ’70 με το μίνι, μετά με το μάξι, τα παντελόνια καμπάνες… Και ενώ ήθελε και η Ζηνοβία να ράψει ένα μινάκι, που ήταν και οικονομικό, την απέτρεψε ο σατράπης άντρας της με το πρόσχημα πως δήθεν τα μπουτάκια της δεν ήταν για να τα βλέπει ο κόσμος, αλλά και το μάξι δεν του άρεσε. Θα ήταν σαν καλόγρια.. Ενώ αυτός έδειχνε το εμπόρευμά του μέσα από τα στενά του τζιν, «..τώρα όμως, τα τζιν τα φορούν μεγαλοβιομήχανοι καπιτάλες, αλλά τα φορούν και οι μετανάστες που πνίγονται στις λέμβους. Εγώ, ωστόσο, παρέμεινα ολόδροση καιΜπουμπουκερή, ενώ εσύ είσαι ένα μάτσο χάλια. Και εσύ παστούρεψες και προσπαθείς να μιμηθείς το ντύσιμο το χασοβράκικο, σαν αυτά τα ανέραστα ιντερνετόπαιδα. Δεν έχεις διαβάσει μια γραμμή, δεν έχεις σκύψει στον πόνο άλλου, δεν σηκώθηκες ποτέ να κάτσει ένας ηλικιωμένος, θα μπορούσε να είσαι ο λογοτεχνικός ήρωας ενός αποκτηνωμένου ρεμαλιού…»
Θωμάς Κοροβίνης: «Ο κατάδεσμος» κριτική της Τούλας Ρεπαπή

Στο βιβλίο του Θωμά Κοροβίνη Ο κατάδεσμος, μια γυναίκα αφηγείται/περιγράφει την κοινωνία μέσα από δύο εαυτούς. Του υποταγμένου/συμβιβασμένου και του επαναστάτη. Ταυτόχρονα γίνεται η καταγραφή των δύο διαφορετικών κόσμων και φύλων. Ο συγγραφέας μέσα από τα λόγια της ηρωίδας καταγράφει την κακή εικόνα των ανδρών, αυτών που συνιστούν την κοινωνία από το ’50 μέχρι τον σημερινό Νεοέλληνα με τις πολιτικές διαφορές και αποχρώσεις που θέλει να βρίσκεται μέσα στα πράγματα «του συρμού», γεννώντας ταυτόχρονα την εξέλιξη που οδηγεί στον κυνισμό, που στις μέρες μας εμφανίζεται συχνά στους νεολαίους και των δύο φύλων. Συνεχίζει και κάνει κριτική και στους πολιτικούς με τις πελατειακές τους σχέσεις, το μοίρασμα των θέσεων σε λαμόγια με ψεύτικα πτυχία απλώς και μόνο επειδή έτρεχαν πίσω τους και ήταν ο όχλος τους, οι σπογγοκολλάροι τους.

Και ενώ το βιβλίο ξεκινά και για πολλές σελίδες αφήνει άφωνο τον αναγνώστη από το υβρεολόγιο που χρησιμοποιεί η Ζενώ, εντούτοις στην εξέλιξη του βιβλίου και ενώ οι χρακτηρισμοί δεν παύουν, αντιθέτως προεκτείνονται προς όλες τις ιδιότητες και ελλείψεις ενός ατόμου, μέσα από πολλές εικόνες, δυστυχώς καθημερινές και οικείες, παρουσιάζει την ηρωίδα να είναι η προσωποποίηση όλων των αξιών που πρέπει να έχει ένα άτομο για να μπορέσει η κοινωνία να γίνει καλύτερη. Γραφή με μουσικότητα από στίχους που εμβόλιμα μπαίνουν στο σώμα της, ενώ ο συγγραφέας, με γλώσσα σκληρή, δεν αφήνει καμία άτιμη πράξη και κανένα ελάττωμα που να μην το καυτηριάζει – οι βολεψάκηδες άνδρες που δεν αγάπησαν και δεν σεβάστηκαν, που τραμπούκισαν και δεν τίμησαν τις γυναίκες δίπλα τους. Συγχρόνως, εστιάζει και σε μια γενιά Ελλήνων που μπλέχτηκε με άλλες επειδή από ανάγκη υπέκυψε και γεννοβόλησε άλλους που στάθηκαν στην κοινωνία σαν ιδέες που παραποιήθηκαν και στράβωσαν. Διεφθάρησαν. Το χιούμορ, επίσης, πολλές φορές ανατρεπτικό, δεν λείπει στη γραφή του Θωμά Κοροβίνη, όπως δεν λείπει και η «πικάντικη ποίηση», πριν όμως χαμογελάσει ο αναγνώστης αισθάνεται μια δυσφορία και το χαμόγελο χάνεται. Βλέπει μια κοινωνία, που μέσα στον χρόνο δεν αλλάζει τις συμπεριφορές της αλλά διαιρώντας όλες αυτές τις παθογένειες, προσθέτει κι άλλες. Μια κοινωνία την οποία πληθωρικά και ρεαλιστικά παρουσιάζει ο συγγραφέας, η οποία ωστόσο, αν και είναι αναγνωρίσιμη, οικεία και καθημερινή, λειτουργεί σαν παράδειγμα προς αποφυγήν.

Κι ενώ ο ρεαλισμός ξεχειλίζει στη γραφή του Θωμά Κοροβίνη, δεν υπονομεύεται ο ρομαντισμός, η στοργή, ο έρωτας, οι επιθυμίες και οι αξίες για ένα καλύτερο αύριο.

Ο συγγραφέας εντοπίζει τις απογοητεύσεις και αποκαλύψεις που φέρνει η συμβίωση, με τον χρόνο να αφαιρεί κάθε προσωπείο που οι σύζυγοι/σύντροφοι φόρεσαν αρχικά. Και μέσα από όλα αυτά αναδύεται ένα βιβλίο που υμνεί τη γυναίκα, τις αντοχές της και τον αγώνα της να γίνεται η κοινωνία συνεχώς καλύτερη.

Αυτό θα δει κάθε αναγνώστης από την απόσταση των λίγων εκατοστών που τον χωρίζει από το βιβλίο. Μια γυναίκα μέσα από τον συγγραφέα να ζωντανεύει μια αποφευκτέα ανδρική εικόνα, η οποία δεν τον τιμά, δεν τον εξελίσσει, αλλά η συμμετοχή/παρουσία του δεν εξελίσσει ούτε και την κοινωνία. Το βιβλίο μοιάζει με αρνητικό κατάλογο που απαριθμεί όσα δεν πρέπει ή, μάλλον, απαριθμεί όσα πρέπει να χαρακτηρίζουν τον Έλληνα σήμερα και με υβρεολόγιο τα τονίζει και τα καυτηριάζει. Παράλληλα, ο συγγραφέας εντοπίζει τις απογοητεύσεις και αποκαλύψεις που φέρνει η συμβίωση, με τον χρόνο να αφαιρεί κάθε προσωπείο που οι σύζυγοι/σύντροφοι φόρεσαν αρχικά. Και μέσα από όλα αυτά αναδύεται ένα βιβλίο που υμνεί τη γυναίκα, τις αντοχές της και τον αγώνα της να γίνεται η κοινωνία συνεχώς καλύτερη.

Αν όμως ο αναγνώστης εισχωρήσει στα διάστιχα των αράδων, τότε θα δει στη θέση της Ζενώ την Ελλάδα, που ένας ξενόφερτος την κακομεταχειρίζεται και ασκώντας εξουσία επάνω της την καταδυναστεύει, την ταπεινώνει, την τραμπουκίζει, ενώ η ίδια υπομένει, αντιστέκεται και εξελίσσεται αλλάζοντας, εκτός από τον εαυτό της, την κοινωνία προς το καλύτερο. Τι κι αν διαβάζει το Φαντάζιο, ξέρει τον Πλάτωνα, τον Σωκράτη και δίπλα της έχει τον Νίτσε.

Τέλος, επανερχόμενος στην αρχική απόσταση από το βιβλίο, ο αναγνώστης στον Κατάδεσμο θα δει την αγάπη και τον σεβασμό που έχει ο συγγραφέας προς το γυναικείο φύλο, σεβασμό που τεχνηέντως φέρνει σε αντιδιαστολή με ένα κακό ανδρικό πρότυπο για να δώσει περισσότερη έμφαση και να δικαιώσει τη γυναίκα μέσα από αυτή τη μισητή ανδρική εικόνα που πολλές έχουν συναντήσει/ζήσει.

Ο κατάδεσμος
Θωμάς Κοροβίνης
Άγρα
90 σελ.
ISBN 978-960-505-222-5
Τιμή: €9,50

001 patakis eshop

 

Εμφανίσεις: 426

Ισίδωρος Ζουργός: «Λίγες και μία νύχτες» του Μάνου Κοντολέων

Ισίδωρος Ζουργός: «Λίγες και μία νύχτες» του Μάνου Κοντολέων


Θεωρώ τον Ισίδωρο Ζουργό ως έναν από τους πλέον σημαντικούς συγγραφείς ανάμεσα σε όσους εκδίδουν τα πρώτα τους έργα προς το τέλος του 20ού αιώνα.

Το πρώτο μυθιστόρημα του Ζουργού βλέπει το φως της δημοσιότητας το 1995 και το τελευταίο του –το Λίγες και μία νύχτες– φτάνει στα χέρια των αναγνωστών του πριν από έναν περίπου μήνα. Είναι το όγδοό του έργο.

 

Εμφανίσεις: 2526

Περισσότερα...

Πέρσα Κουμούτση: «Αλεξανδρινές φωνές στην οδό Λέψιους» κριτική του Φίλιππου Φιλίππου

Πέρσα Κουμούτση: «Αλεξανδρινές φωνές στην οδό Λέψιους» κριτική του Φίλιππου Φιλίππου


H ακάματη Πέρσα Κουμούτση, συγγραφέας και μεταφράστρια από τα αραβικά και τα αγγλικά, με σπουδές στη Φιλοσοφική Σχολή του Αιγυπτιακού Πανεπιστημίου του Καΐρου, ύστερα από την ανθολογία της σύγχρονης αραβικής ποίησης που εκδόθηκε πρόσφατα, μας παρουσιάζει το καινούριο της μυθιστόρημα, το Αλεξανδρινές φωνές στην οδό Λέψιους. Πρόκειται για την αφήγηση μερικών ιστοριών που διαδραματίζονται στην οδό Λέψιους της Αλεξάνδρειας, τον δρόμο όπου έμενε ο Κωνσταντίνος Καβάφης, στα χρόνια του Μεσοπολέμου (1930-1933). Οι ήρωες και οι ηρωίδες αυτών των ιστοριών, Έλληνες και Ελληνίδες οι περισσότεροι –οι άλλοι είναι ελάχιστοι–, εργάζονται, συζητούν, ερωτεύονται, παντρεύονται, γεννούν παιδιά και πεθαίνουν σε μια γειτονιά, όπου τα μυστικά και τα πάθη καθορίζουν τη ζωή τους.

Η αφήγηση αρχίζει με τον Καβάφη και τελειώνει με αυτόν, άρα η παρουσία του σφραγίζει ολόκληρο το μυθιστόρημα, μολονότι υπάρχουν κι άλλοι σημαντικοί ήρωες για τους οποίους μαθαίνουμε πολλά πράγματα, κυρίως ερωτικά. Στο πρώτο κεφάλαιο με τον τίτλο «Κωνσταντίνος Καβάφης» βλέπουμε τον ποιητή να επισκέπτεται τον γιατρό Χριστόφορο Παπαστεφάνου, ο οποίος με δισταγμό τού ανακοινώνει πως οι εξετάσεις που έκανε δείχνουν κάτι πολύ σοβαρό στην υγεία του. Ο γιατρός δεν συμπαθούσε τον ποιητή ούτε τον εκτιμούσε ιδιαίτερα, εξαιτίας των όσων διαδίδονταν για τον έκλυτο βίο του, τις ιδιοτροπίες του, τον προκλητικό του χαρακτήρα, μα και για το ποιητικό ταλέντο με το οποίο ήταν προικισμένος. Επίσης, βλέπουμε τον Καβάφη να διαπνέεται από το αίσθημα της ζήλιας για τον παλιό του φίλο, τον Άγγλο συγγραφέα E. M. Φόστερ, επειδή τον πληροφόρησε ότι μόλις είχε ολοκληρώσει το ιστορικό και ταξιδιωτικό του βιβλίο Αλεξάνδρεια.

Η Πέρσα Κουμούτση τον έχει εισαγάγει όχι μόνο στον περίκλειστο κόσμο των Ελλήνων της Αλεξάνδρειας, έναν κόσμο που αποτελείται από πλούσιους και φτωχούς, εργατικούς και φιλόδοξους, εγωιστές και φιλήδονους, ανθρώπους με αδυναμίες και πάθη. Του μιλάει πρωτίστως για το μεγάλο πάθος τους, τον έρωτα.

Στο δεύτερο κεφάλαιο, το «Χριστόφορος Παπαστεφάνου», μαθαίνουμε αρκετά για την προσωπική ζωή του γιατρού, ο οποίος ήταν στη νεότητά του δεμένος αισθηματικά με μια κοπέλα, την Αγγελική, που τον λάτρευε, αλλά την εγκατέλειψε άσπλαχνα για ανεξακρίβωτους λόγους, με το πρόσχημα πως δεν μπορούσε τις εξαρτήσεις κι έπρεπε να σκεφτεί το μέλλον του. Εκείνος παντρεύτηκε άλλη γυναίκα –εκείνη πήρε άλλον άντρα–, ωστόσο δεν έζησε ευτυχισμένος στον γάμο του, μολονότι η σύζυγός του ήταν όμορφη και νεότερή του, αφού πάντοτε υπήρχε μέσα του η εικόνα της Αγγελικής και η ερωτική αίσθηση που τον είχε κάνει να νιώσει.

Ήδη ο αναγνώστης, αρχίζοντας το τρίτο κεφάλαιο του βιβλίου, το «Φίλιππος Αναστασιάδης», έχει αντιληφθεί πως η Πέρσα Κουμούτση τον έχει εισαγάγει όχι μόνο στον περίκλειστο κόσμο των Ελλήνων της Αλεξάνδρειας, έναν κόσμο που αποτελείται από πλούσιους και φτωχούς, εργατικούς και φιλόδοξους, εγωιστές και φιλήδονους, ανθρώπους με αδυναμίες και πάθη. Του μιλάει πρωτίστως για το μεγάλο πάθος τους, τον έρωτα, την ανάγκη ν’ αγαπήσουν και ν’ αγαπηθούν, και την προσπάθειά τους για την εκπλήρωση των σαρκικών τους αναγκών, και το μεγάλο τους λάθος να δεθούν διά βίου με άλλον άνθρωπο και να πληρώσουν τις συνέπειες της πράξης τους – ο Αναστασιάδης είναι δικηγόρος και σ’ αυτόν προστρέχει μια νεαρή κοπέλα που θέλει να της βγάλει διαζύγιο και να την απελευθερώσει από τα δεσμά του γάμου.
Πέρσα Κουμούτση: «Αλεξανδρινές φωνές στην οδό Λέψιους» κριτική του Φίλιππου Φιλίππου

Στα επόμενα κεφάλαια συναντάμε τους συγγενείς του γιατρού και τους γείτονές του της ελληνικής παροικίας που ανήκουν σε διαφορετικά κοινωνικά στρώματα. Ερωτευμένοι νέοι εξαφανίζονται από τη ζωή της αγαπημένης τους, παντρεμένοι με παιδιά μπλέκουν με νεαρές αμφιβόλου ηθικής, κοπέλες με φυσικά προσόντα για να ξεφύγουν από τη φτώχεια εμπορεύονται τα κάλλη τους, γυναίκες που χάνουν παιδιά σε αποβολές στερούν από τον άντρα τους το σεξ, άλλες που νιώθουν υγιείς και διέπονται από ερωτική λαχτάρα πέφτουν στην ανία του γάμου, παρθένες που αναζητούν τα αντρικά χέρια στο κορμί τους και πέφτουν στα νύχια βιαστών, ώριμες κυρίες που παίζουν το παιγνίδι της αποπλάνησης με νέους άντρες. Κι όλα αυτά σε μια πόλη, όπου οι άνθρωποι διαδηλώνουν κατά της διαφθοράς, της κυβέρνησης και του βασιλιά της Αιγύπτου.

Ασφαλώς, σε τούτο το γοητευτικό μυθιστόρημα πρωταγωνιστεί η Αλεξάνδρεια με τα χρώματα και τις μυρωδιές της, μια πόλη θρυλική, γεμάτη ιστορικά γεγονότα και πρόσωπα, ένας τόπος μαγικός, σαγηνευτικός, και βέβαια όχι επειδή εκεί έζησε και πέθανε ο μεγάλος ποιητής της «Ιθάκης», των «Τειχών» και των «Θερμοπυλών». Η Πέρσα Κουμούτση περιγράφει με ενάργεια τη συγκεκριμένη πόλη στο τέλος μιας εμβληματικής εποχής, «μιας εποχής λάμψης αλλά και φθοράς του μεσοπολεμικού αιγυπτιώτικου ελληνισμού», όπως γράφει. Όσο για τους ήρωές της, τους αντιμετωπίζει με συμπάθεια και επιείκεια: όσα έκαναν, καλώς τα έκαναν. Μάλιστα, βάζει στο μυαλό του κουρασμένου μα χορτασμένου Καβάφη την εξής σκέψη: «Δεν μπορούμε να ξεφύγουμε από τον εαυτό μας, από τη φύση μας την ίδια».

 

Αλεξανδρινές φωνές στην οδό Λέψιους
Πέρσα Κουμούτση
Μεταίχμιο
264 σελ.
ISBN 978-618-03-0957-7
Τιμή: €14,40

001 patakis eshop

 

Εμφανίσεις: 943

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Email:
Θέμα:
Μήνυμα:

ΠΤΟΛΕΜΑΙΩΝ 4 (ΠΛΑΤΕΙΑ ΠΡΟΣΚΟΠΩΝ)
11635 ΑΘΗΝΑ, ΤΗΛ.-FAX: 210-7212307
info@diastixo.gr

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

*  Το email σας:

ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΔΙΚΤΥΑ

facebook icontwitter icongoogle plus iconpinterest iconyoutube iconrss icon

Με την υποστήριξη του diastixo.gr - Designed by: artspr