A+ A A-

Τρία μικροδιηγήματα του Σιδέρη Ντιούδη

Τρία μικροδιηγήματα του Σιδέρη Ντιούδη


ΗΛΙΚΙΕΣ

Το κροτάλισμα των σωμάτων ήταν εκκωφαντικό.

Σαν σε όνειρο το ξύπνημα του άντρα, τον έφερε αντιμέτωπο με τις ηλικίες του. Στοιβαγμένες δίπλα στο κρεβάτι δεν τον άφηναν από τα μάτια τους, ενώ αυτός δεν πίστευε στα δικά του μάτια.

Τις έβλεπε να ορθώνονται σαν σωστοί άνθρωποι μπροστά του και το αίμα του κόχλαζε από την αγωνία. Ήταν περιττό να προσμένει κάθε μορφής ομιλία, αλλά οι εκφράσεις πρόδιδαν θλίψη, λύπη και ενίοτε χαρά.

Σαν σιντριβάνι οι αναμνήσεις ξεπηδούσαν και πρόβαλλαν πολυκαιρισμένες στιγμές. Τα μάτια του έβλεπαν πιο καθαρά μες στο σκοτάδι όλα αυτά που ανέσυρε ο χρόνος. Το δέρμα που γέμισε ρυτίδες, τα μαλλιά που έγιναν άσπρα σαν το χιόνι, το κορμί που έχασε το σφρίγος του και τις ηλικίες να τον χαϊδεύουν στο προσκεφάλι, κλείνοντάς του τα μάτια και παραδίδοντάς τον στην αγκαλιά του Μορφέα.

 

Η ΚΟΠΕΛΑ ΜΕ ΤΟ ΠΟΔΗΛΑΤΟ

Ήταν εκεί. Την είδε με την άκρη του ματιού του να κάθεται, όπως συνήθως, στο γνώριμο παγκάκι. Με το ποδήλατο για σύντροφο, παρέα με ένα βιβλίο.

Ακολουθούσε πιστά το δρομολόγιό του. Μετά τη δουλειά, περπατούσε με τα πόδια για το σπίτι.

Ακολουθούσε πιστά την καθημερινή της συνήθεια. Καθόταν στο ίδιο πάρκο, πάντα με το λευκό ποδήλατο με τις μεγάλες ρόδες και το καλάθι μπροστά στο τιμόνι.

Ήταν παραπάνω από μια εβδομάδα που διασταυρώνονταν τα βλέμματά τους, χωρίς ούτε μια κουβέντα να παρεμβάλλεται μεταξύ τους.

Απόψε είχε αποφασίσει να της μιλήσει. Έκλεισε την πόρτα του γραφείου και κατηφόρισε τον δρόμο για το πάρκο. Την είδε από μακριά να είναι σκυμμένη πάνω από ένα βιβλίο.

Όταν πλησίασε, δεν υπήρχε κανείς. Μόνο ένας τεράστιος υάκινθος σκορπούσε το άρωμά του. Τον ακούμπησε και μύρισε το άρωμά του.

 

ΧΟΑΝΗ

Παρέμενε σιωπηλός. Το πρόσωπο ήταν ανέκφραστο και μόνο άκουγε. Ένα χαρακτηριστικό, σωστό είδος προς εξαφάνιση. Οι περισσότεροι μιλούσαν ακατάπαυστα, ο ένας πάνω στην ομιλία του άλλου. Ένας άτυπος διαγωνισμός για το ποιος θα πει τα περισσότερα, με μεγαλύτερη ένταση και καλύπτοντας τον ήχο του άλλου. Αυτός προτιμούσε να ακούει. Να είναι ένα τεράστιο αυτί, που σαν σφουγγάρι απορροφάει τα πάντα.

Έως το πρωινό εκείνο που ξύπνησε και διαπίστωσε ότι μια τεράστια χοάνη είχε πάρει τη θέση των αυτιών του. Ένα πραγματικό τούνελ, που διέσχιζε το πρόσωπό του από άκρη σε άκρη και τον έκανε να θυμίζει ελβετικό τυρί.

Αυτό που διαπίστωσε ως εκ θαύματος ήταν ότι άκουγε κανονικά, αλλά όσα ήταν άκρως απαραίτητα να ακούσει. Τα υπόλοιπα διέσχιζαν τη χοάνη και έφευγαν έξω από αυτόν. Διαπίστωσε ότι έβλεπε να ανοιγοκλείνουν τα στόματα των ανθρώπων και ό,τι τον ενοχλούσε τον άφηνε ανέγγιχτο. Η χοάνη τον είχε σώσει και ας μην έμοιαζε με κανονικό άνθρωπο. Είχε απαλλαγεί από τη σκοπιμότητα των λόγων.

 

Ο Σιδέρης Ντιούδης γεννήθηκε στα Γιαννιτσά το 1976 και ζει στην Αθήνα. Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές Ελεύθερη πτώση (Εκδόσεις Φιλόγραφο, 2006, Βραβείο Νέων Ποιητών στο 23ο Πανελλήνιο Συμπόσιο Ποίησης και Λογοτεχνίας) και Η βραδυπορία της στιγμής (Εκδόσεις Αιώρα, 2011).

 

ΦΙΛΙΚΑ SITE

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Email:
Θέμα:
Μήνυμα:

ΠΤΟΛΕΜΑΙΩΝ 4 (ΠΛΑΤΕΙΑ ΠΡΟΣΚΟΠΩΝ)
11635 ΑΘΗΝΑ, ΤΗΛ.-FAX: 210-7212307
info@diastixo.gr

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

*  Το email σας:

ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΔΙΚΤΥΑ

facebook icontwitter icongoogle plus iconpinterest iconyoutube iconrss icon

Με την υποστήριξη του diastixo.gr - Designed by: artspr