«Περίμενέ με» του Κονσταντίν Σίμονοφ

«Περίμενέ με» του Κονσταντίν Σίμονοφ

απόδοση: Ελένη Κατσιώλη

Το 1940, ο Κονσταντίν Σίμονοφ (1915-1979) γνώρισε και ερωτεύθηκε την πολύ αγαπητή στο κοινό ηθοποιό Βαλεντίνα Σερόβα, για την οποία έγραψε ένα ερωτικό ποίημα που έγινε πασίγνωστο στη Σοβιετική Ένωση. Δύο νέοι, μια σταρ του σινεμά και ένας διάσημος ποιητής και πολεμικός ανταποκριτής, ερωτεύονται στη δίνη του πολέμου.

Τον Ιούνιο και τον Ιούλιο του 1941, όντας στο Δυτικό Μέτωπο, πέρασε για λίγο από τη Μόσχα και φιλοξενήθηκε στο εξοχικό του συγγραφέα Λεβ Κασίλ στο Περεντέλκινο, όπου έγραψε το ποίημα «Περίμενέ με». Επειδή το θεώρησε πολύ προσωπικό δεν θέλησε να το δημοσιεύσει. Όμως, όταν του είπαν ότι αυτό το ποίημα «θα είναι φάρμακο για τη θλίψη των συζύγων» αποφάσισε να το δώσει στον τύπο και έτσι τον Δεκέμβριο του 1941 δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Πράβντα.

 

Περίμενέ με

Περίμενέ με, θα γυρίσω,
θέλω πολύ να περιμένεις,
περίμενε, σαν σε μελαγχολεί
η χρυσή βροχή,
περίμενε, σαν πέφτουνε τα χιόνια,
περίμενε στις ζέστες,
ακόμα κι όταν οι άλλοι
δεν περιμένουν πια.
Περίμενε, κι όταν δε φθάνουν γράμματα
από τόπους μακρινούς,
περίμενε, κι αν όλοι έχουν βαρεθεί
αυτούς που περιμένουν.
Περίμενέ με, θα γυρίσω,
δεν εύχονται όλοι το καλό
όσοι το ξέρουν σίγουρα,
     πως πρέπει να ξεχάσεις.
Άσε να το πιστεύουνε η μάνα και ο γιος μου,
πως πια δε θα γυρίσω,
άσε να το πιστεύουνε οι κουρασμένοι φίλοι,
να κάθονται μπρος στη φωτιά,
πικρό κρασί να πίνουν
μνημόσυνο ψυχής…
Περίμενε. Να μη βιαστείς
μαζί τους για να πιεις.

Περίμενέ με, θα γυρίσω
σε πείσμα όλων των θανάτων.
Όποιον δεν περιμένει,
ας τον να λέει: «ήταν τυχερό».
Γιατί δε θα το νοιώσουνε όσοι δεν περιμένουν,
πως μέσα στα πυρά
μ’ έσωσε
η αναμονή σου.
Μονάχα εσύ κι εγώ
θα ξέρουμε πως γύρισα,
επειδή ήξερες όπως κανείς
εσύ να περιμένεις.

 

Πέντε ποιήματα του Νίκου Μυλόπουλου

Πέντε ποιήματα του Νίκου Μυλόπουλου

Ήρωες της επιβίωσης

Ο αέρας γλιστρούσε απ’ τα πρόσωπα στη σκουριά
Η βροχή γλύκιζε τα χείλη στη φαντασία
Αρχίζαμε τότε τελευταίο ίσως ταξίδι στον έρωτα
Εμπειρίες αξόδευτες και ρίγη ηδονικά στο μυαλό στοιβαγμένα
Με λαιμό μακρύ απ’ την προσπάθεια σταγόνες πίναμε ζωής
Και με χέρια από άχυρο κυνηγούσαμε όνειρα.
Ώσπου αρπάζοντας τα φτυάρια ξεθάβαμε στιγμές
Και βγάζοντας βόλτα στην παραλία τον θάνατο
Του πλέναμε επίμονα τα μάτια
Για να βλέπει καλύτερα τα ολέθρια λάθη του
Έναν ακόμη ολοκληρώνοντας γύρο ματαιότητας.

 

…–…

 

Των λέξεων χορός

Μυρίζαμε σαν τους φυλακισμένους τα λουλούδια στον αυλόγυρο
Τα κύματα χάριζαν στο νερό μιαν αιωνιότητα
Ανήσυχος ο αέρας άσπριζε τα περιθώρια της θάλασσας
Τα πουλιά μοσχοβολούσαν Άνοιξη, τ’ αστέρια θειάφι
Και μόνο οι λέξεις χόρευαν στο μυαλό
Χωρίς ποτέ κανείς να αισθανθεί τον εμπαιγμό τους.
Φιλήδονο σύμπλεγμα οι χορδές και τα σώματα
Ανέδυαν στην ατμόσφαιρα μουσική δωματίου.
Αργότερα στην πρύμνη καθισμένοι ενός ναυαγισμένου πλοίου
Νιώθαμε την πραγματικότητα και τον ορίζοντα συνεχώς να ενδίδουν.

 

…–…

 

Οι κληρωτοί της ηδονής

Τα ψέματα έτρεχαν συνεχώς από στόμα σε στόμα
Και μόνο οι αλήθειες κι οι μέλισσες αμφισβητούσαν τα γεγονότα.
Κι όταν το πλήρωμα άγγιξε την έσχατη πύλη εξόδου
Οι κληρωτοί της ηδονής
Και των χαμένων οργασμών της πρώτης νιότης
Τους ευτελείς ακολουθούσαν κώδικες
Του ανεφάρμοστου και του χυδαίου.

 

…–…

 

Άλλη μια χαμένη εξέγερση

Η βροχή διαττόντων σχέσεων είχε κοπάσει
Εμείς ήμασταν στα πρόθυρα μιας πολύτροπης Άνοιξης
Ο αχός ανούσιων λέξεων έπνιγε τη στιγμή
Στα πρησμένα χείλη των εραστών
Ενώ στα λευκά κελιά οι αρτεργάτες
Έπλαθαν το ζυμάρι άλλης μιας χαμένης εξέγερσης.
Ύστερα ο καθένας έπλαθε δικά του γράμματα
Για το επόμενο σταυρόλεξο που ετοίμαζε.

 

…–…

 

Σύντομη σχέση

Δεν ήταν λυγμός ούτε γιορτή
Της παιδικής μας στέρησης
Η αναμέτρηση αυτή.
Ήταν αντάμωμα δυο φύλων υγρών
Χωρίς καθόλου μέλλον.
Μα αν στερέψει απότομα η κρήνη της θύμησης
Ποιος θα σκεπάζει νυχτιάτικα
Τα αχτένιστα όνειρα;

 

Ο Νίκος Μυλόπουλος γεννήθηκε το 1951 στη Θεσσαλονίκη όπου σπούδασε, ζει και εργάζεται ως χειρουργός οφθαλμίατρος. Είναι διδάκτωρ της Ιατρικής Σχολής του ΑΠΘ. Ποιήματά του έχουν δημοσιευθεί στα περισσότερα ελληνικά λογοτεχνικά περιοδικά και στο διαδίκτυο. Το περιοδικό Πάροδος το 2008 τον συμπεριέλαβε στη μόνιμη στήλη του «Πρόσωπα» και το περιοδικό Ο Σίσυφος, τχ. 7, στη στήλη «Σελίδες για τον ποιητή». Είναι μέλος της Εταιρίας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης και ποιήματά του συμπεριλαμβάνονται στην πρόσφατη (Φεβρουάριος 2016) Ανθολογία της. Έχει εκδώσει οχτώ ποιητικές συλλογές: Παράκτιος πια ο έρωτας (εκδόσεις Πλέθρον, 2002), Ένα παράθυρο με κιμωλία (εκδόσεις Μεταίχμιο, 2005), Οι εραστές πάντα σιωπούν (εκδόσεις Μεταίχμιο, 2007), Ξημερώνει στο γέλιο σου (Οι Εκδόσεις των Φίλων, 2011), Όνειρα σε συνέχειες (εκδόσεις Σαιξπηρικόν, 2012), Τέλος της περιπλάνησης (εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2015), Οι εφτά καινούργιες μέρες (εκδόσεις Ένεκεν, 2015), Όπως η θάλασσα με το αύριο (εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2016).

 

«Σημείωμα που βρέθηκε πάνω σε τραπέζι της οδού Ντέσπερε» της Χλόης Κουτσουμπέλη

«Σημείωμα που βρέθηκε πάνω σε τραπέζι της οδού Ντέσπερε» της Χλόης Κουτσουμπέλη

Όταν διαβάσεις το σημείωμα αυτό.

Αγαπημένε, το ξεκαθαρίζω ευθύς.
Υπήρξες αφοπλιστικά αθώος.
Ποτέ δεν έπιανες το υπονοούμενο.
Όταν έγνεφα ναι, εσύ προέβλεπες βροχή,
όταν προκλητικά σε κοίταζα στα μάτια
αραιές νεφώσεις.
Από θραύσματα μετεωρίτη, υπέθετες χαλάζι.
Αναλφάβητος στις λευκές κλωστές των πελαργών
που στρίφωναν τον ουρανό.
Κοίτα σ’ αρνιούνται, φώναζα.
Κι εσύ κουνούσες το καπέλο σε χαιρετισμό.
Δεν με είδες όσο έπρεπε γυμνή.
Πάντα περισσότερο ή και συχνά καθόλου.
Δεν υπήρχε βλέπεις ηχομόνωση.

Όταν διαβάσεις το σημείωμα αυτό
το μελάνι θα ’χει ξεχειλίσει
τα σανίδια θα φουσκώσουν
το πάτωμα θα διαρραγεί
θα χαίνει το στόμα από κάτω
με τα μελανιασμένα χείλη που ρουφάει.

Αγαπημένε μου, σ’ αγάπησα.
Αν και οι πλησιέστεροι συγγενείς δήλωσαν αποποίηση
δεν υπήρξαν πιστοποιητικά οικογενειακής κατάστασης
και ο τεθνεώς πέθανε σχεδόν πριν γεννηθεί.
Δεν υπήρξε άλλωστε ποτέ μια επικύρωση.

Αγαπημένε, όταν διαβάσεις το σημείωμα αυτό
τι θα ’χει απομείνει άραγε από μας σ’ αυτή την γη;
Σκόνη στα δάχτυλα κάποιου θεού
που θα φυσήξει.

Ξένε, όταν διαβάσεις το σημείωμα αυτό
θα γίνεις λαθραναγνώστης.
Κανίβαλος θα τραφείς από την σάρκα μιας αγάπης.
Θα σου θυμίσει μια δική σου.
Καμία σχέση.

Μην εμπιστεύεσαι αυτούς που αφήνουν σημειώματα
σ’ έρημα σπίτια.
Εννιά στις δέκα φορές επινοούν.

 

Η Χλόη Κουτσουμπέλη γεννήθηκε το 1962 στη Θεσσαλονίκη, αποφοίτησε από τη Νομική Σχολή του ΑΠΘ. Έχει εκδώσει οκτώ ποιητικές συλλογές με τελευταία τη συλλογή με τίτλο Οι ομοτράπεζοι της άλλης γης (εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2016), δύο μυθιστορήματα, εκ των οποίων ο Βοηθός του κυρίου Κλάιν μόλις κυκλοφόρησε (εκδόσεις Μελάνι) και δύο θεατρικά, τον Ορφέα στο μπαρ (εκδόσεις Πάροδος, 2005) και το Ιερό δοχείο (εκδόσεις Θίνες, 2015). Έχει συνεργαστεί με πολλά λογοτεχνικά περιοδικά. Η ποίησή της έχει μεταφραστεί στα Αγγλικά, στα Ιταλικά, στα Βουλγαρικά, στα Ισπανικά, στα Γερμανικά, στα Γαλλικά. Είναι μέλος του ΔΣ της Εταιρίας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης, μέλος του Κύκλου Ποιητών και της Εταιρείας Συγγραφέων.

 

«Ένα ποίημα του Μαγιακόφσκι»

«Γράμμα στον σύντροφο Καστρόφ απ’ το Παρίσι για την ουσία της αγάπης» του Βλαντίμιρ Μαγιακόφσκι

απόδοση: Ελένη Κατσιώλη

Το 1928 ο Βλαντίμιρ Μαγιακόφσκι πήγε στη Γαλλία ως διαπιστευμένος δημοσιογράφος. Είχε οριστεί συντάκτης στην εφημερίδα Κομσομόλσκαγια Πράβντα από τον Ταράς Καστρόφ στον οποίο έστελνε ειδήσεις για τη ζωή και την πολιτική στο εξωτερικό. Μετά από δύο μήνες έστειλε στον φίλο του Ταράς το ποίημα που ακολουθεί. Αιτία γι’ αυτό στάθηκε η γνωριμία του με τη Ρωσίδα πρόσφυγα Τατιάνα Γιάκοβλεφ την οποία ερωτεύτηκε.

 

Γράμμα στον σύντροφο Καστρόφ
απ’ το Παρίσι
για την ουσία της αγάπης

Συγνώμη
σας ζητώ,
σύντροφε Καστρόφ,
από τα βάθη
της ψυχής,
που μέρος
των στροφών μου
στο Παρίσι
σε συλλογή ποιητική
θα σπαταλήσω.
Για φανταστείτε:
μπαίνει
στη σάλα η καλλονή,
με γούνα και με χάντρες
στολισμένη.
Εγώ
αποφάσισα
να πω στην καλλονή:
– να έκανα καλά
ή όχι;
Σύντροφος είμαι,
από τη Ρωσία,
διάσημος στη χώρα μου εγώ,
είδα
κορίτσια πιο ωραία,
είδα
πιο λυγερά κορίτσια.
Τα κορίτσια
αγαπούν τους ποιητές.
Κι ακόμα είμαι έξυπνος
και φωνακλάς,
και αποσπώ την προσοχή
– και μόνο
να μ’ ακούσεις συμφωνείς.
Δεν
με πιάνεις
σε ανάξια πράγματα   
με εφήμερα
αισθήματα.
Είμαι
 αιώνια
πληγωμένος από έρωτα
– μόλις που σέρνομαι.
Ο έρωτάς μου
γάμους δεν χρειάζεται:
παύει να μ’ αγαπάει,
εξαφανίζομαι.
Εγώ, σύντροφε,
σκοτίστηκα εντελώς
για το στεφάνι.
Να μπω στις λεπτομέρειες,
παρατήστε τα αστεία,
λοιπόν, η καλλονή μου,
δεν είναι είκοσι
ούτε τριάντα...
και κάτι.
Ο έρωτας
δεν φουντώνει
εντυπωσιακά,
ούτε
σε καίει στα κάρβουνα,
αλλά
σηκώνει και βουνά στα στήθια
και
πάνω απ’ τα μαλλιά τη ζούγκλα.
Αυτό σημαίνει
έρωτας:
στο βάθος της αυλής
να κυνηγάει
  μέχρι το βράδυ τις κουρούνες,
και με λαμπρό τσεκούρι,
κούτσουρα θα σκίζει,
καμαρώνοντας
για τη δική του
δύναμη.
Έρωτας
είναι τα ξεσχισμένα από την αϋπνία
σεντόνια,
και ορμώντας έξω από αυτά
ζηλεύω τον Κοπέρνικο,*
αυτόν
κι όχι τον άντρα της Μαρίας Ιβάνοφ**
αυτόν
θεωρώ
αντίπαλό μου.
Ο έρωτας
για μας
  δεν είν’ παραδεισένιος,
ο έρωτας
ο δικός μας
  θορυβεί,
που έβαλε πάλι
σε λειτουργία
η καρδιά
τον παγωμένο κινητήρα.
Εσείς
εκεί στη Μόσχα
μου κόψατε το νήμα.
Τα χρόνια
  δημιουργούν απόσταση.
Πώς θα μπορούσα
  εγώ
  εξήγηση
να δώσω;
Στη γη
  φώτα μέχρι τον ουρανό...
Στον καταγάλανο ουρανό
αστέρια
μέχρι να φαν κι οι κότες.
Και αν δεν ήμουν
  ποιητής,
ίσως
  γινόμουν
    αστρονόμος.
Αχός στην πλατεία ανεβαίνει
κινούνται αμάξια,
περπατάω
γράφοντας στιχάκια
στο καρνέ.
Τρέχουν γρήγορα
  τα αυτοκίνητα
 στον δρόμο,
μα δε με ρίχνουν καταγής.
Αντιλαμβάνονται
  τα ξύπνια:
Ο άνθρωπος
  είναι σε έκσταση.
Σωρός οράματα
  και ιδέες
γεμάτος
μέχρι την κορφή.
Εδώ κι οι αρκούδες
  θα μπορούσανε
να βγάλουνε φτερά.
Κι εδώ
  σε κάποια
    φτηνιάρικη τραπεζαρία,

όταν
μαγειρευτεί αυτό εντελώς,
από το λαρύγγι
στ’ αστέρια
αναδύεται ο λόγος
σαν χρυσογέννητος κομήτης.
Απλώνοντας
  την ουρά του
στο τρίτο του ουρανού,
λάμπει
και φλέγει το φάσμα του,
για να βλέπουν τ’ αστέρια
οι δύο εραστές
απ’ το δικό τους
κιόσκι
  με τις πασχαλιές.
Για να σηκώσει,
  να οδηγήσει,
να προσελκύσει,
την όραση όσων χαλάρωσε.
Και για να κόψει τα κεφάλια
των εχθρών
από τους ώμους
με της ουράς
το λαμπερό σπαθί.
Εγώ
  μέχρι τον τελευταίο χτύπο της καρδιάς,
σαν σε ραντεβού,
περιμένοντας,
αφουγκράζομαι:
ο έρωτας ο απλός,
ο ανθρώπινος
θα κραυγάσει.
Θύελλα,
   πυρκαγιά
νερό
με περικυκλώνουν με γογγυτά.
Ποιος
  μπορεί να τ’ αντιμετωπίσει.
Αν μπορείτε;
Δοκιμάστε...

(1928)

 

* Νικόλαος Κοπέρνικος (1473-1543), γεννήθηκε στην Πρωσία, επικράτεια της σημερινής Πολωνίας, αστρονόμος που έθεσε τη θεωρία για το ηλιοκεντρικό σύστημα.
**Έκφραση για έναν καθημερινό άνθρωπο.

 

 

«Γιατί το μέλλον μια μικρή κουκκίδα» της Κούλας Αδαλόγλου

«Γιατί το μέλλον μια μικρή κουκκίδα» της Κούλας Αδαλόγλου

κάμερα

Τρυπώνω στον φακό της κάμερας και πάω
περνώ βουνά σύνορα και φράχτες.
Άνθρωποι με ελαφρά μπουφάν στο ψύχος
το χιόνι κάτω παγωμένο
η μάνα εξαθλιωμένη, μαντίλα στο κεφάλι, βήχει
κι αυτή στην αγκαλιά της – πόσων μηνών; – ανήσυχη,
τεράστια μάτια απ’ την αδυναμία, λερωμένη,
της δίνω ένα μπιμπερό
κοιτάζει γύρω έκπληκτη
κι ανθίζει το πιο όμορφο χαμόγελο
μέσα στο οδυνηρό σκοτάδι.

 

…–…

 

σαν τύψη

Ποδίτσες παιχνιδιάρικες και τρυφερά φορμάκια
ζακετούλες ροζ, με φιόγκο, με ζεστή επένδυση.

Εκείνα, όμως,δεν έχουν
μόνο θυμούνται
αυλές και γέλια και παιχνίδια
βλέπουν γονείς στραγγισμένους
ή τους χάνουν
δεν ονειρεύονται
γιατί το μέλλον μικρή κουκίδα
χωρίς χρώματα χωρίς διαστάσεις

σεντονάκια της αθωότητας
μη μου γίνετε τύψη.

 

…–…

 

φύλλα ευκαλύπτου

Αναπαυτική πολυθρόνα σε κήπο οπωροφόρων, και ρεμβάζω.
Έρχεται ξαφνικά από πίσω,
μου αρπάζει το δαντελένιο σάλι,
ξεφλουδίζεται το σώμα μου, κομμάτια, σαν φλοιός δέντρου.
Τότε, τρέχει εκείνη να της κουμπώσω το πέδιλο,
μου δίνει μια ανθοδέσμη αγριολούλουδα
με τα μικρά της χέρια
σκεπάζει τη νωπή σάρκα μου με φύλλα ευκαλύπτου,
να θρέψουν οι πληγές προστατευμένες.

 

Η Κούλα Αδαλόγλου γεννήθηκε στη Βέροια. Σπούδασε φιλολογία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στο Εδιμβούργο και πήρε διδακτορικό δίπλωμα από το Α.Π.Θ. Εξέδωσε εφτά ποιητικές συλλογές, τελευταία η Εποχή αφής, εκδόσεις Σαιξπηρικόν 2016˙ τη συλλογή διηγημάτων Βγήκε ένας ήλιος χλωμός, εκδόσεις Ταξιδευτής 2012˙ επίσης, τη μελέτη Η γραπτή έκφραση των μαθητών, εκδόσεις Κέδρος 2007.

 

Τρία ποιήματα του Αντώνη Δ. Σκιαθά

Τρία ποιήματα του Αντώνη Δ. Σκιαθά

Ελένη

Στις ερημιές της αγάπης,
αφηγούμαι
άλλοτε τους πρόωρους βίους
των αργοναυτών
και άλλοτε τις εποχές
της λεηλασίας των νυχτολούλουδων
της Κολχίδας.

Στις ερημιές της αγάπης,
μοσχοβολούσαν μέντα τα λινά της
ρούχα
θέριευαν Πανσέληνοι τ’ Αυγούστου
οι ρώγες της.
Στις ακρώρειες του στήθους της
Πλανόδιος Μουσικός ο Έρωτας,
Κλαίει
την έβδομη μέρα της δημιουργίας,
Κλαίει
καθώς χορδίζει το έγχορδο.

Τι νύχτα και αυτή;
Πόσο δειλή να θέλει
Ν’ ακούσει τραγούδια Ξενιτεμένων Τρώων,
άσματα Λυράρηδων
για τις απάτες των νερών
στους πλόες της αστροφεγγιάς
εκεί στην ωμοπλάτη του Αιγαίου.

Έτσι περνά η ζωή
Με την προσμονή των ήχων της
πτώσης,
έτσι περνά η ζωή,
με Τρώες νεκρούς,
και Αχαιούς μισότρελους,
να ρίχνουν στα μάρμαρα,
σκουριές να ξαναρχίσουν,
οι χρόνοι του Χριστού
και η εποχή
της Δελφικής Περγαμηνής
στ’ αγίνωτα φεγγάρια.


…-…

 

Ιδρωμένες Μέρες

Έπιασε ο Αύγουστος
να ξεραίνει το πέλαγος.

Καταμεσής των ιδρωμένων σκίνων,
η κολακεία των ρημάτων
για τα εδώδιμα
του Μυστικού Δείπνου.

Άχνιζε ο τόπος θυμάρι.

Σπόνδυλοι Ελληνικών ναών
κι αυτό το θέρος
κατηφόριζαν την πλαγιά
με δρασκελιές Ηνίοχου.

Τα θεόκτιστα των μηρών σου
στο λουλάκι των γλάρων λιωμένα.

Έκαιγε ο ήλιος,
αντίδωρο μίας σπάταλης ελευθερίας,
η αρμαθιά κλειδιά που άφησε
στο αυλιδάκι
της μυστικής οδοιπορίας μας.

Γελούσε δυνατά
και έφευγε για να μαζέψει
την Βασιλεία των ουρανών
σ’ ένα ποτήρι ξίδι.

«Δει γαρ το φθαρτόν τούτο
ενδύσασθαι αφθαρσίαν,
και το θνητόν τούτο
ενδύσασθαι αθανασίαν».

Ακούσαμε εκεί στα ύψη.


…-…

 

Μοναχικοί Πλόες

Στα έτη της μοναξιάς,
στην ερημόνησο της ποίησης,
τα κουφάρια των λέξεων
ορίζουν
στους αντίλαλους των κυμάτων,
Καβαφικούς πλόες.

Στα έτη της μοναχικότητας,
οι ποιητές,
ασχημονούν
στη χάβρα των αγριελιών,
γνέθοντας ομίχλη
στο καντηλέρι των ψυχών,

εκεί που όρισε ο Όμηρος,
το φως.

 

Ο Αντώνης Δ. Σκιαθάς σπούδασε χημικός μηχανικός, ζει και εργάζεται στην Πάτρα. Έχουν εκδοθεί αρκετά βιβλία του και 10 ποιητικές του συλλογές, με τελευταία την Ευγενία, ενώ ποιήματά του έχουν μεταφραστεί σε 11 γλώσσες. Είναι μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων και του Κύκλου Ποιητών. Συνδιηύθυνε το λογοτεχνικό περιοδικό Ελίτροχος τη δεκαετία του ’90. Έχει δημιουργήσει και διαχειρίζεται το «Γραφείον Ποιήσεως».

 

«Οδυσσέας  ή  Κοιτάζοντας το νερό» του Αλέξιου Μάινα

«Οδυσσέας ή Κοιτάζοντας το νερό» του Αλέξιου Μάινα

Οδυσσέας  
(ή
Κοιτάζοντας το νερό)

Καρδιές. Παλλόμενο κρέας.

 

Ο Οδυσσέας θα γύρναγε, ήταν γραπτό
και το γνώριζε. 
Δεν τον νοιάζαν οι περιπέτειες,
τα κόκκινα ψάρια,
δεν τον ένοιαζαν οι πνιγμοί, οι κίνδυνοι τα θηρία,
ο λαιμός της γυναίκας
στα χείλη του.

Δεν τον ένοιαζε όλη αυτή η ξεγνοιασιά του χαμένου.

Ήξερε πως θα γύρναγε. Είχε κύμα, 
ήταν ολότελα χαμένος, μα ήξερε πως θα ’ρθει ο καιρός.

Εγώ όμως, ο Ελπήνορας,
που δε γνωρίζω

πηγαίνω πάλι στο κάγκελο
κοιτώ τ’ ακίνητα δέντρα 
κοιτώ το κατακάθι της βροχής
στις στέγες
κοιτώ το μολύβι στα χέρια μου 
με κοιτούν σαν νεκρό
τα σπουργίτια.

 

~~..~~   

 

Μπλε περίοδος   
(2η εκδοχή)

Άνεμος και ειρήνη.

 

Στην άκρη του κάβου
έρχεται κάθε απόγευμα
ένας ψηλόλιγνος ζωγράφος
με μυτερό γενάκι σαν πινέλο

στήνει το καβαλέτο απέναντι
απ’ την παραίτηση
και το βλέμμα του
στο προπατορικό σάπισμα
της βενζινάκατου

πιέζει το τελευταίο χρώμα
απ’ τα σωληνάρια
σαν οδοντόκρεμα

ατενίζει την κάθοδο του βουνού
στη θάλασσα
και τα ερείπια της εξόρυξης
του μαγγανίου

και ζωγραφίζει τον εαυτό του
κοντά σου.

 

~~..~~   

 

Κάτι φυσικό

Δέξου και μη στερήσεις.

 

Μιλώ μαζί σου στο τηλέφωνο
σαν να σε κοιτώ ξαπλωμένη.

 

~~..~~  

 

Κάτι ακόμα για τα βράδια μας

Δε θα σου κρύψω τίποτα.

 

Τα βράδια κατεβαίνουμε συχνά
στη θάλασσα. 

 

~~..~~    

 

Η επιλογή των ζώων   

Ό,τι αφήσαν τα δόντια.

 

Περνούσε ο καιρός και παλεύαμε.
Φθινόπωρο με φεγγάρι.

Η νέα εποχή έφερνε την παλιά.
Μόνο ο χρόνος δεν ήταν ίδιος.

Πέφταν βροχή οι στάλες σαν έβρεχε 
και ήλιος
και μετά ριχνόταν κι αυτός.

Έλεγες αγαπάς τα μεγάλα σκυλιά 
γιατί έχουν ανάγκη από φαΐ
και ξυπνάνε τις νύχτες και κλαίνε.

Συχνά σηκωνόσουν πριν φέξει
κι αναζητούσες τη γάτα σου
που σε πρόδιδε
κι ονειρευόταν άλλα.

Ύστερα πάλι τ’ απόγευμα
προτιμούσες τα μαύρα σκυλιά
που κοιτούν απ’ το τζάμι το χιόνι,
που ρίχνουν την ουρά στο χαλί 
γιατί τα μπέρδεψε η κίνηση,  
τα μπέρδεψε η γλύκα κι ο κόσμος

και τα φόβισε η ύπαρξη
που τυλίγει η σιωπή και το κρύο

κι επιστρέφουν με το βλέμμα στο πάτωμα
να τριφτούν στο σοφά
μπρος στα πόδια σου
και να το παίξουν σκλάβοι.

 

~~..~~ 

 

Από την ανέκδοτη ποιητική συλλογή Ο διαμελισμός του Αδάμ

 

Ο Αλέξιος Μάινας γεννήθηκε το 1976 στην Αθήνα. Σπούδασε φιλοσοφία στη Βόννη και ασχολείται κυρίως με τη μετάφραση. Συνεργάζεται με λογοτεχνικά περιοδικά ως συντάκτης (Αποικία, Διάστιχο, κ.ά.). Η ποιητική συλλογή του Το περιεχόμενο του υπόλοιπου (εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2011) ήταν υποψήφια για το Κρατικό Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου Συγγραφέα, για το αντίστοιχο βραβείο του περιοδικού Διαβάζω, και βραβεύτηκε στο Συμπόσιο Ποίησης το 2012. Πιο πρόσφατη συλλογή του είναι: Το ξυράφι του Όκαμ (εκδόσεις Μικρή Άρκτος, 2014). Προσεχώς θα εκδοθεί Ο διαμελισμός του Αδάμ.   

 

«Τέσσερα ποιήματα» της Ελένης Χωρεάνθη

Τέσσερα ποιήματα της Ελένης Χωρεάνθη

Ζοφώδης τε και ασέληνος

Ο ζόφος ουρλιάζει από άγρια χαρά
πέφτει το βράδυ
σμίγουν τα πάθη στο χάος των οικτιρμών
των δακρύων στερεύει ο ρους
βαθαίνοντας της αβύσσου η ένδεια

Στενεύουν
οι δρόμοι του ανώνυμου πλήθους
τελειώνουν
στ’ ανήμερα του πόντου νερά
ίσαμε τ’ απόκρημνα μονοπάτια της θλίψης

Πίσω
γέρνοντας στον καιρό η απόφαση
σε νύχτας ζοφώδες τε
και ασέληνο σκότος
σε άπατο
δίχως έρμα βουλιάζει κενό
βυθομετρώντας το νυν
και αεί
και το αύριο

Νυξ ολοή
ζοφώδης τε
και ασέληνος

30-10- 2015 πρώτη γραφή
Ανάπλαση 20-12-2015

 

Ο θρήνος των νυχτερινών ωρών 

 «…Φωνή εν Ραμά ηκούσθη,
θρήνος και κλαυθμός και οδυρμός πολύς.
Ραχήλ κλαίουσα τα τέκνα αυτής
Και ουκ ήθελε παρακληθείναι, ότι ουκ εισίν».
(Κατά Ματθαίον 2:18)

Τη φονική νύχτα του τρόμου
σέρνονταν στις αιματοβαμμένες γειτονιές
ψυχές αθώων δολοφονημένων
Φωνές και θρήνοι και αλαλαγμοί
αιμάτων σταλαγμοί κι ολοφυρμοί
λυγμοί και δάκρυα ποταμοί
χαράκωναν την πληγωμένη άσφαλτο

Οι δρόμοι της μεγάλης πολιτείας ματωμένοι
θλιβεροί φρουροί και μουδιασμένη οιμωγή
οχλοβοή τυλίγει με πυκνή ομίχλη την αιθρία
Ο θρήνος των νυχτερινών ωρών
αιμάτινη πληγή στο μέτωπο της ιστορίας

Η ζοφερή ώρα του τρόμου
καλύπτει με ταχύτητα φωτός τον απολιθωμένο κόσμο
Οι τύχες των λαών
παίζονται με των ισχυρών τα ζάρια
στην τράπεζα των μισερών διαπραγματεύσεων

Η αιχμηρή λεπίδα της εκδίκησης
ζυγιάζεται πάνω απ’ την κλίνη των εφησυχαζόντων
Φόβος την έπαρση διακατέχει
διαβρώνει την αφυδατωμένη άσφαλτο
διαμελίζει την ασύλληπτη έκταση του χρονο-χώρου
σερπετό
φωλιάζει στην ακατοίκητη μνήμη
των τρομερών δυνάμεων του σκότους
ακυρώνοντας τη δικαιοσύνη της ημέρας
σαρκοφάγος το πέλαγος
καταπίνει τα βρέφη του έαρος ανελεήμον.

Πίσω από το πεποικιλμένο πρόσωπο της Εξουσίας
χρωματιστό πολύπρισμα η Δύναμη
σπάει σε γραμμές τρόμου τεθλασμένες
στο ρημαγμένο πρόσωπο της Οικουμένης
πάλαι τε και νυν και αεί

Αναφέρεται στα ολοκαυτώματα: Αθήνα, 17 Νοεμβρίου 1973 /
Ν. Υόρκη, 11 Σεπτεμβρίου 2001 / Παρίσι, 13-14 Νοεμβρίου, 2015 /
Βερολίνο, 19-Δεκεμβρίου-2017

 

Εν συντομία

Είναι η ζωή μας
μια μικρή ιστορία
από τον λίκνο
ως την εξώπορτα
αν δεν βρεθεί
ενδιάμεσα
εξώστης
για ένα
ηρωικό
–θα το έλεγες–
άλμα
εις βάθος
Εν συντομία

Π. Φάληρο, Οκτώβρης 2014

 

Τα βήματα της σιωπής

Στο σταυροδρόμι της ζωής
στο μεταξύ του εδώ και του επέκεινα
ακούω τα βαριά βήματα της σιωπής
στην ερημιά
να γυροφέρνουνε
στο Τώρα
στο Αεί
και στο Ποτέ
Νιώθω να σέρνεται στην άμμο της διαφυγής
να με κυκλώνει το κενό
Βλέπω το χάος να με διαπερνά
να με συνέχει
να με κατοικεί
να με ενώνει με το σύμπαν
Ολόγυρά μου ένας κόσμος θλιβερός
βουλιάζει στο κενό
στην άγνοιά του
Τρώει τις σάρκες του με νύχια και με δόντια
Ρουφάει ηδονικά το αίμα
των βρεφών του λογισμών
κι από την τέφρα του σταυραετός ξαναγεννιέται

Π. Φάληρο, 9-3-2017

 

Προδημοσίευση από υπό έκδοση ποιητική συλλογή

 

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΕΙΣ

ΕΙΔΗΣΕΙΣ

ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΙ

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Το μήνυμά σας

Διεύθυνση

Πτολεμαίων 4
(Πλατεία Προσκόπων)
11635 Αθήνα,
Τηλ.-fax: 210.7212307
info@diastixo.gr
ISSN: 2585-2485

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER