«Όταν έχασα τις λέξεις» της Ελένης Λιντζαροπούλου

«Όταν έχασα τις λέξεις» της Ελένης Λιντζαροπούλου


Στην θεία μου Αλεξάνδρα Μιχαλέα

Α… τι όμορφα;
Άνοιγα τα μάτια μου σιγά σιγά κι ένα γλυκό φως με χάιδευε.
Άνοιγα, μάτια, σιγά, γλυκό, φως, χάιδευε…
Πού τα ήξερα εγώ όλα αυτά;
Πού τις είχα αυτές τις λέξεις;

Μια χρυσοκάστανη άχνη, αρώματα μενεξεδιά, μικρά απαλά γαλάζια καμπανάκια, το χουρχούρισμα μιας γάτας, λίγη θέρμη από αγκαλιά, ένα ψιθυριστό τραγούδι, το σβούρισμα μιας μέλισσας, νερά ταξιδιάρικα, ένας παφλασμός από φτέρες, ο άνεμος…
Τέντωσα χέρια και πόδια και έπαψα να αναρωτιέμαι.
Ένιωθα όμορφα. Αυτό είχε σημασία. Όλα τα άλλα δεν ήταν τίποτα.
Πουφ… αστείες απορίες.
Πάντα έτσι ήμουν…
Πάντα;
Τι ήταν αυτό το: πάντα;

Ξαφνικά ένιωθα τρόμο.
Μια λέξη μόνο στάθηκε αρκετή για να μου χαλάσει τη διάθεση.
Α, όχι! ΔΕΝ-ΘΑ-ΤΗΝ-Α-ΦΗ-ΝΑ… Τέλος!
Ήμουν αποφασισμένη να παραμείνω καλά.
Άνοιξα τελείως τα μάτια μου και ανασηκώθηκα.
Τι όμορφα…

Ένιωθα απαλή κι ανάλαφρη. Ξεκούραστη.
Άγγιξα με το χέρι το δέρμα μου. Μωρουδίστικο.
Πόσο μου άρεσε…

Άρχισα να τεντώνομαι με μικρές κραυγές. Χάιδεψα το πρόσωπό μου, τις ρίζες των μαλλιών μου, το πλάι του κορμιού μου, τα πόδια μου… Υπέροχα. Πιο υπέροχα από ποτέ.
Από ποτέ;
Τι ήταν αυτό το: ποτέ;
Τρόμαξα.
Κάτι μου έλεγαν οι λέξεις, που δεν ήθελα να ακούσω.

Κοίταξα γύρω μου.
Έψαχνα ένα χέρι, ένα βλέμμα, έναν άνθρωπο…
Κανείς.

Κοίταξα ψηλά.
Ένα απαλό φως διαπερνούσε την πυκνή συστάδα των δέντρων και διασπόταν σε μυριάδες ευτυχισμένες λάμψεις.
Αντανακλάσεις γαλήνης περιστρέφονταν γύρω από τον εαυτό τους με αρμονία μυστική. Νερένια κατρακυλίσματα νανούριζαν τη σιωπή. Η ευτυχία είχε σάρκα και οστά εδώ… κι εγώ;

Σηκώθηκα όρθια…

Άνοιξα τα χέρια σε έκταση για να την εισπνεύσω… για να τη νιώσω, να της υποταχτώ… Μάταια.

Έκλεισα τα μάτια.

Κάθισα κάτω, στα πόδια μου αυτή τη φορά.
Αγκάλιασα με τα χέρια το σώμα μου και άρχισα να κουνιέμαι πέρα δώθε. Ένιωθα μετέωρη, αβέβαιη, άγνωστη…
Ήθελα να φωνάξω, αλλά δεν ήξερα τι…
Δεν μπορούσα να βρω μια λέξη… Την λέξη!

Εγώ, που πάντα είχα τις λέξεις, εγώ που αντιμετώπιζα τη ζωή με λέξεις, εγώ που γνώριζα τους ανθρώπους μέσα από λέξεις, εγώ…
Τώρα δεν ήξερα τι να πω.

Ξαφνικά θυμήθηκα τη γιαγιά μου…
Πώς μου ’ρθε;
Θυμήθηκα που περνούσα μπροστά από τη νεκρική φωτογραφία της και της ψιθύριζα:
-Α, ρε γιαγιά… Α!
Κι εκείνη ξαφνικά… χαμογελούσε.

Η σκέψη μου κραύγαζε:
-Πού είσαι, γιαγιά;
Πού;

Πού είσαι τώρα που σε θέλω;
- Εδώ... Πίσω σου… Δεν μπορείς να με δεις ακόμη… Σε λίγο… Μη φοβάσαι...

Αφουγκράστηκα. Ησυχία και σιωπή.
Ξάπλωσα στο αφράτο χαλί από νοτισμένα φύλλα…
Παράξενο, η υγρασία τους δεν μ’ ενοχλούσε.
Συνέχισα να κρατώ μόνη το σώμα μου αγκαλιά και να το νανουρίζω.

Ήθελα να κοιμηθώ. Για πρώτη φορά στη ζωή μου ήθελα να κοιμηθώ.
Μουρμούρισα μέσα μου:
-Θέλω να κοιμηθώ.

Και η φωνή της γιαγιάς που μου απάντησε:
«Μα τώρα πια μόνο θα κοιμάσαι», με ξύπνησε για πάντα.

 

Από την υπό έκδοση συλλογή Κείμενα μικρά, σχεδόν ανήλικα, η οποία θα κυκλοφορήσει το φθινόπωρο από τις εκδόσεις Αρμός.

 

Εμφανίσεις: 1207

«Εγκλωβισμοί» της Λήδας Ντόντου

«Εγκλωβισμοί» της Λήδας Ντόντου


Χρυσαλλίδα

Μου μάθαιναν να υφαίνω από μικρή, σαν έρθει η ώρα να ’μαι έτοιμη. Η καθεμιά μας έπρεπε με το δικό της σάλιο να πλέξει το σάβανό της. Το μάθημα γινόταν αργά το απόγευμα, μετά το σχολείο. Καθισμένες στη σειρά γνέθαμε και τυλίγαμε στο αδράχτι, την μακριά ανθεκτική κλωστή, που έσταζε απ’ τα χείλη μας και περιελίσσετο στα στητά μικρά μας στήθη, στην αχόρταγη νεανική μας κοιλιά, μέχρι να γίνει κουβάρι πάνω στο εύπλαστο δακτυλιοειδές μας τελείωμα.
Στην αρχή, τα χέρια μου έτρεμαν, μην τύχει και ξεφύγει κάποιος κόμπος, μην τύχει και σπιλώσω το καθάριο υφαντό. Μα τώρα, έφηβη πια, η γνώση και η εμπειρία τόσων χρόνων με επιβραβεύουν. Χαϊδεύω με τις ρώγες των δαχτύλων το απαλό κουκούλι, που αντανακλά σαν καθρέφτης τις λάμπες της οροφής του εργαστηρίου, και εκεί μέσα καθρεφτίζω μαζί και όλα μου τα όνειρα. Η εποχή του μεγάλου ύπνου πλησιάζει. Τυλιγμένη στην αγκαλιά του μεταξιού, θα σκοτώσω τη δύσμορφη, μακριά και γλοιώδη απόληξη του κορμιού μου και θα περιμένω η μεταμόρφωση –αυτή η ευπρόσδεκτη μορφή θανάτου– να συντελεστεί. Το ξέρω, το έχω δει να γίνεται και ζω με τούτη την προσμονή, για τη στιγμή που θα ξαναγεννηθώ και τα φτερά της αναγέννησης θα με στείλουν στους ουρανούς. Λυπάμαι μόνο που στην έξοδο θα χρειαστεί να σχίσω το μεταξωτό νεκροσέντονό μου.

 

Τζάσμιν

Πρώτη φορά που την αντίκρισα ήταν ανήλικη, απεριποίητη, μια σταλιά μέσα στη χούφτα μου. Το συνοικέσιο έλαβε χώρα στο γωνιακό μαγαζί με την φρεσκοπερασμένη ροζ επιγραφή: Άνθη–Φυτά. Τα κάλλη της τα είχα γνωρίσει μόνο από φωτογραφίες, καμία άλλη επαφή δεν είχε προηγηθεί. Οι μεσάζοντες –βλέποντάς με πρωτάρη– έδωσαν τις ζωτικές συμβουλές για την καρποφορία της σχέσης. Μίλησαν για αγάπη, χάδια, για το φως και το νερό. Την έφερα στο σπίτι, στην αγκαλιά μου σαν νυφούλα και υποσχέθηκα στον εαυτό μου να ριζώσει. Τη φύτεψα στο μαξιλάρι, εκεί στο κοίλο αποτύπωμα, να απλώσει τα ξανθόλευκα μαλλιά της. Της έδωσα να πιει το σάλιο μου, το σπέρμα μου, τα δάκρυά μου. Της μίλησα για μέρη εξωτικά, για τους προγόνους της, για μένα και τον έρωτα και εκείνη –κάθε φορά– ανοιγόκλεινε τα σέπαλα και φούντωναν από μέσα οι ανθοί της. Πέρασε ο καιρός και το κορμί της αναπτύχθηκε, σκλήρυνε, εξαπλώθηκε στα δωμάτια και άρχισα να ζω στη σκιά του πυκνού φυλλώματος, άβουλος στις βουλές της. Μια μέρα άλλαξε την κλειδαριά, κλείδωσε το άρωμά της, κλείδωσε το διοξείδιο και με νανούρισε.

 

Εμφανίσεις: 1894

Περισσότερα...

«Ο Αργεντίνος...» του Πέτρου Γκάτζια

«Ο Αργεντίνος...» του Πέτρου Γκάτζια

Ήταν δεν ήταν είκοσι. Ένα χαμένο αγόρι, που παρίστανε τον άνδρα. Μισός Έλληνας και μισός Αργεντίνος. Το πρωί κουβαλούσε κρέατα στην αγορά και το βράδυ χόρευε για να βρει την άλλη πατρίδα του, το Μπουένος Άιρες. Γονείς δεν είχε πια. Εδώ και χρόνια πάλευε μόνος του να μεγαλώσει. Η αργεντίνικη πόλη ζούσε μέσα απο τις διηγήσεις της γιαγιάς του. Εκείνος δεν πρόλαβε να την γνωρίσει και ίσως και να μην την δει ποτέ.

 

Εμφανίσεις: 1559

Περισσότερα...

«Η μεταλαβιά» της Ελένης Χωρεάνθη

«Η μεταλαβιά» της Ελένης Χωρεάνθη


Το Πάσχα έπεφτε αργά εκείνη τη χρονιά. Ήταν αρχές του Μάη. Η φύση ανθισμένη, γιορτινή μοσχοβολούσε. Ανθοβολούσαν στα χωράφια τ’ αγριολούλουδα, στα περιβόλια οι λεμονιές, οι νεραντζιές και οι πορτοκαλιές, στις ρεματιές οι κερασιές, οι γλάστρες στα μπαλκόνια και στους ανθόκηπους οι φορτωμένες πασχαλιές.

 

Εμφανίσεις: 1813

Περισσότερα...

«Η κόντρα» της Νάγιας Κουτρουμάνη

«Η κόντρα» της Νάγιας Κουτρουμάνη


Πριν από κάθε κόντρα έλεγχε τα σύννεφα σπιθαμή προς σπιθαμή. Πηδούσε πάνω για να δει την αντοχή τους κι έτρεχε από τη μια άκρη ως την άλλη για να διαπιστώσει ποιο απ’ όλα είχε το μήκος που θα της επέτρεπε την απαιτούμενη επιτάχυνση. Μόλις έβρισκε το κατάλληλο, έχωνε το κεφάλι της, ακόμη και το σώμα της αν ήταν αρκετά παχύ, για να δει τι υπάρχει από κάτω. Είχε αδυναμία στις οροσειρές που φορούσαν χιόνια χειμώνα καλοκαίρι και βρέχανε τα πόδια τους σε κάτι μακριά ποτάμια που περιτριγύριζαν τις πόλεις σαν υγρές αγχόνες. Δεν είναι ότι μισούσε τον πολιτισμό, αλλά έβρισκε τις πόλεις ανιαρές. Σαν η πόλη να ήταν μια μηχανή του γκαζόν που είχε σκοπό να κάνει τα πάντα ομοιόμορφα, χωρίς να αφήνει τίποτε να είναι πιο ψηλό, πιο παχύ, πιο στραβό.

 

Εμφανίσεις: 2509

Περισσότερα...

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Email:
Θέμα:
Μήνυμα:

ΠΤΟΛΕΜΑΙΩΝ 4 (ΠΛΑΤΕΙΑ ΠΡΟΣΚΟΠΩΝ)
11635 ΑΘΗΝΑ, ΤΗΛ.-FAX: 210-7212307
info@diastixo.gr

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

*  Το email σας:

ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΔΙΚΤΥΑ

facebook icontwitter icongoogle plus iconpinterest iconyoutube iconrss icon

Με την υποστήριξη του diastixo.gr - Designed by: artspr