«Η ελληνομάθεια του Ronsard και της “Πλειάδας” του» του Φάνη Κωστόπουλου

«Η ελληνομάθεια του Ronsard και της “Πλειάδας” του» του Φάνη Κωστόπουλου

«Μάλλον Έλληνας καλείσθαι τους της παιδείας της ημετέρας ή τους της κοινής φύσεως μετέχοντας»
Ισοκράτης

Οι ιταλικοί πόλεμοι που έκαναν οι Γάλλοι βασιλιάδες (Κάρολος Η΄, Λουδοβίκος ΙΒ΄, Φραγκίσκος Α΄) δεν ήταν πέρα για πέρα επιζήμιοι για τη Γαλλία. Και δεν ήταν γιατί οι πόλεμοι αυτοί έφεραν τους Γάλλους σε άμεση επαφή με την ιταλική Αναγέννηση και τους έκαναν να δημιουργήσουν τη δική τους. Πράγματι, τα μαρμάρινα παλάτια, οι μεγαλόπρεπες εκκλησίες, τα αριστουργήματα της σμίλης και του χρωστήρα, όλα μαζί μάγεψαν στην κυριολεξία τους Γάλλους και τους δίδαξαν πολλά. Ο Κάρολος ο Η΄, μόλις μπήκε θριαμβευτής στη Νάπολη, έγραψε στον αδελφό του πως νόμιζε ότι βρισκόταν σε επίγειο παράδεισο∙ και όσον αφορά τον Φραγκίσκο Α΄, που συνήθιζε κάτω από τα διατάγματά του να βάζει τη φράση «διότι τέτοια είναι η ευχαρίστησή μου», τέτοια πράγματι ήταν η ευχαρίστησή του από τον καλλιτεχνικό πλούτο αυτής της χώρας, ώστε κάλεσε στη Γαλλία μερικούς από τους πιο φημισμένους ζωγράφους της Ιταλίας για να στολίσουν με την αθάνατη τέχνη τους τα παλάτια του. Είναι η εποχή που άρχισαν να χτίζονται το Λούβρο, το Φονταινεμπλό και πολλά από τα περίφημα chateaux, που γαντζωμένα στις πράσινες όχθες του Λίγηρα καθρεφτίζουν ακόμη και σήμερα την αγέραστη ομορφιά τους στ’ ασημένια νερά του ποταμού.

Και σ’ όλα τούτα που συμβαίνουν εκείνη την εποχή και αλλάζουν πέρα για πέρα τους Γάλλους και τη Γαλλία πρέπει να προσθέσουμε και μια στροφή των πνευματικών ανθρώπων προς τις αρχαίες λογοτεχνίες – τη λατινική και την ελληνική. Θ’ αρχίσουν να μαθαίνουν τη λατινική και την ελληνική γλώσσα, για να μελετήσουν με νέο πνεύμα τις λογοτεχνίες αυτές, που η ομορφιά τους είναι τόσο μεγάλη, ώστε τα αριστουργήματα που τις πλουτίζουν θα γίνουν πρότυπα προς μίμηση. Εκείνο όμως που αξίζει κανείς να προσέξει και να τονίσει είναι πως στον αιώνα αυτό της βασιλείας του Φραγκίσκου Α΄, που καλύπτει την περίοδο της γαλλικής Αναγέννησης, δεν έχουμε μόνο μεγάλους ουμανιστές, αλλά και μεγάλους ποιητές. Ο Κλεμάν Μαρό και ο Μελέν ντε Σαιν-Ζελαί, για παράδειγμα, που λάμπρυναν και οι δυο με το πνεύμα τους την αυλή του Φραγκίσκου Α΄, είχαν επηρεαστεί από την ιταλική ποίηση και θεωρείται βέβαιο ότι με τη δική τους ποίηση πέρασε ο «πετραρχισμός» στη Γαλλία. Ιδιαίτερα όμως για την ποίηση του Μαρό πρέπει να πούμε ότι άσκησε στους Γάλλους ποιητές τέτοια επίδραση, ώστε δημιουργήθηκε γύρω απ’ αυτόν τον ποιητή μια ποιητική σχολή – η Σχολή των «μαροτινών ποιητών».

Στη Λυών, την ωραία, παραποτάμια πόλη του μεσαιωνικού Λουγδούνου, σημειώνεται εκείνη την εποχή, πλάι στην εμπορική της πρόοδο, μια μεγάλη πνευματική κίνηση, που θα έχει σαν αποτέλεσμα τη δημιουργία μιας νέας ποιητικής σχολής, της Σχολής της Λυών, από την οποία θα ξεπηδήσουν δυο μεγάλες ποιητικές μορφές, ο Μορίς Σεβ και η Λουίζα Λαμπέ. Ο Μορίς Σεβ, τελείως αντίθετα από τον Μαρό και τον Σαιν-Ζελαί που θεωρούσαν την ποίηση παιχνίδι λέξεων, ήχων και καλοντυμένων σκέψεων, μπήκε σε κείνη τη σφαίρα της ποίησης που βρίσκεται πέρα από κάθε συμβατικότητα, και θεωρείται σήμερα από πολλούς ως ο πιο μακρινός πρόδρομος των Γάλλων συμβολιστών. Η Λουίζα Λαμπέ, από την άλλη πλευρά, είναι όχι μόνο το δεύτερο μεγάλο ποιητικό όνομα της Σχολής της Λυών, αλλά και η γυναίκα που έγραψε τα πιο φλογερά ποιήματα μέσα στη γαλλική ποίηση. Σε τούτο, βέβαια, συνέβαλε πολύ και το φλογερό ερωτικό της ταμπεραμέντο, ένα ταμπεραμέντο όμως που της έφερε και μεγάλες πίκρες. Πράγματι, η σεμνότυφη κοινωνία της Λυών δεν είδε ποτέ με καλό μάτι όχι μόνο τις ερωτικές της δραστηριότητες, αλλά και τους θαυμάσιους ερωτικούς της στίχους. Και το πόσο αυτή η εχθρική, κοινωνική στάση βασάνισε ψυχικά την ωραία αυτή Λυωνέζα φαίνεται καθαρά στους λίγους στίχους με τους οποίους αρχίζει η τρίτη της ελεγεία. Τους παραθέτω εδώ σε πρόχειρη δική μου μετάφραση.

Όταν, κυρίες της Λυών, θα διαβάζετε
Τα δικά μου γραφτά, τα γεμάτα μαλώματα,
Όταν τις λύπες μου, τις στενοχώριες,
Τους αποχωρισμούς και τα δάκρυα
Θα μ’ ακούτε να τραγουδώ σε πονεμένους στίχους,
Μη θελήσετε να καταδικάσετε την απλότητά μου
Και τη νεανική πλάνη της τρελής μου νιότης,
Αν πράγματι αυτό είναι πλάνη…

Τέτοια περίπου ήταν η ποιητική κίνηση όταν ο Ρονσάρ και οι φίλοι του ίδρυσαν στο Κολέγιο ντε Κοκερέ την «Πλειάδα», την πιο αξιόλογη ποιητική σχολή των γαλλικών γραμμάτων στον 16ο αιώνα. Η «Πλειάδα» ιδρύθηκε λίγα χρόνια μετά τον θάνατο του Κλεμάν Μαρό (πέθανε το 1544) και ήταν μια λογοτεχνική συντροφιά στο Κολέγιο ντε Κοκερέ που τους χαρακτήριζε κοινό ενδιαφέρον για τα σύγχρονα πνευματικά ρεύματα, αλλά και βαθιά γνώση της λατινικής και ελληνικής λογοτεχνίας. Ο Ρονσάρ –που ήταν το πιο λαμπρό αστέρι της «Πλειάδας»– είχε μάθει τόσο καλά τα αρχαία ελληνικά, ώστε μετάφρασε, σε νεαρή μάλιστα ηλικία, τον Πλούτο του Αριστοφάνη. Αργότερα θ’ αναγνωριστεί τόσο η ελληνομάθειά του, ώστε θα θεωρηθεί απαραίτητη η συμμετοχή του στις εξεταστικές επιτροπές που έκριναν τους υποψήφιους για την καθηγητική έδρα των ελληνικών στο Κολέγιο της Γαλλίας. Αξίζει τον κόπο να θυμηθούμε το περιστατικό εκείνο που δείχνει με αναμφισβήτητο τρόπο την αγάπη που έτρεφε ο Ρονσάρ για την ελληνική λογοτεχνία. Ο Ζακ Ντορά –δάσκαλος του Ρονσάρ και των φίλων του, συνάμα όμως και μέλος της «Πλειάδας»– διάβασε κάποτε στον Ρονσάρ και στα άλλα μέλη την τραγωδία του Αισχύλου Προμηθέας δεσμώτης στο πρωτότυπο. Μόλις τέλειωσε η ανάγνωση, η συγκίνηση του Ρονσάρ ήταν τόσο μεγάλη ώστε φώναξε κάπως οργισμένα: «Πώς μπορέσατε να μας αφήσετε ν’ αγνοούμε τόσον καιρό τέτοιες ομορφιές!».

Ήταν πολύ φυσικό η ελληνομάθεια του Ρονσάρ να επιδράσει και στην ποίησή του. Τα περισσότερα ποιήματα που έγραψε είναι ωδές που σε κάποια στοιχεία της ποιητικής τους μορφής είναι φανερό ότι ο Γάλλος ποιητής προσπαθεί να μιμηθεί τον Πίνδαρο. Η ιστορία και η μυθολογία της αρχαίας Ελλάδας, από την άλλη πλευρά, θα επηρεάσουν πολύ τη θεματογραφία της ποίησής του, ενώ η αγάπη του για τον Όμηρο είναι τόσο μεγάλη, ώστε θα θελήσει κι αυτός να γίνει επικός ποιητής και να χαρίσει στην πατρίδα του ό,τι χάρισε ο Όμηρος στους Έλληνες με την Ιλιάδα του. Για τον σκοπό αυτό άρχισε να γράφει ένα μεγάλο επικό ποίημα, τη Franciade, την οποία όμως δεν τέλειωσε ποτέ. Και δεν την τέλειωσε ποτέ γιατί ο Ρονσάρ, όπως και ο δικός μας ο Σολωμός, δεν ήταν επικός ποιητής, αλλά λυρικός. Αγαπάει όμως τον Όμηρο τόσο πολύ, ώστε ακόμη και στην ερωτική ποίηση, όπου η γαλλική γλώσσα βρίσκει έναν μεγάλο υμνητή του έρωτα και της γυναίκας, καταφέρνει, με έναν τελείως προσωπικό τρόπο, να συσχετίσει τον έρωτα που είναι ένα θέμα ειρηνικό με την Ιλιάδα που έχει θέμα πολεμικό. Το σονέτο, που παραθέτω εδώ σε δική μου απόδοση, δείχνει καθαρά αυτό τον συσχετισμό και ακόμη τη σιγουριά που είχε ο Ρονσάρ για την αθανασία της ποίησής του.

Για σέν’, ανθέ της Αρετής, χιλιάδες δάκρυα στάξουν
Τα μάτια μου μερόνυχτα χωρίς σταματημό.
Τη μοίρα σου συνταίριαξε με τούτο τον Γραικό,
Της Θέτιδας τ’ ομορφογιό, π΄ανθό των όπλων κράζουν.

Ο ουρανός τις μέρες του πνίγει στα δειλινά του
Και κείνου άγουρη η ζωή φεύγει σαν να πετάει,
Μα τ’ όνομά του που ’λαμψε σε κάθε στόμα πάει
Δρολάπι αστραποφώτιστο κι ενάντια του θανάτου.

Κι ως είχε αυτός στον άθλο του εξαίρετο υμνητή,
Όμοια και γω τις χάρες σου τιμώ σε κάθε ποίημα,
Που θ’ ακλουθεί τη φήμη σου ενάντια στο μνήμα.

Κι οι σύγχρονές σου δέσποινες δε σου φθονούν τα κάλλη,
Μ’ από τις Μούσες τ’ όνομα που χιλιοετραγουδήθη
Κι αν δε σ’ αγάπαγα εγώ, θα το ’σβηνε η λήθη.

Η τωρινή λοιπόν διαπίστωση, ότι τα θαυμάσια εκείνα πνεύματα της γαλλικής Αναγέννησης μπορούσαν και χαιρόντουσαν την πλούσια πνευματική κληρονομιά των αρχαίων προγόνων μας στο πρωτότυπο, κάνει πολλούς από εμάς να ντρεπόμαστε όχι μόνο γιατί είμαστε Έλληνες και δειχνόμαστε ανίκανοι, με έναν τόσο προχωρημένο πολιτισμό, να διαβάσουμε τους αρχαίους μας κλασικούς στο πρωτότυπο, αλλά και γιατί σήμερα φτάσαμε στο σημείο να προσπαθούμε να βγάλουμε τ’ αρχαία ελληνικά τελείως από την εκπαίδευση, μειώνοντας τις ώρες διδασκαλίας τους και εξοβελίζοντας κορυφαίο κείμενο της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας, με παγκόσμια βαρύτητα, τον Επιτάφιο του Περικλή. Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά σκεπτόμαστε ακόμη ν΄αφαιρέσουμε, ασύστολα κι αμετανόητα, και τη διδασκαλία της Αντιγόνης του Σοφοκλή από τη Β΄ Λυκείου, για να ολοκληρώνουμε στο μέλλον τις εγκύκλιες σπουδές μας τελείως άμοιροι κλασικής παιδείας. Και όλα αυτά λες και δεν ξέρουμε αυτό που είπε στα Άνθη του ο Μποντλαίρ, ότι όλη η πνευματική Ευρώπη,«μυθιστόρημα, μύθος, επιστήμη, τα πάντα, με στάχτη λατινική και σκόνη ελληνική αναμειγνύονταν» («roman, science, fabliau, tout, la cendre latine et la poussière grecque, se mêlaient»). Και επειδή από την εποχή του Κάλβου θαυμάζουμε, αδιαλείπτως, τα μεγάλα πνευματικά και πολιτιστικά κέντρα της Ευρώπης,

Χαίρε Αυσονία, χαίρε
και συ Αλβιών, χαιρέτωσαν
τα ένδοξα Παρίσια,

θα κλείσω αυτό το σημείωμα υπενθυμίζοντας έναν από τους πιο σημαντικούς ποιητές της «Πλειάδας», τον Ιωακείμ du Bellay, που λέει σε έναν στίχο του, με αφοπλιστική ειλικρίνεια και θαυμασμό, σε όλους εμάς που σήμερα θαυμάζουμε την «Πόλη του Φωτός» για τα γράμματα και τον πολιτισμό της αυτά τα λόγια που είναι μεγάλη τιμή για τη χώρα μας:

Το Παρίσι, στη σοφία, είναι μια γόνιμη Ελλάδα.
(Paris est en sçavoir une Grèce feconde.)
«Les Regrets (xxx viii)»

«Η ελληνομάθεια του Ronsard και της “Πλειάδας” του» του Φάνη Κωστόπουλου

 

«Ο Τσέχοφ υπερασπίζεται τον Ζολά» της Ελένης Κατσιώλη

«Ο Τσέχοφ υπερασπίζεται τον Ζολά» της Ελένης Κατσιώλη

Παρουσιάζουμε ένα γράμμα από την πολύ σημαντική αλληλογραφία του Τσέχοφ με τον φίλο του Σουβόριν, εκδότη της εφημερίδας Νόβαγια Βρέμια. Η επιστολή είναι γραμμένη στις 6 Φεβρουαρίου 1898, εποχή κατά την οποία ο Τσέχοφ λόγω επισφαλούς υγείας ζει στη Νίκαια, απ’ όπου παρακολουθεί τις εξελίξεις τις σχετικές με την υπόθεση Ντρέιφους, που θα μείνει στην ιστορία ως μελανό σημάδι της δικαιοσύνης.

Το 1894 ο Γάλλος λοχαγός Ντρέιφους, με εβραϊκές ρίζες, κατηγορείται για κατασκοπεία, καθαιρείται από τον γαλλικό στρατό, καταδικάζεται σε ισόβια και στέλνεται στο Νησί του Διαβόλου, στην αποικία καταδίκων της Γαλλικής Γουινέας, για να εκτίσει την ποινή του. Ενώ βρίσκεται εκεί, στη βουλή αρχίζει ένας αγώνας για τη σωτηρία του. Αποδεικνύεται ότι κύκλοι συντηρητικών, μοναρχικών, κληρικών και ανώτερων αξιωματικών χρησιμοποιούν την υπόθεση αυτή για αντιεβραϊκή προπαγάνδα. Και, ω του θαύματος, στις 13 Ιανουαρίου 1898 στη γαλλική εφημερίδα Aurore, του τότε αριστερού δημοσιογράφου Ζορζ Κλεμανσό, δημοσιεύεται η ανοιχτή επιστολή του διάσημου Εμίλ Ζολά με τίτλο «Κατηγορώ!». Στην επιστολή ο Ζολά κατηγορεί τον στρατό για συγκάλυψη, για λανθασμένη καταδίκη και για αθώωση του Εστερχάζι [1] με εντολή του υπουργείου Άμυνας.

Στις 3 Ιανουαρίου 1898 η ρωσική εφημερίδα Νόβαγιε Βρέμια είχε εκφράσει την ανησυχία ότι το εβραϊκό συνδικάτο δεν σταματάει μπροστά σε τίποτε και εξαγοράζει τους πάντες... και εννοεί τον Ζολά. Ο Τσέχοφ έλαβε στη Νίκαια αυτό το φύλλο της εφημερίδας, που έγινε η αιτία για την επιστολή που ακολουθεί.

Παρ’ όλ’ αυτά, η εφημερίδα Νόβαγιε Βρέμια συνέχισε να κατηγορεί τον Ζολά και στις 13 Μαρτίου γράφει: «Στο εσωτερικό της χώρας, η μετριοπαθής δημοκρατική κυβέρνηση κατάφερε να εξασφαλίσει ηρεμία και δικαιοσύνη στην πολιτική ζωή, αντιμετωπίζοντας ακόμη και την απρόσμενα ξεσηκωμένη τρομερή προπαγάνδα από εχθρούς για την υπόθεση Ντρέιφους, στην οποία οι Εβραίοι καπιταλιστές βρήκαν υποστήριξη στους ακραίους ριζοσπάστες και στους σοσιαλιστές, που φαντάστηκαν ότι τους παρουσιάστηκε η ευκαιρία για να ανατρέψουν το υπουργείο, στο οποίο απευθύνουν μέχρι και σήμερα θριαμβευτικά τις επιθέσεις τους που όμως αποκρούονται. Στην υπόθεση Ντρέιφους, ο πρωθυπουργός ρίσκαρε πάρα πολλά, γιατί στο ίδιο του το κόμμα υπήρχαν αρκετοί μετριοπαθείς Ρεπουμπλικάνοι που είτε είχαν εξάρτηση από Εβραίους χρηματιστές, είτε είχαν ενοχλήσεις από τους υπερασπιστές του Ντρέιφους και τους υποστηρικτές του κυρίου Εμίλ Ζολά».

Στις 23 Μαρτίου 1898 ο δημοσιογράφος αναφέρει: «Το δικαστήριο υπερασπίστηκε την τιμή του γαλλικού στρατού αλλά εισέπραξε μια τεράστια δυσφήμηση. Αυτό το δικαστήριο σταμάτησε τη θρασεία εβραϊκή προπαγάνδα και εξάρθρωσε το κακεντρεχές σχέδιο ενός συνδικάτου πολλών εκατομμυρίων. Κανένας από τους αντιπάλους του Ζολά δεν δημοσίευσε για να επισημάνει την ψευδή προπαγάνδα του, είτε επειδή δεν ήθελε είτε επειδή δεν μπορούσε, έτσι ώστε ο διάσημος συγγραφέας να εξοικειωθεί με το κελί στη φυλακή της Αγίας Πελαγίας για την αδιακρισία του, την υπέρμετρη φιλοδοξία και τις αυταπάτες».

Ακολουθεί η επιστολή-απάντηση του Τσέχοφ στον Σουβόριν για το άρθρο της 3 Ιανουαρίου 1898, στον γνωστό ευγενικό, λεπτό και ήπιο τόνο του, που όμως υπερασπίζεται με σθένος την αδικία εις βάρος του Ζολά.

«6 Φεβρουαρίου, Νίκαια,

Πρόσφατα διάβασα στην πρώτη σελίδα της Νόβαγε Βρέμια την εντυπωσιακή ανακοίνωση για την έκδοση του Κοσμόπολις με το διήγημά μου “Σε επίσκεψη”. Καταρχήν, ο τίτλος του δεν είναι “Σε επίσκεψη” αλλά “Σε φίλους”. Δεύτερον, ένα τέτοιο σχόλιο με ενοχλεί επειδή, προφανώς, το διήγημα αυτό δεν είναι τόσο εντυπωσιακό, είναι ένα από αυτά που γράφονται εύκολα μέσα σε μια ημέρα.

Γράφετε ότι σας εξόργισε ο Ζολά [2], αλλά όλοι εδώ έχουμε το συναίσθημα σαν να γεννήθηκε ένας νέος, καλύτερος Ζολά. Με αυτή τη διαδικασία, σαν να καθαρίστηκε με νέφτι από τους εξωτερικούς λιπαρούς λεκέδες και τώρα φάνηκε μπροστά στους Γάλλους με την πραγματική του λάμψη, με καθαρότητα και ηθικό ανάστημα που δεν υποψιαζόμασταν. Παρακολουθείτε ένα σκάνδαλο από την έναρξή του. Η καθαίρεση του Ντρέιφους, δίκαια ή άδικα, προξένησε σε όλους (σε αυτούς, αν θυμάμαι, ήσασταν κι εσείς) μια θλιβερή εντύπωση. Αξιοσημείωτο είναι ότι τη στιγμή της καθαίρεσης, ο Ντρέιφους συμπεριφέρθηκε σαν ένας αξιοπρεπής, καλά πειθαρχημένος αξιωματικός, ενώ οι εκεί παριστάμενοι, για παράδειγμα οι δημοσιογράφοι, φώναζαν: “Βούλωσ’ το Ιούδα!”, δηλαδή συμπεριφέρονταν ηλίθια και αναξιοπρεπώς. Όλοι όσοι επέστρεφαν από την καθαίρεση ήταν ανικανοποίητοι και μπερδεμένοι. Ιδιαίτερα δυσαρεστημένος ήταν ο δικηγόρος υπεράσπισης του Ντρέιφους, ο Ντεμάνζ [3], ένας έντιμος άνθρωπος, ο οποίος ακόμα και την ώρα της ακροαματικής διαδικασίας αισθανόταν ότι στα παρασκήνια εξυφαινόταν κάτι άσχημο, και στη συνέχεια οι ειδικοί γραφολόγοι, για να πείσουν τον εαυτό τους ότι δεν έκαναν λάθος, μιλούσαν μόνο για τον Ντρέιφους, και τριγύριζαν πέρα δώθε στο Παρίσι λέγοντας ότι ήταν ένοχος… Ο ένας από αυτούς τους ειδικούς, ο συντάκτης αυτού του τερατωδώς γελοίου σχεδίου, αποδείχτηκε ότι ήταν τρελός, ενώ οι άλλοι δύο ήταν ανόητοι. Θέλοντας και μη, αναγκάστηκαν να καταθέσουν σχετικά με το Γραφείο Πληροφοριών του Υπουργείου Αμύνης, για αυτό το στρατιωτικό συμβούλιο που ασχολιόταν με τη σύλληψη κατασκόπων, και με ανάγνωση ξένων επιστολών, και αναγκάστηκαν να πουν ότι ο αρχηγός του γραφείου Ζάντχερ [4] έπασχε από μια προοδευτική παράλυση, ο Πάτι ντε Κλαμ [5] αποδείχτηκε κάπως σαν τον Βερολινέζο Φον Τάους [6], ενώ ο Πικάρ [7] έφυγε αναπάντεχα, μυστικά και σκανδαλωδώς. Λες και έγινε επίτηδες, αποκαλύφθηκε μια ολόκληρη σειρά από χονδροειδή δικαστικά λάθη. Επαληθεύτηκε σιγά σιγά ότι στην πραγματικότητα η καταδίκη του Ντρέιφους βασίστηκε σε ένα μυστικό έγγραφο, το οποίο ούτε στον εναγόμενο επιδείχθηκε ούτε και στον συνήγορό του, και οι άνθρωποι της αστυνομίας είδαν σε αυτό μια βαθιά παραβίαση του δικαίου. Αυτή η επιστολή, είτε ήταν από τον Γουλιέλμο [8] είτε από τον ίδιο τον Θεό, θα έπρεπε να τη δείξουν στον Ντεμάνζ. Ο καθένας άρχισε να κάνει εικασίες για το περιεχόμενο της επιστολής. Άρχισαν φήμες. Ο Ντρέιφους είναι αξιωματικός, ανησυχούσαν οι στρατιωτικοί∙ ο Ντρέιφους είναι Εβραίος, ανησυχούσαν οι Εβραίοι... Άρχισαν να μιλάνε για τον μιλιταρισμό, για τον ιουδαϊσμό. Και άνθρωποι τόσο βαθιά ανυπόληπτοι, σαν τον Ντριμόν [9], σήκωσαν κεφάλι. Φτιάχτηκε σιγά σιγά η σούπα με το υλικό του αντισημιτισμού, από την οποία ερχόταν μυρουδιά σφαγείου. Όταν δεν συμφωνούμε με κάτι, τότε ψάχνουμε αιτίες έξω από εμάς και σύντομα τις βρίσκουμε: "Είναι ο Γάλλος που φταίει [10], είναι οι Εβραίοι, είναι ο Γουλιέλμος...". Το κεφάλαιο, ο μπαμπούλας, οι μασόνοι, τα συνδικάτα, οι Ιησουίτες – αυτά είναι φαντάσματα, αλλά πόσο διευκολύνουν την ανησυχία μας! Και, φυσικά, είναι κακά σημάδια. Αφού οι Γάλλοι μιλούσαν για ιούδες και συνδικάτα, αυτό σημαίνει ότι αισθάνονταν άσχημα, ότι τους έχει μπει το σκουλήκι, έτσι που να χρειάζονται αυτά τα φαντάσματα για να ηρεμήσουν την ταραγμένη συνείδησή τους. Μετά, αυτός ο Εστερχάζι, ο μονομάχος αλά Τουργκένιεφ, ο ξεδιάντροπος, ύποπτος από καιρό, άνθρωπος ανυπόληπτος στους φίλους, που ο γραφικός του χαρακτήρας είχε εντυπωσιακή ομοιότητα με του εγγράφου Μπορντερό, του γράμματος αυτού του ξεδιάντροπου, άρχισε τις απειλές, τις οποίες για κάποιο λόγο δεν πραγματοποίησε, και, εντέλει, το Δικαστήριο έβγαλε απολύτως μυστικά ότι το παράξενο έγγραφο Μπορντερό [11] έχει μεν τον γραφικό χαρακτήρα του Εστερχάζι, αλλά δεν έχει γραφτεί από το χέρι του... Και το εκρηκτικό υλικό συσσωρεύτηκε, άρχισε να υπάρχει μια μεγάλη ένταση, μια καταθλιπτική πνιγηρότητα. Η μάχη στη βουλή ήταν ένα γεγονός εντελώς εκνευριστικό, ακριβώς μια υστερική συνέπεια αυτής της έντασης [12]. Η επιστολή του Ζολά καθώς και η πορεία της δίκης είναι γεγονότα που ανήκουν στην ίδια κατηγορία. Τι τα θέλετε; Πρώτοι έπρεπε να χτυπήσουν τον κώδωνα του κινδύνου οι σημαντικότεροι άνθρωποι του έθνους, όπως και έγινε. Πρώτος μίλησε ο Scherer-Kestner [13], για τον οποίο όσοι Γάλλοι τον γνωρίζουν (κατά τα λεγόμενα του Κοβαλέφσκι) λένε ότι είναι καθαρός “σαν τη λεπίδα του ξίφους του”. Δεύτερος μίλησε ο Ζολά. Και να που τώρα τον κατακρίνουν.

Ναι, ο Ζολά δεν είναι Βολταίρος, ούτε και όλοι εμείς είμαστε Βολταίροι, όμως υπάρχει τέτοια συσσώρευση συμπτώσεων στη ζωή, που η μομφή ότι δεν είμαστε Βολταίροι είναι η λιγότερο κατάλληλη [14]. Θυμηθείτε τον Κορολένκο, ο οποίος υπερασπίστηκε τους ανιμιστές του Μουλτανόφσκι και τους έσωσε από τα κάτεργα [15]. Και ο δρ Χάας [16] δεν είναι Βολταίρος, παρ’ όλ’ αυτά η θαυμάσια ζωή του κύλησε και τελείωσε με μεγάλη επιτυχία.

Γνωρίζω την υπόθεση από τη στενογραφημένη έκθεση και δεν είναι καθόλου έτσι όπως τα λένε οι εφημερίδες, για μένα ο Ζολά είναι καθαρός. Το κύριο είναι πως είναι ειλικρινής, δηλαδή διαμορφώνει την άποψή του μόνο με ό,τι βλέπει και όχι με φαντάσματα, όπως άλλοι. Και οι ειλικρινείς άνθρωποι μπορούν να κάνουν λάθη, δεν υπάρχει καμία αμφιβολία, αλλά αυτά τα λάθη κάνουν λιγότερο κακό απ’ ό,τι η υποκριτική περίσκεψη, η προκατάληψη ή οι πολιτικές σκοπιμότητες. Έστω ότι ο Ντρέιφους είναι ένοχος, όμως και ο Ζολά έχει δίκιο, επειδή δουλειά του συγγραφέα δεν είναι να καταδικάζει, να διώκει, αλλά να υπερασπίζεται τους ενόχους, μιας και έχουν ήδη καταδικαστεί και εκτελούν την ποινή. Θα πουν, και η πολιτική; Και τα συμφέροντα του κράτους; Όμως οι μεγάλοι συγγραφείς και οι καλλιτέχνες θα πρέπει να ασχολούνται με την πολιτική τόσο όσο είναι αναγκαίο για να προφυλαχτούν από αυτήν. Οι κατήγοροι, οι εισαγγελείς, οι χωροφύλακες και χωρίς τους συγγραφείς είναι υπεραρκετοί. Στους συγγραφείς ταιριάζει καλύτερα ο ρόλος του Παύλου παρά του Σαούλ [17]. Και όποια κι αν είναι η ετυμηγορία, ο Ζολά θα εξακολουθεί να βιώνει τη χαρά της ζωής μετά τη δίκη, τα γεράματά του θα είναι χαρούμενα γεράματα, και θα πεθάνει αν όχι με ήρεμη συνείδηση, τουλάχιστον με ελαφριά.

Οι Γάλλοι έχουν συντριβεί και αρπάζονται από κάθε λογής παρηγοριά και κάθε λογής σοβαρή επίπληξη που έρχεται από το εξωτερικό. Να γιατί έχει τόση επιτυχία εδώ η επιστολή του Μπιενστέρνα [18] και το άρθρο του δικού μας Ζακρέφσκι (το οποίο διαβάσαμε εδώ στην εφημερίδα Νόβαστι), και επειδή είναι υβριστική η στάση εναντίον του Ζολά, αυτό σημαίνει ότι κάθε μέρα όσα σερβίρει ο κίτρινος τύπος τού προκαλούν μια μικρή πίεση. Κι όσο κι αν εκνευρίζουν τον Ζολά, όμως εμφανίζεται στο γαλλικό δικαστήριο με υγιές πνεύμα, και εξαιτίας αυτού οι Γάλλοι υπερηφανεύονται γι’ αυτόν και τον αγαπούν, παρόλο που μέσα στην απλοϊκότητά τους χειροκροτούν τους στρατηγούς οι οποίοι τους τρομοκρατούν πότε με στράτευση και πότε με πόλεμο.

Βλέπετε, τι μεγάλο γράμμα! Εμείς εδώ έχουμε άνοιξη, νιώθουμε σαν το Πάσχα στην Ουκρανία: ζεστά, ηλιόλουστα, καμπάνες, αναπολείς το παρελθόν. Ελάτε! Να σας πω, παρεμπιπτόντως, ότι θα παίξει η Ντούζε.

Γράφετε ότι δεν φτάνουν τα γράμματά μου. Λοιπόν; Θα σας τα στέλνω συστημένα.

Σας εύχομαι καλή υγεία και ό,τι καλύτερο. Χαιρετώ ταπεινά την Άννα Ιβάνοβνα, τη Νάστια και τον Μπορ.

Το χαρτί είναι των εκδόσεων “Le petit Nièois”.

Δικός σας
Τσέχοφ»

 

Σημειώσεις
[1] Charles Marie Ferdinand Walsin Esterhazy (1847-1923), αξιωματικός του γαλλικού στρατού και, όπως αποδείχτηκε, κατάσκοπος των Γερμανών.
[2] Εμίλ Ζολά, συνήγορος του Ντρέιφους στη δίκη του που διεξήχθη στο Παρίσι από 7-23 Φεβρουαρίου 1898.
[3] Edgar Demange (1841-1925).
[4] Η κατασκοπεία ήταν μια νέα δραστηριότητα στο τέλος του 19ου αιώνα. Επικεφαλής ήταν ο αντισυνταγματάρχης Ζάντχερ, απόφοιτος από τη Σαιν-Συρ, Αλσατός από τη Μυλούζη και ορκισμένος αντισημίτης. Η αποστολή του ήταν σαφής: να πάρει πληροφορίες για τους πιθανούς εχθρούς της Γαλλίας και να τις τροφοδοτήσει με ψευδή στοιχεία.
[5] Για να εξουδετερωθεί ο Ντρέιφους με το έγγραφο bordereau έπρεπε να συγκριθεί με τη γραφή του, αλλά δεν υπήρχε κανείς αρμόδιος στον Γενικό Επιτελείο για να αναλύσει το γράψιμο. Στη συνέχεια εμφανίστηκε ο Patyde Clam, ένας εκκεντρικός άνθρωπος που υπερηφανευόταν ότι είναι ειδικός στη γραφολογία.
[6] Ο αρχηγός της μυστικής αστυνομίας του Βερολίνου Φον Τάους εξαγόρασε τον δημοσιογράφο Λιούτσεφ και εκείνος τύπωσε το συκοφαντικό, δυσφημιστικό άρθρο. Στρατιωτικός ανακριτής για την υπόθεση Ντρέιφους ήταν ο Paty de Clam, σύμφωνα με τον Εμίλ Ζολά στο φυλλάδιο «Κατηγορώ!...», τον οποίο ονομάζει «βασικό ένοχο του φοβερού λάθους της δικαιοσύνης». Αλλά ο Ζολά, όπως και ο Τσέχοφ, δεν γνώριζε ότι η ανάκριση είχε οδηγηθεί σε λάθος μονοπάτι εξαιτίας του αντισυνταγματάρχη Απρί, φίλου του Εστερχάζι, που ήταν ταγματάρχης του γαλλικού στρατού και κατάσκοπος των Γερμανών, το έγκλημα του οποίου αποδόθηκε στον Ντρέιφους.
[7] Marie Georges Picquart (1854-1914), Γάλλος στρατιωτικός και υπουργός Αμύνης. Έγινε γνωστός από την υπόθεση Ντρέιφους. Ο Πικάρ αναγκάστηκε να παραιτηθεί από επικεφαλής της γαλλικής αντικατασκοπείας, όταν αναφέρθηκε στην αθωότητα του Ντρέιφους.
[8] Γουλιέλμος Β΄, αυτοκράτορας της Γερμανίας.
[9] Édouard Drumont (1844-1917), δημοσιογράφος, ιδρυτής της εφημερίδας La Libre Parole, εθνικιστής, αντισημίτης.
[10] Απόσπασμα από τον Επιθεωρητή του Γκόγκολ.
[11] Πρόκειται για τις αναφορές των κατασκόπων.
[12] Η μάχη στη Βουλή μεταξύ σοσιαλιστών και των συντηρητικών βουλευτών διεξήχθη στις 22 Ιανουαρίου 1898 κατά την αγόρευση του Ζορές για την υπεράσπιση του Ζολά.
[13] Auguste Scheurer-Kestner (1833-1899), Αλσατός πολιτικός.
[14] Ο Βολταίρος υπερασπίστηκε τον προτεστάντη Ζαν Καλάς που τάχα σκότωσε τον γιο του για θρησκευτικούς λόγους. Ο εκτελεσμένος στον τροχό Καλάς αποκαταστάθηκε μετά θάνατο. Ο Σουβόριν με τα άρθρα του επιτέθηκε στον Ζολά, λέγοντας: «Οι δάφνες του Βολταίρου δεν αφήνουν τον Εμίλ Ζολά να κοιμηθεί», «Ο Εμίλ Ζολά ... απέχει από το ολοκληρωμένο μυαλό του Βολταίρου».
[15] Ο Κορολένκο έκανε προσφυγή για να υποστηρίξει τους ανιμιστές που κατηγορούνταν για δολοφονία φτωχών με σκοπό την τελετουργική ανθρωποφαγία. Τα άρθρα του γι’ αυτό το θέμα δημοσιεύθηκαν το 1895-1896 σε διάφορες εφημερίδες.
[16] Friedrich-Joseph Haass (1780-1853), Γερμανός γιατρός, εγκατεστημένος στη Μόσχα, φιλάνθρωπος, γνωστός με το όνομα «ο άγιος γιατρός». Μέλος του Συμβουλίου των φυλακών και προϊστάμενος γιατρός των φυλακών της Μόσχας. Βοήθησε στην καλυτέρευση της υγείας των κρατουμένων.
[17] Σύμφωνα με το ευαγγέλιο, ο Σαούλ από διώκτης των μαθητών του Ιησού, έγινε ο Απόστολος Παύλος.
[18] Η χαιρετιστήρια επιστολή που απέστειλε ο Νορβηγός συγγραφέας Μπγιορν Μπιενστέρνα στον Εμίλ Ζολά, ανατυπώθηκε στις 12 Ιανουαρίου του 1898 στην εφημερίδα Νέα και Συνάλλαγμα, No 12. Ο Τσέχοφ μιλάει για τη διεθνή υποστήριξη της θέσης του Ζολά στην υπόθεση Ντρέιφους, με την οποία έρχεται σε αντιπαράθεση η Νόβαγιε Βρέμια. Ο Τσέχοφ μαρτυρεί για την επιτυχία που είχε στους Γάλλους το άρθρο του Ζακρέφσκι καθώς και η επιστολή του Μπιενστέρνα, στην οποία του έγραφε ότι ολόκληρη η Ευρώπη θαυμάζει την πράξη του.

 

«Οικολογικές παρεκβάσεις στην “Αφήγηση του Άρθουρ Γκόρντον Πυμ”» του Πολύκαρπου Πολυκάρπου

«Οικολογικές παρεκβάσεις στην “Αφήγηση του Άρθουρ Γκόρντον Πυμ”» του Πολύκαρπου Πολυκάρπου

Παρέκβαση ή παρεμβλητική ή εμβόλιμη αφήγηση είναι η προσωρινή διακοπή της φυσικής ροής της πλοκής και η αναφορά σε άλλο θέμα που δεν σχετίζεται άμεσα με τον μύθο του έργου. Επιβραδύνει τον αφηγηματικό χρόνο και μπορεί να εκληφθεί, εάν είναι θεμιτό να δανειστούμε έναν όρο από το δράμα, και ως ένα αποστασιοποιητικό στοιχειό, επειδή δίνει τη δυνατότητα στον αναγνώστη να απεμπλακεί, προσωρινά, από το συναισθηματικό βάρος της μυθιστορηματικής αλληλουχίας. Στο αφηγηματολογικό σύστημα του G. Genette ονομάζεται παύση και μπορεί να είναι ομοδιηγηματική όταν ο αφηγητής διηγείται τη δική του ιστορία και εξωδιηγηματική όταν ο αφηγητής διηγείται μια ιστορία στην οποία δεν συμμετέχει.

Όλοι οι συγγραφείς χρησιμοποιούν την παρέκβαση, που αποτελεί εντέλει δομικό στοιχειό της αφήγησης, και είναι πασίγνωστες οι παρεκβάσεις των Αθλίων, του Ουγκό, με τη χωροταξική και λειτουργική περιγραφή των υπονόμων του Παρισιού, ή τη γλωσσολογική για τη γαλλική λαϊκή γλώσσα, την αργκό. Επίσης του Τολστόι, στο Πόλεμος και ειρήνη, όπου ο συγγραφέας κάνει γενικές κρίσεις για τις δυνάμεις που κινούν την ιστορία ή κριτικάρει την εισβολή του Ναπολέοντα στη Ρωσία και τις αιτίες των ιστορικών γεγονότων. Άλλοι μελετητές, επειδή πολλές φορές οι παρεκβάσεις παίρνουν την έκταση και το ύφος ενός δοκιμίου, τις ονομάζουν δοκιμισμό.

Αφήγηση του Άρθουρ Γκόρντον ΠυμΗ Αφήγηση του Άρθουρ Γκόρντον Πυμ, από το Ναντάκετ, το μοναδικό μυθιστόρημα του Πόε, πέρα των πολλαπλών επίπεδων ανάγνωσης, γραφής και σημασίας που περιέχει, μπορεί να θεωρηθεί μια επιτομή των εκφραστικών, θεματικών και βιο-θεωρητικών απόψεών του. Κρύβει, επιπλέον, όλα εκείνα τα νέα μοτίβα που εξελίχθηκαν αργότερα σε αυτοτελή λογοτεχνικά είδη.

Είναι φυσικό, λοιπόν, για ένα τέτοιας φύσεως μυθιστόρημα να χρησιμοποιεί την παρέκβαση ως αφηγηματικό μηχανισμό και για πολλαπλούς σκοπούς. Στον Πόε άρεσε να επιδεικνύει την πολυμάθειά του, η οποία ήταν όντως θαυμαστή. Ο ήρωας του, ο Άρθουρ Γκόρντον Πυμ (διάβαζε, Έντγκαρ Άλλαν Πόε), είναι ο άνθρωπος της νέας εποχής, που διψά για περιπέτειες και ανακαλύψεις είτε αυτές παλεύονται στον υλικό, περιβάλλοντα, κόσμο, είτε στον κόσμο του πνεύματος και της φαντασίας. Στην εμμονή του να αποδείξει ότι το αφήγημά του διηγείται αληθινά γεγονότα, η παρέκβαση του εξασφάλιζε ένα ακλόνητο πιστοποιητικό αυθεντικότητας. Τέλος, στο σημείο που εμφανίζονται οι παρεκβάσεις αποτελούν, με τις άκρως υλικής φύσεως περιγραφές τους, ένα σίγουρο εφαλτήριο για τη μετάβαση του ήρωα, και της αφήγησης, από το μαύρο της προδοσίας των δαιμονικών ιθαγενών του Τσάλαλ στη μεταφυσική θεϊκότητα του πάλλευκου.

Οι παρεκβάσεις βρίσκονται στο τρίτο μέρος της ιστορίας του Πυμ (όχι, δεν συμμερίζομαι την άποψη που θέλει το έργο να αποτελείται από τρία ασύνδετα μεταξύ τους μέρη, όπως πιστεύουν κάποιοι μελετητές για να καλουπώσουν, σε προκατασκευασμένα καλούπια, το ατίθασο έργο του Πόε. Τη χρησιμοποιώ εδώ για την επιχειρηματολογία μου). Όταν αρχίζει η κάθοδος προς τις άγνωστες και αχαρτογράφητες νότιες θάλασσες, όταν η ενδελεχής παρατήρηση του περιβάλλοντος σου εξασφαλίζει τη γνώση που είναι απαραίτητη για να αντιμετωπίσεις τους κινδύνους που ελλοχεύουν.

Αρχίζουν (κεφάλαιο 14) με ιστορικές και γεωγραφικές λεπτομέρειες (ονόματα εξερευνητών, μήκη και πλάτη) και φτάνουν σε ζωντανότατες περιγραφές του οικοσυστήματος (χλωρίς, πανίς).

Τα πουλιά έχουν την τιμητική τους – ο Πόε ονοματίζει δεκαοκτώ είδη πουλιών. (Ας θυμηθούμε ότι ο Αριστοφάνης, στους Όρνιθές του, ονοματίζει είκοσι πέντε). Στέκεται όμως σε δύο: τα άλμπατρός και τους πιγκουίνους. Μιλάει για τη σχέση των δύο ειδών και περιγράφει με διαφωτιστικές λεπτομέρειες τον τρόπο που φτιάχνουν τις φωλιές τους, τις αποικίες, όπως τις λένε οι θαλασσοπόροι. «… Όταν έρχεται ο καιρός που κλωσούν τ’ αυγά τους … διαλέγουν ένα λείο κομμάτι γης πλάτους τριών ή τεσσάρων στρεμμάτων όσο πιο κοντά στη θάλασσα γίνεται …[και] φροντίζουν να μην έχει πέτρες … χαράσσουν ένα τέλειο παραλληλόγραμμο … έτσι κάθε φωλιά πιγκουίνου περιτριγυρίζεται από τέσσερις φωλιές άλμπατρος και κάθε φωλιά άλμπατρος από τέσσερις φωλιές πιγκουίνων». Ο τρόπος που επωάζουν τα αυγά τους τα τέσσερα είδη των πιγκουίνων και οι γονεϊκές σχέσεις δηλώνονται καθαρά, και ζωγραφίζονται, σχεδόν, με λέξεις. Από τα θηλαστικά αναφέρονται οι φώκιες με την πολύτιμη γούνα τους και οι θαλάσσιοι ελέφαντες.

Καθώς το ταξίδι συνεχίζεται νοτιότερα (κεφάλαιο 15), εμφανίζονται θαλάσσιοι λέοντες, θαλάσσιοι ελέφαντες, φώκιες τριχωτές με γούνα και φάλαινες. Εκτός των φυσικών οικοσυστημάτων, περιγράφονται τα οικοσυστήματα που δημιούργησαν οι άποικοι με τα ζώα και τα λαχανικά που τα έφεραν μαζί τους, ζώα και λαχανικά που δεν υπήρχαν προηγουμένως στην περιοχή: πρόβατα, γουρούνια, κουνέλια, βόδια, πουλερικά κατσίκες.

Μια μη οικολογική παρέκβαση καταλαμβάνει το μεγαλύτερο μέρος του 16ου κεφαλαίου. Πρόκειται για «… μια σύντομη ανασκόπηση των ελαχίστων προσπαθειών που έγιναν μέχρι σήμερα για την κατάκτηση του Νοτίου Πόλου». Ο Πόε, αντλώντας το υλικό του από τις δημοσιευμένες αναφορές εξερευνητικών ταξιδιών (J. N. Reynolds, Exploring Expedition to the Pacific Ocean and South Sea, B. Morrel, Narrative of Four Voyages to the South Sea) ή κάποιων μυθιστορημάτων που περιέγραφαν φανταστικά ταξίδια (Αστόρια, του Ουάσινγκτον Ίρβινγκ) και από την, εξωφρενική για εμάς σήμερα, «θεωρία της τρύπιας Γης» του Τζον Κλιβς Σιμς, για τα οποία είχε γράψει κριτικές, αποδεικνύει, ακόμη μια φορά, το εύρος της πληροφόρησης που είχε επάνω στο θέμα.

Η περιγραφή της φύσης του νησιού Τσάλαλ (κεφάλαιο 19) περιλαμβάνει κατοικίδια ζώα, πουλιά και ψάρια. Η προσοχή μας επικεντρώνεται σε ένα κατοικίδιο που δεν το γνωρίζουμε, και το οποίο είναι μάλλον επινόηση του Πόε, όπως δικές του επινοήσεις είναι το μαύρο(!) πουλί, που τρώνε οι ιθαγενείς, καθώς και οι καρποί που μοιάζουν με τα φουντούκια. Από τον κόσμο της θάλασσας, εκτός από τα άφθονα ψάρια, από τα οποία αναφέρονται ονομαστικά δεκατέσσερα είδη, εμφανίζονται και οι χελώνες Γκαλαπάγκος.

«Νομίζω ότι παρουσιάζει ενδιαφέρον και θα διαφώτιζε τον αναγνώστη τόσο η φύση του ζώου, που είναι σημαντικό αντικείμενο εμπορικής συναλλαγής, όσο και ο τρόπος της επεξεργασίας του». Με αυτήν την άκρως αποστασιοποιημένη πρόταση, στρεφόμενος απευθείας στον αναγνώστη, καθιστώντας τον έτσι συνένοχο και συνεπίκουρο του ήρωά του, ο Πόε επιδεικνύει και πάλι, με μαεστρία, την εποπτεία που έχει σε ό,τι γράφει και αφηγείται.

Το ζώο για το οποίο γίνεται λόγος είναι, το biche de mer, το ελάφι της θάλασσας, ή bouche de mer (μπουκιά της θάλασσας) ή αγγούρι, ή σαλιγκάρι, ή σκουλήκι της θάλασσας, το ολοθούριο. Ένα μαλακόστρακο των ινδικών θαλασσών που το μαζεύουν σε μεγάλες ποσότητες και το μοσχοπουλούν στην κινέζικη αγορά. Εκτός της λεπτομερούς περιγραφής της φυσιολογίας αυτού του θαλάσσιου οργανισμού (μήκος, διατροφή, διαβίωση) περιγράφεται και ο τρόπος της επεξεργασίας του πριν γίνει εμπορεύσιμο. Ακολουθεί ένας τιμοκατάλογος της αξίας του στην αγορά της Κίνας, της Μανίλας, της Σιγκαπούρης και της Μπατάβιας. Από το σώμα αυτών των μαλακόστρακων, μας πληροφορεί ο αφηγητής, προέρχεται η ζελατινώδης ουσία από την οποία φτιάχνονται οι βρώσιμες χελιδονοφωλιές. Η παρέκβαση αυτή εκτός του ότι εκλαϊκεύει την επιστήμη της ζωολογίας, είναι η τελευταία ανάσα που παίρνει ο αναγνώστης πριν την τραγωδία της προδοσίας των ιθαγενών του Τσάλαλ και της καταστροφής που θα ακολουθήσει.

Το 1838, ο Πόε είχε επιμεληθεί την έκδοση του βιβλίου Conchologists First Book, A System of Testaceous Malacology Arranged Expressly for the Schools (Το Πρώτο Βιβλίο του Κογχυλιολόγου, Ένα Σύστημα Μαλακιοζωολογίας Γραμμένο με Γλαφυρό και Επαγωγικό Ύφος προς Χρήσιν των Σχολείων). Το οποίο, όπως φαίνεται, αποτέλεσε την πηγή των πληροφοριών που μας δίνει σχετικά με το ολοθούριο. Του βιβλίου αυτού ο Πόε δεν διεκδίκησε ποτέ την πατρότητα. Είχε γράψει τον πρόλογο και την εισαγωγή, είχε μεταφράσει κομμάτια από τον Γάλλο ζωολόγο Georges Cuvier (1769-1832) και είχε οργανώσει την ύλη.

Τις παρεκβάσεις στην Αφήγηση του Άρθουρ Γκόρντεν Πυμ ο Πόε τις χρησιμοποιεί και για έναν άλλο σκοπό: για να ηθογραφήσει, να ψυχογραφήσει και να πλουτίσει την προσωπικότητα του ήρωά του. Ο Πυμ είναι ένας άνθρωπος με ελαττώματα και αρετές. Παρατηρεί τον γύρω κόσμο, καταγράφει τις εντυπώσεις του, είναι φιλομαθής και θέλγεται από το άγνωστο. Ο Πυμ είναι, τηρούμενων των αναλογιών, ένας μεταφυσικός Οδυσσέας που σχίζει τις θολές γραμμές των οριζόντων ανάμεσα στο φυσικό και το αφύσικο, στο εδώ και στο επέκεινα, στο ιερό και το ανόσιο, στον άνθρωπο και τον Θεό. Είναι, με άλλα λόγια, το alter ego του ίδιου του Πόε.

 

«Πατρίσια Χάισμιθ, η βασίλισσα του σασπένς» του Φίλιππου Φιλίππου

«Πατρίσια Χάισμιθ, η βασίλισσα του σασπένς» του Φίλιππου Φιλίππου

H Πατρίσια Χάισμιθ γεννήθηκε στο Φορτ Ουόρθ του Τέξας στις 19 Ιανουαρίου του 1921. Ως συγγραφέας, έδωσε καινούρια κατεύθυνση στην αστυνομική λογοτεχνία, επιμένοντας να σκιαγραφήσει την προσωπικότητα των ηρώων της, ρίχνοντας το βάρος της αφήγησης στη συμπεριφορά και στον ψυχισμό τους. Επομένως, δεν την ενδιέφερε το έγκλημα αυτό καθαυτό, αλλά το πώς φθάνει κανείς στο σημείο να ξεπεράσει τις αναστολές του και να εγκληματήσει. Έτσι, προσπάθησε να ψυχογραφήσει τους ήρωές της, δείχνοντας τις σκοτεινές τους πλευρές, οι οποίες τους οδηγούν στον φόνο. Κύριο χαρακτηριστικό των ηρώων της είναι το αίσθημα της ενοχής, η ζωή τους σημαδεύεται από ενοχές. Αυτοί οι ήρωες χωρίζονται σε συμπαθητικούς και αντιπαθητικούς – για τους δεύτερους επιφυλάσσει κάτι κακό. Πάντως, η Χάισμιθ είχε μια κλίση προς το τρομακτικό και το μακάβριο, κι αυτό φαίνεται καθαρά κυρίως στα διηγήματά της που έχουν επιρροές από τον Έντγκαρ Άλαν Πόε (είχαν την ίδια μέρα γενεθλίων).

Όπως διαβάζουμε στη βιογραφία της, γραμμένη από τον Άντριου Γουίλσον (μετάφραση Ραλλού Θεοδωρίδου, Νεφέλη, 2004), «ήταν θιασώτρια του παράλογου, του χάους, της συναισθηματικής αναρχίας, και θεωρούσε τον εγκληματία ως την ιδανική ενσάρκωση του υπαρξιακού ήρωα του εικοστού αιώνα, ως έναν άνθρωπο που, όπως πίστευε, είναι δραστήριος και με ελεύθερο πνεύμα».

Συνήθως, οι ήρωες της Χάισμιθ ταξιδεύουν ή ζουν μακριά από τον τόπο τους και, γι’ αυτό, όπως γράφει ο Ανδρέας Αποστολίδης στο βιβλίο του Τα πολλά πρόσωπα του αστυνομικού μυθιστορήματος (εκδόσεις Άγρα, 2009) «είναι εν μέρει on the road, αλλά καθόλου ιδεολόγοι μπίτνικ, δεν είναι όμως και τουρίστες, αν και κάνουν τουρισμό, δεν είναι μετανάστες, αν και ζούνε σε άλλη χώρα, είναι κυρίως περαστικοί ή ξένοι – με μια έννοια κοντά στον Καμύ».

Στην εργογραφία της συγγραφέως (υπάρχει στο Ο ταλαντούχος κύριος Ρίπλεϊ, μετάφραση Ανδρέας Αποστολίδης, εκδόσεις Άγρα, 2009) διαβάζουμε πως το αγαπημένο ανάγνωσμά της από τη βιβλιοθήκη των γονιών της ήταν το Ανθρώπινο μυαλό του Καρλ Μέννιγκερ, ένα βιβλίο με μελέτες πάνω σε περιπτώσεις κλεπτομανών, πυρομανών, δολοφόνων κατ’ εξακολούθηση και γενικά πάνω στις ανωμαλίες του ανθρώπινου μυαλού. Η ίδια είπε πως αυτές οι περιπτώσεις ήταν γι’ αυτήν πιο ενδιαφέρουσες από τα παραμύθια και είχε την πεποίθηση ότι όλοι αυτοί οι άνθρωποι θα πρέπει να φαίνονταν εξωτερικά φυσιολογικοί και ότι θα μπορούσαν να ζουν και στο δικό της περιβάλλον. Ασφαλώς διάβαζε και λογοτεχνία: Ντίκενς, Ντοστογέφσκι (κυρίως το Έγκλημα και τιμωρία), Ουόλπολ, Κίπλινγκ, Χένρι Τζέιμς. Επίσης, διαβάζοντας ανακάλυψε τους Κίρκεγκορ, Πόε, Στίβενσον, Έλιοτ, Καμί.

Την περίοδο μετά το 1938 έκανε σπουδές λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια της Νέας Υόρκης, με βασικό μάθημα τα αγγλικά, ενώ έκανε λατινικά, ελληνικά και ζωολογία. Παράλληλα δημοσίευσε διηγήματα στο περιοδικό της σχολής της, όπου έγινε και αρχισυντάκτρια. Ένα διήγημά της που απορρίφθηκε από την εφημερίδα του πανεπιστημίου αγοράστηκε από ένα περιοδικό και περιελήφθη σε μια ανθολογία για τα καλύτερα διηγήματα του 1946.

Αφού έγραψε ποιήματα, το 1948, όταν εργαζόταν ως υπάλληλος στο τμήμα παιγνιδιών μεγάλου πολυκαταστήματος της Νέας Υόρκης, κι ενώ είχε τελειώσει τη συγγραφή του Ξένοι στο τρένο, η συνάντησή της με μια πελάτισσα την ώθησε ν’ αρχίσει το γράψιμο ενός αισθηματικού μυθιστορήματος με ηρωίδες δύο γυναίκες, την Τερέζα και την Κάρολ. Στην ουσία, επρόκειτο για μια ιστορία λεσβιακού έρωτα, κάτι τολμηρό και μάλλον επικίνδυνο για εκείνη τη συντηρητική εποχή.

Ως συγγραφέας ήταν τυχερή. Διότι το 1950, μερικές εβδομάδες μετά την έκδοση του Ξένοι στο τρένο, του πρώτου της βιβλίου, ο Άλφρεντ Χίτσκοκ αγόρασε τα δικαιώματα του βιβλίου κι ο Ρέιμοντ Τσάντλερ ανέλαβε να γράψει το σενάριο. Η ταινία βγήκε στις αίθουσες το 1951 κι αμέσως η Χάισμιθ έγινε γνωστή σε όλο τον κόσμο: η λογοτεχνική πορεία της απογειώθηκε.

Το 1952 εξέδωσε το αισθηματικό μυθιστόρημα με το ψευδώνυμο Κλερ Μόργκαν και τίτλο Η τιμή του αλατιού. Πολύ αργότερα, το 1990, το επανέκδωσε με τον τίτλο Κάρολ (μετάφραση Θεόδωρος Τσαπακίδης, εκδόσεις Μεταίχμιο, 2015). Το ίδιο μυθιστόρημα εκδόθηκε για πρώτη φορά σε μετάφραση της Χρύσας Σπυροπούλου (εκδόσεις Πρόσπερος, 1993). Ήταν μια ιστορία που σημάδεψε τη συγγραφέα, η οποία ερωτεύτηκε την πελάτισσα, ένα αίσθημα που τη γέμισε ενοχές. Όπως διαβάζουμε στη βιογραφία της, η Χάισμιθ είχε πολλές ερωτικές συντρόφους στη ζωή της τις οποίες χρησιμοποιούσε ως μούσες, «δοκιμάζοντας πάνω τους τις αμφίθυμες συναισθηματικές αντιδράσεις της».

Με τα χρήματα που πήρε από τα δύο βιβλία της πραγματοποίησε ένα μεγάλο ταξίδι στην Ευρώπη – είχε προηγηθεί ένα άλλο τρία χρόνια πριν (Αγγλία, Γαλλία, Ιταλία), που διήρκεσε πάνω από δύο χρόνια, ακολουθώντας τα ίχνη του λογοτεχνικού της προτύπου, του Χένρι Τζέιμς: Λονδίνο, Παρίσι, Μόναχο, Σάλτσμπουργκ, Ασκόνα, Μαγιόρκα, Τεργέστη, Φλωρεντία, Ποζιτάνο της Κάτω Ιταλίας. Εκεί, σε αυτό το μέρος, κοντά στη Νάπολη, συνάντησε έναν άντρα, ο οποίος της ενέπνευσε τον Τομ Ρίπλεϊ, τον ήρωα-απατεώνα-φονιά που εμφανίστηκε για πρώτη φορά στο Ο ταλαντούχος κύρος Ρίπλεϊ (1955) και άλλες τέσσερις φορές μέχρι τον θάνατό της – το πέμπτο μυθιστόρημα είναι το Ο Ρίπλεϊ σε βαθιά νερά (1991). O συμπαθητικός φονιάς, o πιο γνωστός ήρωάς της, τράβηξε την προσοχή του Ρενέ Κλεμάν, ο οποίος μετέφερε την ιστορία του στον κινηματογράφο με τίτλο Plein Soleil και πρωταγωνιστές τον Αλέν Ντελόν, τη Μαρί Λαφορέ και τον Μορίς Ρονέ.

To 1963 η Χάισμιθ εγκαταστάθηκε στην Ευρώπη και αγόρασε σπίτι στην Αγγλία, εγκαταλείποντας για πάντα την πατρίδα της. Ίσως αυτό συνέβη επειδή στην Ευρώπη ένιωθε πιο άνετα από την Αμερική, όπου είχε βιώσει τραυματικές εμπειρίες. Ίσως. Στη βιογραφία της αναφέρεται κάτι που ίσως επηρέασε τη ζωή της και στοίχειωσε τις αναμνήσεις της. Προς το τέλος της ζωής της, όταν επιχείρησε να αναδιφήσει τον εσωτερικό της κόσμο και να αναλύσει τον εαυτό της, ομολόγησε σε μια φίλη της πως την είχαν κακοποιήσει σεξουαλικά σε ηλικία τεσσάρων με πέντε χρονών. «Είμαι γεννημένη κάτω από δυσοίωνο άστρο, έγραψε σ’ ένα ποίημα το 1942.

Σε αρκετά μυθιστορήματά της πρωταγωνιστούν δύο άντρες, οι οποίοι βρίσκονται σε αντιπαλότητα για ποικίλους λόγους. Αυτό συμβαίνει τόσο στο Ξένοι στο τρένο, όσο και στο Ο ταλαντούχος κύριος Ρίπλεϊ Ειδικά στο δεύτερο οι αντίπαλοι είναι Αμερικανοί, κάτι που ισχύει για τα Δύο πρόσωπα του Ιανουαρίου. Αμερικανοί είναι επίσης, γαμπρός και πεθερός, οι ήρωες στο Those who walk away (1993) που μεταφράστηκε από τον Βασίλη Πουλάκο και εκδόθηκε στην Ελλάδα με τον τίτλο Κρυφτό με το θάνατο (εκδόσεις Ροές, 2003 και εκδόσεις Μίνωας, 2017). Το συγκεκριμένο διαδραματίζεται στη Βενετία, όπου οι πρωταγωνιστές προσπαθούν να εξοντώσουν ο ένας τον άλλο.

Αν και ήταν από νεαρή ηλικία πολιτικοποιημένη (είχε υποστηρίξει τους Δημοκρατικούς στον ισπανικό Εμφύλιο και δήλωνε κομμουνίστρια), στα βιβλία της δεν πολιτικολογεί. Στην προαναφερθείσα συνέντευξη και στην ερώτηση αν η λογοτεχνία μπορεί να είναι στρατευμένη απάντησε: «Κανονικά θα έπρεπε να είναι. Ο Καμί ίσως να τα είχε καταφέρει, εμένα όμως δεν με απασχολεί καθόλου το θέμα…».

Μπορεί στα βιβλία της να μιλάει για την ηθική των ανθρώπων ή για την απουσία της, αλλά στο Πώς να γράψετε ένα μυθιστόρημα αγωνίας (και δράσης) (μετάφραση Αγγελική Βασιλάκου, εκδόσεις Πατάκη, 2007), υποστηρίζει πως στις ιστορίες της υπάρχει το στοιχείο του παιγνιδιού που είναι απαραίτητο «γιατί απελευθερώνει τη φαντασία». Στο ίδιο λέει: «Οι μυθιστοριογράφοι είναι διασκεδαστές. Αρέσκονται να παρουσιάζουν πράγματα με τρόπο γοητευτικό και διασκεδαστικό, κάνοντας το κοινό ή τον αναγνώστη να ξαφνιαστεί, να τους προσέξει και να περάσει καλά».

Η Πατρίσια Χάισμιθ πέθανε στο Λοκάρνο της Ελβετίας στις 4 Φεβρουαρίου του 1995. Ήταν διάσημη και πλούσια.

 

«Άρθουρ Κόναν Ντόιλ, o δημιουργός του Σέρλοκ Χολμς» του Φίλιππου Φιλίππου

«Άρθουρ Κόναν Ντόιλ, o δημιουργός του Σέρλοκ Χολμς» του Φίλιππου Φιλίππου

Ο Άρθουρ Κόναν Ντόιλ, χάρη στον διάσημο ήρωά του, τον Σέρλοκ Χολμς, είναι δημοφιλής σε όλο τον κόσμο και τα βιβλία του τυπώνονται και ανατυπώνονται με ταχείς ρυθμούς. Σε αυτό έχουν συμβάλει και οι μεταφορές τους στον κινηματογράφο και την τηλεόραση. Ωστόσο, ο Ντόιλ δεν έγραψε μόνο ιστορίες με ήρωα τον Χολμς, αλλά και διηγήματα μυστηρίου και αστυνομικά χωρίς αυτόν. Πρόσφατα εκδόθηκαν από τον Gutenberg στη σειρά Aldina (στην υποσειρά «Μυστήριο») δύο σχετικά βιβλία σε μετάφραση του μελετητή του Ντόιλ, του εκλιπόντα Ερρίκου Μπαρτζινόπουλου: Ο ασημένιος καθρέφτης και άλλες ιστορίες και Ο βραζιλιάνικος αγριόγατος και άλλες ιστορίες. Από τον Μίνωα εκδόθηκαν Οι περιπέτειες του Σέρλοκ Χολμς (μετ. Ντ. Σάπκα – Γ. Μπαρουξής), ενώ από το Μεταίχμιο κυκλοφορεί η σειρά του Άντριου Λέιν Οι περιπέτειες του νεαρού Σέρλοκ Χολμς (μετ. Α. Μιχαηλίδης).

Ο Άρθουρ Κόναν Ντόιλ (1859-1930) είχε μια περιπετειώδη ζωή. Πήγε σε καθολικό σχολείο, δημοτικό και γυμνάσιο, αλλά το περιβάλλον δεν ήταν κατάλληλο γι’ αυτόν, με αποτέλεσμα να μην μπορέσει να αναπτύξει εκεί τις τεράστιες ικανότητές του, οι οποίες αποδείχτηκαν αργότερα. Σπούδασε ιατρική στο Πανεπιστήμιο του Εδιμβούργου, όπου γνώρισε έναν σπουδαίο καθηγητή, τον δόκτορα Τζόζεφ Μπελ, του οποίου οι διαγνώσεις, οι σχετικές με το ιστορικό των ασθενών του, τον ενέπνευσαν στη δημιουργία του θρυλικού του ήρωα, του Σέρλοκ Χολμς. Στη διάρκεια των σπουδών του, ανακάλυψε την αγάπη του για το γράψιμο κι επειδή δεν ανήκε σε εύπορη οικογένεια αποφάσισε να γράψει διηγήματα για να τα πουλάει σε περιοδικά και να έχει ένα μικρό εισόδημα, όμως η συγκεκριμένη δουλειά δεν ήταν αποδοτική.

Με σκοπό την εξοικονόμηση χρημάτων, ταξίδεψε ως ναυτικός και με την ειδικότητα του γιατρού σε δύο καράβια: ένα φαλαινοθηρικό που πήγαινε στην Αρκτική κι ένα φορτηγό που μετέφερε εμπορεύματα στη δυτική Αφρική. Όταν επέστρεψε, εργάστηκε ως βοηθός γιατρού. Ήταν αθλητικός τύπος: ικανός πυγμάχος, καλός ποδοσφαιριστής και λάτρης του κρίκετ. Το 1885 παντρεύτηκε τη Λουίζ Χόκινς, με την οποία απέκτησε δύο παιδιά. Όταν η γυναίκα του πέθανε αργότερα από φυματίωση, παντρεύτηκε την Τζιν Λέκλι και απέκτησε τρία ακόμα παιδιά.

Και, ξαφνικά, συνάντησε την επιτυχία, χάρη στην ιδέα του να γράψει μια αστυνομική ιστορία. Βασισμένος στον πρώτο ήρωα-ανιχνευτή (detective) της παγκόσμιας λογοτεχνίας, τον Ογκίστ Ντιπέν του Έντγκαρ Άλαν Πόε, πρωταγωνιστή στο διήγημα «Οι φόνοι της οδού Μοργκ» (1841), ο Χολμς εμφανίστηκε στον λογοτεχνικό κόσμο της βικτωριανής Αγγλίας το 1887, στο μυθιστόρημα Σπουδή στο κόκκινο που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό The Strand –το ομότιτλο βιβλίο απορρίφθηκε από πολλούς εκδότες. Έκτοτε αυτός ο ευφυής, μα εκκεντρικός ντετέκτιβ, ο οποίος λύνει με τη λογική διάφορα προβλήματα, ιδίως φόνους και εγκλήματα, καθιερώθηκε ως ο εμβληματικότερος ήρωας της αστυνομικής λογοτεχνίας όλων των εποχών.

Ωστόσο, ο Ντόιλ δεν ενδιαφερόταν για τις αστυνομικές ιστορίες, θεωρούσε τον εαυτό του «σοβαρό» συγγραφέα, που έπρεπε να γράφει «σοβαρά» βιβλία. Έτσι, τον Δεκέμβριο του 1894, στο διήγημα «Το τελικό πρόβλημα» που περιλαμβάνεται στη συλλογή Τα απομνημονεύματα του Σέρλοκ Χολμς, «σκότωσε» τον Χολμς, ρίχνοντάς τον σ’ ένα καταρράκτη στην Ελβετία μαζί με τον θανάσιμο εχθρό του, τον πρώην καθηγητή Μοράιερτι, και νόμισε πως απαλλάχτηκε από έναν ενοχλητικό ήρωα.

Με τα «σοβαρά» βιβλία του ο Ντόιλ προσδοκούσε να έχει πρωταγωνιστικό ρόλο στα βρετανικά λογοτεχνικά πράγματα, ελπίζοντας ν’ αποκτήσει φήμη και δόξα που θα διευκόλυναν την είσοδό του στην πολιτική. Η πρώτη του εμπλοκή με τα δημόσια πράγματα έγινε το 1900 στον πόλεμο των Μπόερς, όταν βρέθηκε στη Νότια Αφρική ως γιατρός και παρείχε τις υπηρεσίες του σε μια νοσοκομειακή μονάδα. Για τον πόλεμο εκείνο έγραψε κι ένα βιβλίο, εκφράζοντας τις απόψεις του για τη διεξαγωγή του από τα αγγλικά στρατεύματα. Παρά τις άοκνες προσπάθειές του, δεν τα κατάφερε με την πολιτική. Στις γενικές εκλογές του 1900 απέτυχε να εκλεγεί στο Εδιμβούργο, απέτυχε και το 1906, μολονότι το 1902 είχε χριστεί ιππότης από τον βασιλιά Εδουάρδο για τις υπηρεσίες που προσέφερε στο Στέμμα και την πατρίδα του στον πόλεμο των Μπόερς.

Η πολιτική δεν του ταίριαζε, τη λογοτεχνία όμως δεν μπορούσε να την αφήσει. Ο θάνατος του Χολμς προκάλεσε τη δυναμική αντίδραση των πολυπληθών αναγνωστών του, μα και των εκδοτών του, οι οποίοι του έκαναν δελεαστικές οικονομικές προτάσεις, οπότε αναγκάστηκε να τον επαναφέρει στη ζωή. Το 1902 εξέδωσε και το τρίτο του μυθιστόρημα, το Σκυλί των Μπάσκερβιλ, μία ακόμα περιπέτεια του Σέρλοκ Χολμς, όπου ο ήρωας «ανασταίνεται εκ νεκρών» και λύνει τα προβλήματα που έχει δημιουργήσει ένας υπερφυσικός θρύλος.

Η φήμη του Σέρλοκ Χολμς είχε εξαπλωθεί σε όλο τον αγγλοσαξονικό κόσμο και αλλού, κυρίως στην Αγγλία και την Αμερική, ερήμην του Ντόιλ. Ήδη το 1893 είχε δοθεί στο London Court Theatre μια παράσταση με θέμα αυτό τον δημοφιλή ήρωα, και στη συνέχεια πήραν τη σκυτάλη ο κινηματογράφος, το ραδιόφωνο και η τηλεόραση. Ο Χολμς ήταν ο πρώτος ιδιωτικός ντετέκτιβ του κινηματογράφου: πρωταγωνίστησε στην αμερικανική ταινία Sherlock Holms Baffled του 1903. Το 1915 εκδόθηκε το τέταρτο και τελευταίο μυθιστόρημά του με τον Χολμς, το Η Κοιλάδα του φόβου.

O θρύλος γύρω από το όνομα του Χολμς οδήγησε κι άλλους συγγραφείς να γράψουν τις δικές τους ιστορίες με αυτόν πρωταγωνιστή. Το 1954 ο γιος του Κόναν Ντόιλ, ο Άντριαν, έγραψε σε συνεργασία με τον Τζον Ντίξον Καρ δώδεκα διηγήματα με τον Χολμς που εκδόθηκαν με τον τίτλο Τα κατορθώματα του Σέρλοκ Χολμς. Ο Στίβεν Κινγκ το 1993 δημοσίευσε το διήγημα «Η υπόθεση του γιατρού» με ήρωες τον Χολμς και τον Γουάτσον. Επίσης έχουν γραφτεί παρωδίες των περιπετειών του Χολμς και γυρίστηκαν ταινίες με ανάλογο περιεχόμενο. Το 2009 η Λίντσεϊ Φέι εξέδωσε το μυθιστόρημα Σκόνη και σκιά, όπου ο Χολμς και ο Γουάτσον καταδιώκουν τον Τζακ τον Αντεροβγάλτη. Ο κατάλογος με τις ιστορίες του Σέρλοκ Χομς που γράφτηκαν από νεότερους συγγραφείς είναι μακρύς. Θυμίζουμε πως τον Δεκέμβριο του 1913 το περιοδικό Ελλάς, κάτω από την επικεφαλίδα «Από τα νεότατα κατορθώματα του Σέρλοκ Χολμς», άρχισε να δημοσιεύει σε συνέχειες το μυθιστόρημα Ο Σέρλοκ Χολμς σώζων τον κ. Βενιζέλον με χώρο δράσης το Λονδίνο. Δεν υπήρχε όνομα συγγραφέα, πράγμα που σημαίνει πως γράφτηκε από κάποιον Έλληνα.

Σήμερα, το μουσείο που φέρει το όνομα του Χολμς στην Μπέικερ Στριτ 221Β στο Λονδίνο (υποτίθεται πως εκεί έζησε με τον Γουάτσον, τον αχώριστο σύντροφο και συνεργάτη του), το επισκέπτονται καθημερινά πλήθος τουρίστες. Επίσης, έξω από τον σταθμό του μετρό της Μπέικερ Στριτ βρίσκεται το άγαλμα του Χολμς, η γνωστή φιγούρα με το κυνηγετικό καπέλο και την πίπα. Έτσι, ένας ήρωας της αστυνομικής λογοτεχνίας που τον αρνήθηκε ο δημιουργός του επιβιώνει μέσα στον χρόνο: ο Άρθουρ Κόναν Ντόιλ που έκανε πειράματα με τα πνεύματα, προσπαθώντας ν’ αποδείξει ότι υπάρχει μετά θάνατον ζωή, και γι’ αυτό έγινε φίλος με τον μάγο-απατεώνα Χουντίνι, δεν μπόρεσε να προβλέψει το μέλλον του ιδιοφυούς ντετέκτιβ που έπλασε ο ίδιος και που έμεινε αθάνατος. Όπως σημειώνει ο Ερρίκος Μπαρτζινόπουλος στην Εισαγωγή του βιβλίου Ο βραζιλιάνικος αγριόγατος, ο Άρθουρ Κόναν Ντόιλ μέχρι τις τελευταίες μέρες του πίστευε αμετακίνητα στα μεταθανάτια ζωή και στο πνευματιστικό κίνημα· στο μεταξύ, οι επικριτές του αδυνατούσαν να καταλάβουν πώς ο δημιουργός του ρεαλιστή και λογικού Χολμς ήταν τόσο εύπιστος ως προς τα αποκαλούμενα «θαύματα» του πνευματισμού.

 

 

«Ο Χανς Φάλαντα και η κοινωνία του Βερολίνου» της Ιωάννας Αβραμίδου

«Ο Χανς Φάλαντα και η κοινωνία του Βερολίνου» της Ιωάννας Αβραμίδου

Τα πολιτικά γεγονότα που συντάραξαν τη Γερμανία τη δεκαετία του είκοσι, γνωστή και ως περίοδο της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, και η αποτυχία της σοσιαλιστικής επανάστασης του Νοέμβρη του 1918 μετά το χάος του Α΄ Παγκοσμίου πολέμου, δεν μπορούσαν να αφήσουν αμέτοχους και απαθείς τους καλλιτέχνες και τους συγγραφείς. Είναι γνωστό στους παροικούντες τη γερμανική λογοτεχνία ότι δύο καλλιτέχνες, ο Αυστριακός Χανς Άισλερ, συνθέτης μεταξύ άλλων και δημοφιλών αγωνιστικών τραγουδιών της εποχής και θεωρητικός της μουσικής, και ο δραματουργός Ερνστ Τόλερ, μετά τη συντριβή της επανάστασης του Νοέμβρη του 1918 υπέστησαν διώξεις, και ο μεν πρώτος δολοφονήθηκε, ο δε νεαρός Ερνστ Τόλερ καταδικάστηκε, φυλακίστηκε και το 1939 αυτοκτόνησε. Παράλληλα με τις κοινωνικές και τις πολιτικές έριδες, υπήρχαν και έντονες ζυμώσεις και λογοτεχνικές διαμάχες στον χώρο της λογοτεχνίας, που κορυφώθηκαν στην περίφημη «Διαμάχη για τον Εξπρεσσιονισμό», στους κόλπους κυρίως των μοντερνιστών και των αριστερών εκπροσώπων του κριτικού ρεαλισμού. Ουσιαστικά αυτό που καταλόγιζαν οι συγγραφείς του κριτικού ρεαλισμού στους μοντερνιστές ήταν ο έντονος ψυχολογισμός και η υποταγή τους στην καπιταλιστική αλλοτρίωση και στην αστική ιδεολογία, καθώς και ότι αγνοούσαν τις αντικειμενικές συνθήκες της κοινωνικής πραγματικότητας. Μέσα από τη διαμάχη αυτή, ξεπήδησε το κίνημα της Αντικειμενικής Πραγματικότητας στην οποίαν η ιστορία της λογοτεχνίας κατατάσσει και τον Χανς Φάλαντα. Η διαλεκτική σχέση μεταξύ πραγματικού και φανταστικού είναι αυτή που δημιουργεί τις μυθοπλαστικές φιγούρες του μυθιστορήματος κι όχι η πιστή απομίμηση της πραγματικότητας, που θα καταδείκνυε τη μονοσήμαντη πλευρά της ζωής τους, ενώ ο συγγραφέας, οργανώνοντας ευφυώς το υλικό του, μας δίνει ένα πολυσήμαντο έργο. Παίρνοντας αποστάσεις από τον εξπρεσιονισμό, επιδιώκει να αποτυπώσει με νηφάλιο βλέμμα και με μια ελευθερία απαλλαγμένη από κάθε εκστατικό συναισθηματισμό, τα καθημερινά γεγονότα της σύγχρονης ζωής σε μια γλώσσα λαϊκή, όπως το απαιτεί το πρόγραμμα ενός κοινωνικού μυθιστορήματος με ήρωες ανθρώπους από τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα. Λόγιος ο ίδιος, πλάθει τη γλωσσική του ύλη με ιδιολέκτους, κοινωνιολέκτους και διάλεκτο της Πομερανίας, με στόχο να επιτύχει την αυθεντικότητα της αφήγησης και των χαρακτήρων αλλά και τις ψυχικές τους παλινδρομήσεις.. Τα μυθιστορήματα που γράφονται από τους συγγραφείς του κινήματος είναι ευκολοδιάβαστα, γραμμένα σε απολύτως κατανοητή γλώσσα και δεν έχουν καμιά φιλοδοξία να εκφράσουν υψηλά νοήματα, ο συγγραφέας αρκείται μόνο να πληροφορήσει τον αναγνώστη «για τους πραγματικούς, χειροπιαστούς συσχετισμούς» και να λειτουργήσει κατά κάποιον τρόπο ως «το μάτι μιας κάμερας», που καταγράφει τα τεκταινόμενα της κοινωνίας αποστασιοποιημένα, ως ξένος μάρτυρας και δίχως συναισθηματική εμπλοκή.

 

Περισσότερα...

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΕΙΣ

ΕΙΔΗΣΕΙΣ

ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΙ

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Το μήνυμά σας

Διεύθυνση

Πτολεμαίων 4
(Πλατεία Προσκόπων)
11635 Αθήνα,
Τηλ.-fax: 210.7212307
info@diastixo.gr
ISSN: 2585-2485

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER