A+ A A-

ΑΙΜΙΛΙΟΣ ΣΟΛΩΜΟΥ

ΑΙΜΙΛΙΟΣ ΣΟΛΩΜΟΥσυνέντευξη στην Ευδοξία Μπινοπούλου

Ο Αιμίλιος Σολωμού, γεννημένος το 1971 στην Κύπρο, έχει εκδώσει ως σήμερα διηγήματα, τα οποία έχουν δημοσιευτεί σε φιλολογικά περιοδικά και έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά και τα βουλγαρικά, καθώς και τέσσερα πεζογραφήματα. Εξ αυτών το Ένα τσεκούρι στα χέρια σου (εκδόσεις Άνευ, 2007) τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος της Κύπρου. Στην Κύπρο, όπου ζει και εργάζεται σήμερα, υπηρετεί τη μέση εκπαίδευση, ενώ έχει εργαστεί και ως δημοσιογράφος. Οι βασικές σπουδές του, ωστόσο, και το μεράκι του, θα πρόσθετε κανείς, είναι η αρχαιολογία και κυρίως η Ιστορία. Η αρχαιολογία βρίσκεται στον πυρήνα του πιο πρόσφατου μυθιστορήματός του, με τίτλο Ημερολόγιο μιας απιστίας, που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Ψυχογιός

Ο Γιώργος Δουκαρέλης, ο ήρωας του μυθιστορήματος και αρχαιολόγος, βρίσκεται να ανασκάπτει τη δική του ζωή, ξεθάβοντας αναμνήσεις που αναπαύονταν κάτω από την κυκλαδίτικη άμμο. Τι τον ωθεί να ξεκινήσει αυτή τη διαδικασία;

Ο Δουκαρέλης, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, επιστρέφει στις Μικρές Κυκλάδες είκοσι χρόνια μετά την ανασκαφή που άλλαξε άρδην την επαγγελματική και προσωπική του ζωή. Στο Κουφονήσι βρήκε το προϊστορικό λείψανο μιας νεαρής γυναίκας, της Κασσιόπης, εγκύου και μάλλον δολοφονημένης. Στη διάρκεια της ανασκαφής απατά τη σύζυγό του με μια φοιτήτριά του, την Αντιγόνη. Από τότε καθηγητής και φοιτήτρια θα σμίξουν. Μέχρι που η Αντιγόνη, χρόνια αργότερα, αιφνίδια και ανεξήγητα, εξαφανίζεται από τη ζωή του. Τότε ο Δουκαρέλης αποφασίζει να επιστρέψει στο Κουφονήσι όχι για να βρει απαντήσεις για την εξαφάνιση, αλλά για να ενώσει ξανά τα νήματα που συνδέουν το πρόσφατο παρελθόν με το παρόν του, και έτσι να τα συμφιλιώσει. Καταφεύγει λοιπόν σ’ αυτό που ξέρει να κάνει καλά: στην ανασκαφή. Αυτή τη φορά ανασκάπτει τη δική του ζωή, σε μια ενδοσκόπηση που σκοπό έχει να επανατοποθετήσει τον εαυτό του μέσα στον κόσμο γύρω του. Επιχειρεί να αρπαχτεί από κάποιες σταθερές, στο παρελθόν του: την ανασκαφή στο Κουφονήσι, την Κασσιόπη, τη γνωριμία του με την Αντιγόνη, την κόρη του, τον κόσμο του νησιού, την απιστία και το χωρισμό, όσα τον στοιχειώνουν. Μόνο που αυτή η προσπάθεια είναι πιο δύσκολη και πιο επίπονη από μια πραγματική ανασκαφή. Τα ανασκαπτικά εργαλεία λειτουργούν όπως ακριβώς το νυστέρι στο χέρι ενός χειρουργού. Το παρελθόν καμιά φορά είναι, αν όχι επώδυνο, τουλάχιστον βασανιστικό.

Αναφέρεται στο βιβλίο πως ορισμένοι πολιτισμοί, όπως οι Αβορίγινες και οι Μαορί, θεωρούν ιεροσυλία να ξεθάβονται τα παλιά από εκεί όπου βρίσκονται. Το παρελθόν, πιστεύουν, πρέπει να μένει θαμμένο, κι οι αναμνήσεις να περνούν από γενιά σε γενιά. Είναι η αρχαιολογία, το σκάλισμα του παρελθόντος, στην ουσία μια καταστροφή;

Ναι, είναι στην ουσία μια καταστροφή. Γιατί όσα ο χρόνος έκρυψε καλά στα έγκατα της γης και στη λήθη, τώρα ανασύρονται στην επιφάνεια, πολλά διαλύονται στην έκθεσή τους στις ατμοσφαιρικές συνθήκες. Ο ίδιος ο Δουκαρέλης έπειτα από μιας ημέρας δουλειά στην ανασκαφή χαρακτηρίζει αυτό το έργο «έγκλημα» και απαντώντας στους φοιτητές του εξηγεί πως «στην ουσία καταστρέφουμε ό,τι απέμεινε όρθιο, τις αποδείξεις αυτής της προηγούμενης ζωής, και ό,τι κι αν καταγράψουμε στην περιγραφή μας, θα είναι αυτά που θεωρήσαμε εμείς σημαντικά». Κάνει λόγο, μάλιστα, για την ηθική της αρχαιολογίας. Ωστόσο, αλλού εξηγεί και παραδέχεται πως συχνά τα ευρήματα είναι λιγότερο σημαντικά από τη νέα γνώση και τα καινούργια ερωτήματα που διατυπώνονται, εννοώντας πως η καταστροφή αυτή είναι αναγκαίο κακό. Από την άλλη, η καταστροφική ανασκαφή συντηρεί τη μνήμη, υπηρετεί την αλήθεια και δίνει νόημα στο παρελθόν. Γι’ αυτό η σύγχρονη τάση που επικρατεί στην αρχαιολογία είναι να μην ανασκάπτεται όλος ο αρχαιολογικός χώρος. Ένα μέρος θα αφεθεί για τις μελλοντικές γενιές και τη μελλοντική αρχαιολογία με νέες τεχνικές και μεθόδους και μια νέα οπτική, για να επαναδιατυπωθεί η αλήθεια.

Η Κασσιόπη, ίσως η πιο σαγηνευτική ηρωίδα του βιβλίου, δίνει στο μυθιστόρημα κάτι από το συναρπαστικό σύμπαν της αρχαιολογίας, το μυστήριο ενός αστυνομικού γρίφου και το άγγιγμα της διαχρονικής γυναικείας ευαισθησίας. Πόσο μπορεί να διαφέρει η προϊστορική γυναίκα από τη σημερινή Κυκλαδίτισσα;

Κατά τη γνώμη μου, καθόλου. Έχουν τις ίδιες αγωνίες, τις ίδιες ευαισθησίες, τις ίδιες ανάγκες, αναζητούν την τρυφερότητα σ’ ένα τραχύ περιβάλλον, ζουν λίγο πολύ στον ίδιο απαράλλαχτο κόσμο: άγονη γη, βράχια, θάλασσα. Τουλάχιστον στα νησιά που δεν έχουν τουριστικοποιηθεί τόσο πολύ. Ακριβώς αυτή είναι και η ουσία της παρουσίας της Κασσιόπης στο μυθιστόρημα, αλλά και άλλων προσώπων των προϊστορικών Κυκλάδων που αντιπαραβάλλονται με τους σύγχρονους νησιώτες. Ακόμα και τα εξωτερικά χαρακτηριστικά, ο δωρικός τους χαρακτήρας. Και οι θρησκευτικές τους πεποιθήσεις. Τότε, η Μεγάλη Θεά, έπειτα η Αφροδίτη, σήμερα η Παναγία. Παρόλο που δεν είναι πολύ εμφανές στο βιβλίο, η Κασσιόπη πεθαίνει προδομένη από το σύντροφό της. Τη δολοφονεί. Είναι μια άλλου είδους προδοσία, απιστία, όπως αυτή που συντελείται στη διάρκεια της ανασκαφής και της ανεύρεσης της Κασσιόπης, από τον Δουκαρέλη και την Αντιγόνη. Επομένως, ακόμα και η βασική παράμετρος που διατρέχει το βιβλίο, τουλάχιστον αυτό που δίνει την αφορμή να αναπτυχθεί η ιστορία, η ερωτική απιστία, συνδέει δύο κόσμους πολύ απομακρυσμένους χρονικά μεταξύ τους, αλλά και τόσο όμοιους όσον αφορά το αναλλοίωτο της ανθρώπινης φύσης. Η Κασσιόπη μού έδωσε την ευκαιρία, ως προϊστορική παρουσία, ανασυρμένη από τα βάθη της Ιστορίας ή της μυθολογίας, να περάσω στο βιβλίο το γοητευτικό μυστήριο του κυκλαδικού πολιτισμού, της αρχαιολογίας, και εντέλει το μυστήριο του διαχρονικού ανθρώπινου χαρακτήρα.

Παρ’ όλη την ενοχή για την απιστία, μετανιώνει στην ουσία ο ήρωας; Υπάρχει χώρος για μεταμέλεια στις επιλογές που κάνουμε;

Όχι, ο Δουκαρέλης δε μετανιώνει. Παρά τις ενοχές. Τη γυναίκα του την αγαπούσε, αν και ο πρώτος αυτός νεανικός έρωτας είχε πια φθαρεί. Πονά για όσα έζησε μαζί της και δε θέλει να τα χάσει, ανασύρει από τη μνήμη τις καλές αναμνήσεις σαν την ελεγεία ενός χαμένου έρωτα. Ώσπου η ζωή θα πάρει το δρόμο της, θα τον αναγκάσει να προχωρήσει. Η Αντιγόνη –η οποία έχει σχεδόν τα μισά του χρόνια– είναι αυτή που θα τον σύρει έξω από την τετριμμένη, συμβατική ζωή του. Μαζί της θα μάθει να ζει με ένταση. Θα πιει, αυτός που δεν έπινε ποτέ· θα συναναστραφεί με νέους του περιθωρίου· θα ακολουθήσει μια εντελώς διαφορετική πορεία. Και φαίνεται μάλιστα ικανοποιημένος με αυτή τη ζωή.

Γενικά, νομίζω πως δεν υπάρχει χώρος και λόγος για μεταμέλεια για τις επιλογές μας. Η αναψηλάφηση του παρελθόντος γίνεται περισσότερο από εσωτερική ανάγκη να βρούμε τι πήγε λάθος, για μην επαναληφθεί. Άλλωστε, αυτά τα λάθη είναι που μας κάνουν πιο σοφούς (αν μας κάνουν) και τρέφουν, ως σημεία αναφοράς, τη μετέπειτα ζωή και τον συναισθηματικό μας κόσμο.

Από την ανασκαφή της αλήθειας, τη δημοσιογραφία, στην έρευνα του παρελθόντος, την αρχαιολογία, και κατόπιν στην εκπαίδευση και τη συγγραφή. Τι σε εκφράζει πιο πολύ; Τι προκλήσεις έχει το καθένα;

Νομίζω πως όλα είναι ενταγμένα στην καθημερινότητά μου. Παρακολουθώ την τρέχουσα ειδησεογραφία με το μάτι ενός υποψιασμένου δημοσιογράφου. Η δημοσιογραφία με βοήθησε πολύ και στη συγγραφή. Εργάστηκα σε πρωινή εφημερίδα και οι καθημερινές ιστορίες εν είδει ρεπορτάζ που δημοσίευα προσομοίαζαν με διηγήματα. Στη δημοσιογραφική γλώσσα έμαθα ακόμα να είμαι ακριβής στο λόγο μου και να μην πλατειάζω, για να είμαι κατανοητός και καίριος. Ήταν ένα πραγματικό σχολείο. Η αρχαιολογία και η Ιστορία, ιδιαίτερα η δεύτερη, είναι οι αδυναμίες μου. Μου αρέσει υπερβολικά η Ιστορία, ιδιαίτερα όσα βρίσκονται πίσω από την επίσημη Ιστορία και αναδεικνύουν την ατμόσφαιρα της εποχής ή η μεμονωμένη περίπτωση ενός ατόμου που έζησε στην αντίθετη φορά της κρατούσας κατάστασης. Η αρχαιολογία μού ασκεί μια ιδιαίτερη γοητεία. Είμαι, ας πούμε, κάπως ερασιτέχνης αρχαιολόγος, χωρίς να έχω ανασκάψει κάποια τοποθεσία. Έχω εντοπίσει ορισμένους αρχαιολογικούς χώρους στο χωριό μου (Ποτάμι Λευκωσίας) και αλλού κι έχω υποδείξει τις θέσεις αυτές, που δεν ήταν καταγραμμένες, στο Τμήμα Αρχαιοτήτων. Σε μια περίπτωση το Τμήμα έχει προχωρήσει σε ανασκαφή. Είναι ένα πολύ περίεργο συναίσθημα να εντοπίζει κανείς, να φέρνει στο φως για πρώτη φορά και να παίρνει στα χέρια του αντικείμενα που φτιάχτηκαν πριν από χιλιάδες χρόνια. Είναι παρόμοιο συναίσθημα μ’ αυτό που αισθάνεται ο ορειβάτης, όπως το αναφέρει ο Ρ. Μούζιλ στον Άνθρωπο χωρίς ιδιότητες, ότι δηλαδή «το κορυφαίο συναίσθημα του ορειβάτη όταν πατά μια βουνοκορφή είναι ανώτερο όλων των εξάρσεων της τέχνης, φιλοσοφίας και θρησκείας». Την εκπαίδευση την αγάπησα στην πορεία. Βρέθηκα σε δίλημμα, όταν μου ανακοινώθηκε ο διορισμός μου στη δημόσια εκπαίδευση. Έπρεπε να επιλέξω. Βρισκόμουν στην Αθήνα, έκανα διάφορα επαγγέλματα, ψάχνοντας κυρίως κάποια ευκαιρία για θέση επιμελητή εκδόσεων (!) σε εκδοτικούς οίκους. Μετά τις άκαρπες προσπάθειες, η πιο πιθανή κατάληξη ήταν η επιστροφή μου στη δημοσιογραφία, την οποία εγκατέλειψα για να σπουδάσω Ιστορία και Αρχαιολογία. Τελικά επέλεξα την εκπαίδευση. Ανάμεσα σ’ όλες αυτές τις «αδυναμίες» μου, είναι, νομίζω, η πιο απαιτητική. Πέρα από τον κόπο, οι απαιτήσεις είναι καθημερινές και εντατικές. Κάθε παιδί είναι μια διαφορετική προσωπικότητα, με διαφορετική ψυχοσύνθεση. Πρέπει να βρίσκει κανείς λύσεις ανά πάσα στιγμή, διαφορετικούς τρόπους προσέγγισης. Δεν πετυχαίνεις πάντα, προβληματίζεσαι, αναγνωρίζεις τα λάθη που διέπραξες, προσπαθείς την επόμενη φορά να είσαι καλύτερος, είναι μια καθημερινή δοκιμασία. Να μια μεγάλη πρόκληση για ένα συγγραφέα. Να προσπαθεί κάθε φορά να κατανοήσει ή και να υποδυθεί διαφορετικούς ρόλους, να δοκιμάζεται συναισθηματικά συνεχώς. Η συγγραφή (και το διάβασμα) είναι η πιο μεγάλη από τις «αδυναμίες» μου. Θεωρώ πια ότι είναι ταυτόσημη με την ύπαρξή μου, είναι υπαρξιακή ανάγκη. Όλα τα άλλα, δημοσιογραφία, Ιστορία και αρχαιολογία κι εκπαίδευση, εμπεριέχονται σ’ αυτήν.

Τα γραπτά σου έχουν τιμηθεί με Κρατικό Βραβείο και έχουν μεταφραστεί και στο εξωτερικό. Πώς αντιμετωπίζονται από το περιβάλλον της εκπαίδευσης και πώς εκλαμβάνεται η παράλληλη ιδιότητα του συγγραφέα σε έναν εκπαιδευτικό;

Στο σχολείο δούλεψα μερικές χρονιές, στον ελεύθερο χρόνο μου, με παιδιά που έχουν έφεση στο γράψιμο και τους αρέσει το διάβασμα. Δημιουργήσαμε ομάδες λογοτεχνικών αναγνώσεων, γράψαμε κείμενα, οργανώσαμε εκδηλώσεις, δημοσιεύσαμε σε λογοτεχνικά περιοδικά. Ήταν μια πολύ ωραία εμπειρία. Και το δέσιμο με τα παιδιά αυτά κρατάει ακόμη, γιατί μοιραζόμαστε την αγάπη μας για το βιβλίο. Οι βραβεύσεις και οι μεταφράσεις ή η ιδιότητα του συγγραφέα, ευτυχώς, δεν αποτελούν όχημα για ευνοϊκή μεταχείριση ή διάκριση για έναν εκπαιδευτικό. Αυτό θα ήταν άδικο για τους υπόλοιπους. Συνήθως, στο σχολείο περνά κανείς απαρατήρητος, όταν δε βρίσκεται στην επικαιρότητα λόγω της έκδοσης κάποιου βιβλίου. Πολλές φορές μού έχουν ζητήσει να παρουσιάσω στα σχολεία όπου υπηρέτησα τη δουλειά μου, αλλά αρνήθηκα. Ένιωθα άσχημα, αλλά έτσι αισθανόμουν πως έπρεπε να κάνω. Το σχολείο δεν είναι χώρος για προβολή. Και ιδιαίτερα απέναντι σε μαθητές. Αυτό που αναρωτιούνται πολλοί είναι πώς βρίσκει χρόνο ένας εκπαιδευτικός να γράφει, δεδομένου του όγκου της δουλειάς του (προετοιμασία, διορθώματα, διάφορες ευθύνες). Τελικά, το προτέρημα ενός εκπαιδευτικού που διαβάζει πολύ και γράφει είναι η ιδιαίτερη ευαισθησία του στη διδασκαλία της λογοτεχνίας.

Και μια ερώτηση επικαιρότητας, που δε θα μπορούσε να λείπει στην παρούσα συγκυρία: Πώς αντιλαμβάνεσαι τα πρόσφατα γεγονότα στην Κύπρο; Πού μπορεί να οδηγήσουν; Ήταν αναπόφευκτα;

Εδώ και πολύ καιρό όλοι βλέπαμε πού οδηγούνταν τα πράγματα, αλλά δεν κάναμε και πολλές προσπάθειες να ανατρέψουμε την κατάσταση. Και για να θυμηθούμε τον ήρωα της Κύπρου Ονήσιλο, κατά τη διάρκεια της επανάστασης κατά των Περσών, στο ποίημα του Παντελή Μηχανικού: «Δέκα χρόνια έστελλε τις μέλισσές του ο Ονήσιλος/να μας κεντρίσουν/να μας ξυπνήσουν/να μας φέρουν ένα μήνυμα/Δέκα χιλιάδες μέλισσες έστειλε ο Ονήσιλος/κι όλες ψόφησαν απάνω στο παχύ μας δέρμα/χωρίς τίποτα να νιώσουμε». Όπως και στην Ελλάδα, είχαμε αλλοτριωθεί μέσα στην καθημερινή μας ευμάρεια, εθελοτυφλούσαμε, χάσαμε τον προσανατολισμό μας. Είναι λόγια τετριμμένα, αλλά η ουσία είναι πως η ηθική κρίση προηγήθηκε της οικονομικής, το ηθικό κούρεμα προηγήθηκε του κουρέματος των μισθών, των συντάξεων, των καταθέσεων. Η συμπαιγνία τραπεζιτών και πολιτικών ήταν η χαριστική βολή που μας έφερε στη σημερινή τραγική κατάσταση. Όπως και να έχει, όσο ζοφερά κι αν είναι τα πράγματα, δεν πρέπει να εκλαμβάνονται μονοδιάστατα απαισιόδοξα. Ας είναι η κρίση αυτή μια ευκαιρία να επαναξιολογήσουμε τη ζωή μας, τις προτεραιότητές μας, να αποκαταστήσουμε τις ως τώρα ρηχές ανθρώπινες σχέσεις, να παραμερίσουμε την υποκρισία και το ψέμα, να κατακρημνίσουμε τα είδωλα, επιτέλους να συνειδητοποιήσουμε ότι μεγαλύτερη αξία πρέπει να δοθεί στο είναι κι όχι στο έχειν. Είναι, νομίζω, εύκολο να φανταστούμε πού θα οδηγηθούν τα πράγματα. Υπάρχει το πείραμα της Ελλάδας και της Πορτογαλίας. Κι αν είναι να χάσουμε στην οικονομία την καθημερινότητά μας, ας κερδίσουμε τουλάχιστον στο πνεύμα και το ήθος. Για να μιλήσουμε με άλλους όρους, αν κάτι μας κράτησε τόσους αιώνες σ’ αυτό τον τόπο (στην Ελλάδα και την Κύπρο) αυτό είναι ο πολιτισμός, π.χ. το βιβλίο, μια και μιλάμε γι’ αυτό. Ας το καταλάβουμε, βασικό αίτιο της κρίσης είναι η ηθική μας κατάπτωση σε όλους τους τομείς της ζωής. Και για να ξεπεραστεί η κρίση πρέπει να αντιμετωπιστεί στη ρίζα της, στα αίτιά της. Αν οι εκάστοτε κυβερνώντες εγκατέλειπαν τη στενόμυαλη πολιτική τους που θέλει τον πολιτισμό πρώτο θύμα αυτής της κρίσης (από εκεί ξεκινούν οι περικοπές), θα αντιλαμβάνονταν ότι η επένδυση στον τομέα αυτό θα φέρει ανάπτυξη, νέες θέσεις εργασίας και ένα δυναμικό ιδιαίτερα μορφωμένο και καλλιεργημένο, ευαίσθητο. Αυτό δεν είναι το ζητούμενο μιας υγιούς δημοκρατίας και κοινωνίας; Αυτούς τους πολίτες δε θέλουμε;

Τέλος, ποια είναι τα σχέδιά σου για το προσεχές ή απώτερο μέλλον – λογοτεχνικά και μη;

Τα σχέδια –ως όνειρα–, τα προσωπικά εννοώ, είναι πάντα λογοτεχνικά. Ζηλεύω τη Μεγάλη Λογοτεχνία, τα μεγάλα πνεύματα, όπως ο Ντοστογιέφσκι, ο Προυστ, ο Μάρκες, ο Σαραμάγκου, των οποίων ούτε τη φευγαλέα αύρα, τη σκιά της ιδιοφυΐας τους δεν μπορώ να αγγίξω στη λογοτεχνική μου γραφή. Έχω εδώ και πολύ καιρό μια συλλογή διηγημάτων ολοκληρωμένη. Έχουν να κάνουν με το παρελθόν, σχεδόν ηθογραφικά, για μνήμες-ιστορίες που προσπάθησα να διασώσω μέσα από τη μικρή φόρμα (έκτασης μίας ή δύο σελίδων) και ορισμένα, ας τα πούμε, μελλοντολογικά, πιο εκτεταμένα διηγήματα υπό τον τίτλο Ένας κόσμος που χάθηκε ή ένας κόσμος που έρχεται. Αυτό τον καιρό κρατώ σημειώσεις για ένα νέο μυθιστόρημα. Ίσως το αρχίσω το καλοκαίρι. Στο τέλος Απριλίου ή αρχές Μαΐου θα κυκλοφορήσει στα βουλγαρικά από τον εκδοτικό οίκο «Πλάμακ» το μυθιστόρημά μου Ώσπερ στρουθίον, τάχος επέτασας, που πρωτοεκδόθηκε στην Κύπρο το 2003 και αναφέρεται στην πραγματική ιστορία του αδελφού μου, ο οποίος σκοτώθηκε από κεραυνό μαζί με τον πρώτο εξάδελφό μου. Τέλος, την ερχόμενη εβδομάδα, στις 24 Απριλίου, θα παρουσιαστεί στο βιβλιοπωλείο «Ιανός», στην Αθήνα, το Ημερολόγιο μιας απιστίας.

Ημερολόγιο μιας απιστίαςΗμερολόγιο μιας απιστίας
Αιμίλιος Σολωμού
Ψυχογιός
325 σελ.
Τιμή € 14,99

 

ΦΙΛΙΚΑ SITE

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Email:
Θέμα:
Μήνυμα:

ΠΤΟΛΕΜΑΙΩΝ 4 (ΠΛΑΤΕΙΑ ΠΡΟΣΚΟΠΩΝ)
11635 ΑΘΗΝΑ, ΤΗΛ.-FAX: 210-7212307
info@diastixo.gr

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

*  Το email σας:

ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΔΙΚΤΥΑ

facebook icontwitter icongoogle plus iconpinterest iconyoutube iconrss icon

Με την υποστήριξη του diastixo.gr - Designed by: artspr