A+ A A-

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΙΓΓΑΣ

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΙΓΓΑΣσυνέντευξη στον Ελπιδοφόρο Ιντζέμπελη

Από το πρώτο του βιβλίο, Των κεκοιμημένων, ο Δημήτρης Μίγγας έδειξε ότι θα ακολουθήσει ένα διαφορετικό δρόμο από αυτόν που ακολουθούσαν οι άλλοι συγγραφείς. Με μια γραφή που έχει επηρεαστεί από την ποίηση με την οποία ασχολούνταν επί χρόνια γράφει μεταξύ της φαντασίας και της πραγματικότητας. «Σε όλα μου τα βιβλία», μας λέει, «πασχίζω να συνταιριάξω τη φαντασία με την πραγματικότητα, το όνειρο με την κανονική ζωή, τη ζωή με το θάνατο». Στο νέο του μυθιστόρημα, Πλωτά νησιά, ο συγγραφέας περιγράφει το θαλασσινό ταξίδι τριών ανδρών από το Ναβαρίνο προς το νησιωτικό σύμπλεγμα των Στροφάδων. Οργανώνει, λοιπόν, μια νυχτερινή κρουαζιέρα με τον ίδιο προορισμό και συνοδούς δυο αδελφικούς φίλους του. Στο τέλος του ταξιδιού αποβιβάζονται σε κάποια στεριά, ωστόσο σταδιακά διαπιστώνουν πως δεν πρόκειται ακριβώς για τον τόπο που θυμούνταν από προηγούμενες επισκέψεις και προσδοκούσαν να αντικρίσουν.

Στο νέο σας μυθιστόρημα, Πλωτά νησιά, αλλά και στο Σπάνια χιονίζει στα νησιά, τα νησιά κυριαρχούν και αποτελούν για εσάς το κέντρο του κόσμου. Είναι αυτή η σχέση συμβολική ή σχέση αγάπης;

Όλα ξεκινούν από την αγάπη μου για τη θάλασσα. Γεννήθηκα σε έναν τόπο παραθαλάσσιο και το υγρό στοιχείο σφράγισε –θα έλεγα μούλιασε– τα παιδικά και εφηβικά χρόνια, καθώς και τα όνειρά μου. Κατά συνέπεια ένα νησί αποτελεί το ιδανικό σκηνικό για τα κείμενά μου. Πρόκειται λοιπόν κατά βάση για σχέση αγάπης και εναπόκειται στον αναγνώστη να εισπράξει τους όποιους συμβολισμούς, αν βέβαια υπάρχουν.

Η ιστορία που αναφέρεται βρίσκεται ανάμεσα στη φαντασία και την πραγματικότητα. Μήπως αυτό κάνει και τη λογοτεχνία άκρως ενδιαφέρουσα για τους αναγνώστες;

Σε όλα μου τα βιβλία πασχίζω να συνταιριάξω τη φαντασία με την πραγματικότητα, το όνειρο με την κανονική ζωή, τη ζωή με το θάνατο. Προσπαθώ γράφοντας να τοποθετήσω τον πήχη ψηλά και μετά επιχειρώ να τον ξεπεράσω. Σίγουρα δεν το κατορθώνω πάντα, ωστόσο μια τέτοια μείξη και συνύπαρξη αντιθέτων καταστάσεων είναι εφικτή στη λογοτεχνία και ίσως αυτό την καθιστά ελκυστική στον αναγνώστη. Κάποιος από τους ήρωες του συγκεκριμένου μυθιστορήματος, αφού πρώτα εκδώσει ένα λογοτεχνικό βιβλίο, στο οποίο περιγράφει το θαλασσινό ταξίδι τριών ανδρών από το Ναβαρίνο προς το νησιωτικό σύμπλεγμα των Στροφάδων, προσπαθεί έπειτα να προσαρμόσει την πραγματικότητα στα μέτρα των κειμένων του. Οργανώνει, λοιπόν, μια νυχτερινή κρουαζιέρα με τον ίδιο προορισμό και συνοδούς δυο αδελφικούς φίλους του. Στο τέλος του ταξιδιού αποβιβάζονται στη στεριά, ωστόσο σταδιακά διαπιστώνουν πως δεν πρόκειται ακριβώς για τον τόπο που θυμούνταν από προηγούμενες επισκέψεις και προσδοκούσαν να αντικρίσουν. Ξεμπαρκάρουν σε ένα νησί που βρίσκεται κάπου ανάμεσα στην πραγματικότητα και τη λογοτεχνική αναπαράστασή της, παλινδρομούν από το παρόν στο παρελθόν και από το ρεαλισμό στο όνειρο· συνειδητοποιούν ότι ο φίλος τους συγγραφέας επιδιώκει να τους αποσπάσει από τον αισθητό κόσμο παρασύροντάς τους με την τέχνη του.

Ο συγγραφέας συνταξιδεύει με δύο αδελφικούς φίλους του. Μέσα από το ταξίδι δεν αποστασιοποιείται από την καθημερινότητα και λυτρώνεται από τα περιττά και τα ουσιώδη;

Όταν κάποιος βρίσκεται στον περιορισμένο χώρο ενός σκάφους καταμεσής του πελάγου συντροφιά με ανθρώπους που εμπιστεύεται, αποστασιοποιείται από την καθημερινότητα, απαλλάσσεται από τα βαρίδια της ρουτίνας και αντιμετωπίζει τα πράγματα, τις εικόνες, τη φύση, τις σκέψεις, τα όνειρα, τις προσδοκίες του, ακόμα και την προηγούμενη ζωή του με διαφορετικό τρόπο. Λυτρώνεται από τα περιττά και εκτιμά τα ουσιώδη.

Στη στεριά ξυπνάς στο σπίτι σου, στη θάλασσα όμως όλα είναι μουντά και είσαι λιγάκι πιο κοντά στο όνειρο. Ποια από τις δύο αυτές καταστάσεις προτιμά να ζήσει ο σύγχρονος άνθρωπος;

Εξαρτάται από το χαρακτήρα, τους στόχους του καθενός, τις επιδιώξεις του, ενδεχομένως και από την ψυχική και συναισθηματική του κατάσταση σε συγκεκριμένη περίοδο της ζωής του. Η ανασφάλεια της εποχής μάλλον μας σπρώχνει προς την πρώτη, πιο στερεή, εκδοχή, οι περισσότεροι όμως έχω τη γνώμη πως λαχταρούν τη γοητεία της δεύτερης.

Το καλοκαίρι φαντάζει ως καθρέπτης που κάνει τα σκάφη να μοιάζουν με πυγολαμπίδες στη νύχτα. Τι γίνεται όμως αν η θάλασσα θυμώσει; Μήπως θρυμματίζουμε τις πιο όμορφες εικόνες μας;

Στη θάλασσα, όπως και τη ζωή, δεν πλέουμε πάντοτε σε ήρεμα νερά με καλοκαιρίες και μπουνάτσες. Πιο συνηθισμένο είναι να συναντούμε μπουρίνια και πολλά μποφόρ. Σε αυτές τις περιπτώσεις οφείλουμε να παλέψουμε προσπαθώντας να επιβιώσουμε. Κι αν κατορθώσουμε να αποφύγουμε το ναυάγιο, τότε θα είμαστε σε θέση να εκτιμήσουμε και να χαρούμε την επόμενη νηνεμία, που σίγουρα θα συναντήσουμε στο μέλλον.

Μια ωραία στιγμή είναι η συζήτηση με τον Νίκο. Ο Νίκος που πήγε στην Αμερική για να σπουδάσει αλλά που η ψυχή του είναι δεμένη με την Ελλάδα. Άραγε έτσι συμβαίνει με όλους τους Έλληνες που μένουν μακριά από τη γενέθλια γη;

Πιστεύω πως το ίδιο αισθάνονται όλοι οι άνθρωποι, ανεξάρτητα από το πού έχουν γεννηθεί, όταν αναγκαστούν ή και ακόμα επιλέξουν να ξεριζωθούν από τον τόπο τους. Ξεδιαλέγουν και αναπολούν τις πιο όμορφες στιγμές που κράτησαν φεύγοντας από την πατρίδα, τους ανθρώπους που άφησαν πίσω, νοσταλγούν τις τοποθεσίες όπου έζησαν τα παιδικά και εφηβικά τους χρόνια. Λαχταρούν τις μέρες που άφησαν και κάπου εκεί θέλουν να γυρίσουν. Η απόσταση και η προσδοκία του νόστου τροφοδοτούν τα όνειρα και κανοναρχούν τη ζωή τους.

Γράφετε ότι τον Στρατή δεν τον θυμούνται καν. Σαν να μην έζησε. Λησμονιούνται λοιπόν όσοι έφυγαν από τη ζωή;

Στο πρώτο μου πεζό βιβλίο, τη συλλογή διηγημάτων με τίτλο Των κεκοιμημένων, έγραφα σε κάποιο σημείο: Πού πάνε οι νεκροί, όταν δε τους θυμόμαστε; Καμιά φορά τις νύχτες έρχονται στον ύπνο μας… και παρακάτω: …το σούρουπο σε βρίσκουν οι νεκροί και έρχονται. Φοράνε άλλα ρούχα, έχουν συνήθως διαφορετική ηλικία από εκείνη που τους γνώρισες –μπορεί και όνομα παραλλαγμένο ελαφρά–, καινούργιους φίλους και συνήθειες, μα είναι αυτοί που αγάπησες. Με κάτι τέτοια φτιασιδώματα κρύβονται απ’ τους άλλους, ωστόσο τους θυμάσαι εσύ και τους μιλάς κι αυτό τους φτάνει. Συνήθως αυτοί που φεύγουν λησμονιούνται πολύ γρήγορα από τους περισσότερους. Όσοι όμως τους είχαν αγαπήσει, όπως οι τρεις φίλοι τον χαμένο φίλο τους Στρατή, τους θυμούνται και τους κρατούν κοντά τους. Χάνονται οι νεκροί, όταν δεν τους θυμόμαστε.

Δεν υπάρχει ο φόβος να μην μπορέσει πάλι ο συγγραφέας να ξαναγράψει;

Είναι γεγονός πως ένας τέτοιος κίνδυνος ελλοχεύει πάντα. Οι συγγραφείς κατασκευάζουν το σύμπαν τους για να επιβιώσουν ως γραφιάδες. (Στη δική μου περίπτωση αυτό το σύμπαν συντίθεται από το θαλασσινό ταξίδι, την επιστροφή, τον έρωτα, το θάνατο, τα χρόνια της αθωότητας τα οποία δεν είναι πάντα άδολα.) Σε κάθε εκδοχή της ιστορίας τους οι λογοτέχνες γράφοντας αναμετρώνται με τα πράγματα (γεγονότα, καταστάσεις, πάθη) από διαφορετικό οπτικό και χρονικό σημείο. Τα υλικά, ωστόσο, πάνω στα οποία στηρίζεται η μυθοπλασία (αυθεντικά ή πλαστά περιστατικά και αναμνήσεις), παραμένουν αναλλοίωτα. Με τον καιρό διαφοροποιείται προφανώς ο τρόπος με τον οποίο ο γράφων κρίνει τα συμβάντα και τις πράξεις των ανθρώπων, καθώς επίσης οι προθέσεις και η διάθεσή του. Στα βιβλία, όπως και στη ζωή, στην αρχή σε απασχολούν η ομορφιά και η επιφάνεια, όσο περνούν τα χρόνια και τα νιάτα ξεθωριάζουν ψάχνεις πίσω από τις γραμμές για τις αιτίες των πραγμάτων. Σαν τα θαλασσινά νερά: το καλοκαίρι καθρεφτίζονται τα σκάφη και οι μορφές αυτών που σκύβουν πάνω τους ακέριες, όταν όμως φουρτουνιάσουν, θρυμματίζονται οι εικόνες, ανεβαίνουν από τον πυθμένα φύκια και τα κύματα ξεβράζουν στις ακτές συντρίμμια ξεχασμένων ναυαγίων.

Σε κάποια χρονική στιγμή η έμπνευση μπορεί να στερέψει και η λαχτάρα της γραφής να ατονήσει. Η σιωπή αυτή, ωστόσο, μόνιμη ή παροδική, δεν αποτελεί ήττα. Το ναυάγιο θα επέλθει, αν κάνει κάποιος το λάθος να εξακολουθεί να γράφει, όταν πια δε θα έχει να πει κάτι διαφορετικό.

Ασχολείστε με τη συγγραφή εδώ και δύο δεκαετίες. Υπάρχουν στιγμές που φτάσατε στο σημείο να απογοητευτείτε και να μην επιθυμείτε να συνεχίσετε το δημιουργικό έργο σας;

Τα Πλωτά νησιά κυκλοφόρησαν φέτος. Το προηγούμενο βιβλίο μου είχε εκδοθεί το 2007. Στα πέντε χρόνια που μεσολάβησαν παρασύρθηκα –εξαιτίας υποκειμενικών αδυναμιών και αντικειμενικών καταστάσεων– στη δίνη της απογοήτευσης και της παραίτησης. Συμβιβάστηκα για ένα διάστημα με την ιδέα πως το ταξίδι μου στο χώρο της λογοτεχνίας ενδεχομένως να είχε τελειώσει. Μόλις όμως κύλησαν κάποιοι μήνες αποχής από τη διαδικασία της γραφής, ένιωθα σαν ακρωτηριασμένος, μισερός άνθρωπος. Διαπίστωσα τότε πως δε θα μπορούσα να ζήσω ισορροπημένα δίχως να γράφω. Συνειδητοποίησα πως οι ώρες της δημιουργίας σε αποζημιώνουν προκαταβολικά και δεν τις ανταλλάσσω με τίποτα.

Σήμερα η εκδοτική παραγωγή λόγω της οικονομικής κρίσης έχει μειωθεί σημαντικά. Υπάρχει ελπίδα να ανακάμψει η ποιοτική λογοτεχνία και να εμφανιστούν νέοι συγγραφείς;

Οι λογοτέχνες δεν έπαψαν στιγμή, χιλιάδες χρόνια τώρα, να δημιουργούν. Η διαδικασία της γραφής για κάποιους και η απόλαυση της ανάγνωσης για τους περισσότερους συνιστούν τρόπο ζωής. Το γράψιμο και το διάβασμα στήριξαν και στηρίζουν τους ανθρώπους σε δύσκολους καιρούς και κρίσιμες περιστάσεις (πολέμους, καταστροφές, διώξεις, χρόνους σκοτεινούς) της Ιστορίας. Η οικονομική κρίση και όσα αυτή συνεπάγεται δεν πρόκειται να αποτελέσει εξαίρεση. Θα λειτουργήσει ως πηγή έμπνευσης για τους συγγραφείς και σίγουρα θα κινητοποιήσει τους νεότερους ώστε να δουν τα πράγματα από διαφορετική οπτική γωνία και να δώσουν μια ανανεωμένη λογοτεχνική άποψη. Είμαι αισιόδοξος.

Ποιο είναι το αγαπημένο σας βιβλίο;

Αν εννοείτε ποιο είναι γενικά το πλέον αγαπημένο μου βιβλίο, η απάντηση είναι η Οδύσσεια. Η ευρωπαϊκή και γενικά η παγκόσμια λογοτεχνία οφείλει πολλά σε εκείνον που ονομάζουμε Όμηρο, ο οποίος άνοιξε δρόμους στη γραφή που οι απανταχού συγγραφείς εκμεταλλεύτηκαν δημιουργικά και συνεχίζει ακόμη να διδάσκει όσους τον μελετούν και βρίσκουν τον τρόπο να επωφελούνται από τις κατακτήσεις του.

Αν όμως η ερώτηση περιορίζεται στα δικά μου βιβλία, θα μπορούσα να αντιπαρέλθω αναφέροντας πως: Είναι όλα τους παιδιά μου… Φράση που, ωστόσο, καλύπτει ένα μέρος της αλήθειας. Ο συγγραφέας, όπως μια μάνα τα παιδιά της, αγαπά θεωρητικά εξίσου όλα τα πνευματικά δημιουργήματά του, ενδεχομένως όμως κάποιες φορές να ξεχωρίζει τα πιο αδύναμα και αδικημένα. Κατά κανόνα, ωστόσο, οι γραφιάδες, έστω και αν δεν το ομολογούν πάντα, δένονται περισσότερο, όχι τόσο με τα βιβλία που κατά τη γνώμη τους αδικήθηκαν ή αντίθετα έτυχαν καλής κριτικής ή είχαν την αποδοχή του αναγνωστικού κοινού, αλλά με όσα παθιάστηκαν πιο πολύ, παρασύρθηκαν στη δίνη τους και τους παίδεψαν κατά τη διάρκεια της συγγραφής. Τέτοιο βιβλίο για μένα είναι το Σπάνια χιονίζει στα νησιά.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΙΓΓΑΣΠλωτά νησιά
Δημήτρης Μίγγας
Μεταίχμιο
243 σελ.
Τιμή € 13,30

 

ΦΙΛΙΚΑ SITE

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Email:
Θέμα:
Μήνυμα:

ΠΤΟΛΕΜΑΙΩΝ 4 (ΠΛΑΤΕΙΑ ΠΡΟΣΚΟΠΩΝ)
11635 ΑΘΗΝΑ, ΤΗΛ.-FAX: 210-7212307
info@diastixo.gr

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

*  Το email σας:

ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΔΙΚΤΥΑ

facebook icontwitter icongoogle plus iconpinterest iconyoutube iconrss icon

Με την υποστήριξη του diastixo.gr - Designed by: artspr