«Ο δεύτερος θάνατος του Τανκρέδο» του Πέτρου Γκάτζια

«Ο δεύτερος θάνατος του Τανκρέδο» του Πέτρου Γκάτζια


Όταν τον είδα για πρώτη φορά φορούσε μαύρα ρούχα, σανδάλια, ήταν αξύριστος και το κορμί του το σκέπαζε μια κατάμαυρη μάλλινη κάπα. Το θέαμα θα ήταν σαφώς πιο φυσικό εάν ήταν χειμώνας, ήταν όμως κατακαλόκαιρο, μεσημέρι, και αυτός ο άνδρας με τα βαριά ρούχα περπατούσε ήσυχα στην άκρη του δρόμου, μουρμουρώντας κάτι που κανείς δεν άκουγε. Σκέφτηκα να σταματήσω μήπως ήθελε βοήθεια και έκοψα για λίγο ταχύτητα, τότε εκείνος γύρισε και με κοίταξε με ένα θολό, περίεργο βλέμμα, λες και δεν υπήρχε τίποτα απο πίσω του, καμία σκέψη, καμία επιθυμία. «Πώς σε λένε;», τον ρώτησα αιφνιδιασμένος. «Τανκρέδο», μου αποκρίθηκε νηφάλια, ερχόμενος σε πλήρη αντίθεση με την υπόλοιπη εμφάνισή του. Μέρες αργότερα τον ξαναείδα. Περίμενα στο γραφείο του τοπικού νεκροταφείου για μια βεβαίωση, όταν ξαφνικά ένα τύπος, γύρω στα πενήντα, με κοίταξε με δέος και, αρπάζοντάς μου το χέρι σε μια σφιχτή χειραψία, άρχισε να φωνάζει με έξαψη: «Τανκρέδο, επιτέλους ήρθες! Έχει πλακώσει πολλή δουλειά! Δεν προλαβαίνουμε! Μόλις χθες πέθαναν πέντε, χώρια οι εκταφές!»

 

Εμφανίσεις: 1476

Περισσότερα...

«Μια σημαντική γνωριμία» του Ελπιδοφόρου Ιντζέμπελη

«Μια σημαντική γνωριμία» του Ελπιδοφόρου Ιντζέμπελη


Με το μολύβι έγραψα την ημερομηνία. Σάββατο 9 Σεπτεμβρίου 1937. Έπειτα πήρα τη λευκή πετσέτα, τη δίπλωσα και την έβαλα στον ώμο. Πήγα προς τη μεριά του καθρέπτη, ίσιωσα τα μαλλιά και σήκωσα λίγο το παντελόνι. Όπως χάζευα τον εαυτό μου, κάπου από μακριά άκουσα το όνομά μου. Έριξα την τελευταία φευγαλέα ματιά και με γοργό βήμα κατευθύνθηκα προς την εξώπορτα. Με το που διάβηκα το κατώφλι, το βλέμμα μου έπεσε στην απέναντι πλευρά. Ένα αυτοκίνητο μάρκας Ντε Σότο είχε παρκάρει δίπλα στη θάλασσα. Μέσα από τη λιμουζίνα βγήκαν δυο νέοι. Ένας ψηλός και ένας κοντός. Τέντωσαν το κορμί τους για να ξεπιαστούν και πήγαν στο τραπέζι που είχαμε δίπλα στην ξύλινη εξέδρα. Κάθισαν, και με την πετσέτα καθάρισα το τραπέζι. Τους χαμογέλασα και τους είπα τι έχει το μαγαζί. Αυτοί διάλεξαν γρήγορα και στράφηκαν προς τη μεριά της θάλασσας, εκεί που οι ακτίνες γυάλιζαν το απαλό γαλάζιο χρώμα του Αμβρακικού.

Σε λίγα λεπτά το τραπέζι γέμισε με του πουλιού το γάλα. Ο ένας έτρωγε και ο ψηλός μιλούσε για τη θάλασσα και για κάποια άλλα πράγματα που δεν τα καταλάβαινα. Κάποια στιγμή ο ψηλός σήκωσε το χέρι και απήγγειλε κάποια λόγια που είχαν ωραίο ρυθμό. Μετά το τέλος της απαγγελίας, ένα χειροκρότημα ακούστηκε από τον φίλο του, που τον λέγανε Δημήτρη.

Με το ψωμί στο χέρι και το πιρούνι στο άλλο, ο Δημήτρης έκανε νόημα στον Οδυσσέα.

 

Εμφανίσεις: 1545

Περισσότερα...

«Διαδρομή βραδινού λεωφορείου» της Ελένης Λιντζαροπούλου

«Διαδρομή βραδινού λεωφορείου» της Ελένης Λιντζαροπούλου

Νόμιζε πως ταξίδευε στις λεωφόρους του ουρανού σαν μέσα σε βαρύ σύννεφο, τόση υγρασία είχε απόψε.

Κοίταζε έξω από το παράθυρο τις φιγούρες των δέντρων. Η ταχύτητα με την οποία προσπερνούσαν το τοπίο το έκανε να μοιάζει παραδομένο στη σιωπή. Έλεγες πως όλοι οι ήχοι είχαν συγκεντρωθεί εντός του οχήματος και ο έξω κόσμος ήταν σιωπηλός θεατής της μετακίνησής τους.

Επιβάτες, λίγο περισσότεροι από τριάντα κι ας ήταν νύχτα, όλοι μεσόκοποι και κουρασμένοι.

Ευτυχώς απολάμβανε την κατάχρηση του διπλού καθίσματος, αφού η διπλανή της κυρία είχε μετακομίσει σ’ ένα άλλο διπλό, άδειο κι αυτό.

Από μια ώρα και μετά τα περιγράμματα των δέντρων χάθηκαν στο απόλυτο σκοτάδι. Ο οδηγός έσβησε τα εσωτερικά φώτα.

Μια θλιβερή ανάσα ύπνου απλώθηκε και την τύλιξε ασφυκτικά.

Ένιωσε τον γνωστό κλειστοφοβικό πανικό. Θα έσκαγε. Μικρές στάλες ιδρώτα εμφανίστηκαν στο μέτωπό της. Σίγουρα θα είχαν κοκκινίσει τα μάτια της. Ένιωθε τον αέρα να γίνεται πυκνός και απεχθής. Δεν γλιστρούσε στα πνευμόνια. Καταλάβαινε ότι βουλιάζει, ότι πνίγεται. Οι βλεννογόνοι της ξηραίνονταν. Οι εισπνοές της ακούγονταν σαν σφύριγμα ή ρόγχος.

Τα συμπτώματα είχαν την ίδια ένταση της πρώτης φοράς. Συνέβαιναν και την κρατούσαν βίαια στο χείλος του κινδύνου. Ή θα ούρλιαζε ή θα λιποθυμούσε.

Τι το ήθελε και ταξίδευε μόνη; Αν ήταν κάποιος μαζί της, θα ένιωθε πιο καλά. Τουλάχιστον, αν έχανε τις αισθήσεις της, δεν θα χρειαζόταν να τη φροντίσουν ξένοι άνθρωποι.

Το είχε πάθει μία φορά. Όταν μετά άνοιξε τα μάτια της, διαπίστωσε ότι της είχαν ανοίξει το πουκάμισο, της είχαν λύσει το στηθόδεσμο και την είχαν καταβρέξει με νερό. Τα πόδια της, σηκωμένα ψηλά, όπως έπρεπε για ιατρικούς λόγους, αποκάλυπταν τα εσώρουχά της.

Τι πιο φυσικό; Σιγά μη νοιαζόταν κάποιος ξένος για την αξιοπρέπειά της. Εδώ οι δικοί και δεν...

Τι είχε πει ο γιατρός; Να κάνει λογικές σκέψεις. Αυτό είχε πει.

Η λογική εξαρθρώνει το φόβο.

Αναγύρισε στο πλάι και προσπάθησε να βολευτεί όπως-όπως. Θα ήταν καλύτερα αν κοιμόταν.

Έχωσε το πρόσωπό της μέσα στον ξεχειλωτό γιακά της μπλούζας της. Οσφραινόταν το άρωμά της. Στιγμιαία ωραίο.

Με τα δάχτυλα, άρχισε να φαντάζεται ότι σκάβει μέσα της μικρές λακκουβίτσες, υποθετικές κρύπτες, μισόφωτες γωνίτσες, για να τους αποθέσει την πραγματικότητα.

Άξαφνα, ήρθε στο νου της η αίσθηση του κορμιού του.

Υγρό, απαλό, οικείο.

Η μυρωδιά του... νοτισμένη από τη βροχή, στεγνωμένη από τον ήλιο, πιπεράτη από τα ανθισμένα γύρω βασιλικά, μεγεθυμένη από την έλλειψη.

Ύστερα θυμήθηκε τη φωνή του. Βαθειά, απαλή, στέρεη, οικεία.

Ο στίχος ήρθε και άστραψε στη σκέψη της.

«Γέμισα τις κατακόμβες της ψυχής μου μ’ εσένα».

Της άρεσε...

Έκανε συνειρμούς που της φαίνονταν γοητευτικοί.

Χιλιάδες χρόνια μετά το θάνατό της, οι αρχαιολόγοι που θα ανακάλυπταν το κορμί της θα τον έβρισκαν εγχυτρισμένο εκεί. Δίπλα, τα ιερά και τα άγιά του.

Το δισκοπότηρο με το αίμα του, λέξεις. Το αντιμήνσιο με την εικόνα του, λόγος. Η αγία αναφορά του, αίσθηση.

Ένιωσε μέσα της το ανατρίχιασμα του όλου.

Άνοιξε τα μάτια της. Είχαν φτάσει.

Στη σκέψη της σκίρτησε η ευχή: «Συ εκ του μη όντος εις το είναι ημάς παρήγαγες».

Από την υπό έκδοση συλλογή Έρωτας στο χαρτί.

 

Εμφανίσεις: 1923

«Τύρφη» του Απόστολου Σπυράκη

«Τύρφη» του Απόστολου Σπυράκη


Ο πατέρας μου ήταν περίεργος τύπος, εκκεντρικός θα λέγαμε, είχε μανία με τα εντομοκτόνα και τα ζιζανιοκτόνα, τα καλοκαίρια πριν κοιμηθεί κάθε μεσημέρι όπως το συνήθιζε ψέκαζε το δωμάτιό του με αεροζόλ γιατί τον ενοχλούσαν οι μύγες που υπήρχαν άφθονες στο σπίτι μας εξαιτίας του στάβλου, ύστερα κοιμόταν σ’ εκείνο το δωμάτιο και πάντα είχαμε την απορία πώς κατάφερνε να επιζήσει. Κάποτε, βοηθώντας τον χειριστή του ραντιστικού μηχανήματος στη Βάλτα, στα χωράφια με το μαύρο χώμα, στέκονταν πίσω απ’ το μηχάνημα που σκορπούσε το φυτοφάρμακο, το μηχάνημα είχε κάποιο πρόβλημα κι ο πατέρας μου έπρεπε να κρατά κλειστή κάποια τρύπα, θα πρέπει να κατάπιε άφθονα χημικά, όταν ήρθε στο σπίτι ήταν σε κακό χάλι, πάντως επέζησε κι απ’ αυτό.

 

Εμφανίσεις: 1640

Περισσότερα...

«Τα παιδιά του Μαμούνια» του Γκένριχ Σαπγκίρ

«Τα παιδιά του Μαμούνια» του Γκένριχ Σαπγκίρ

Μετάφραση: Ελένη Κατσιώλη

 

Ο Μαμούνιας δεν σύρθηκε έξω κάτω από το πράσινο φυλλαράκι, σύρθηκε κάτω από το ξαναφυτρωμένο μεγάλο νύχι του μακαρίτη, τον οποίο είχαν ενταφιάσει πριν από δύο εβδομάδες. Ο Μαμούνιας χώθηκε στη σχισμή τού απρόσεκτα συναρμολογημένου φέρετρου, ξεγλίστρησε με δυσκολία από τους κολλώδεις σβώλους της λάσπης και βγήκε στην επιφάνεια. Είναι τόσο δυνατός και τόσο γερός, σαν να προστατεύεται από σκληρό μανδύα, μέτωπο χαμηλό, προεξέχων σαγόνι. Ό,τι θέλεις ροκανίζει.

 

Εμφανίσεις: 1448

Περισσότερα...

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Email:
Θέμα:
Μήνυμα:

ΠΤΟΛΕΜΑΙΩΝ 4 (ΠΛΑΤΕΙΑ ΠΡΟΣΚΟΠΩΝ)
11635 ΑΘΗΝΑ, ΤΗΛ.-FAX: 210-7212307
info@diastixo.gr

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

*  Το email σας:

ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΔΙΚΤΥΑ

facebook icontwitter icongoogle plus iconpinterest iconyoutube iconrss icon

Με την υποστήριξη του diastixo.gr - Designed by: artspr