A+ A A-

Ο ΣΤΟΙΧΕΙΩΜΕΝΟΣ ΚΗΠΟΣ της Μάριον Χωρεάνθη

Ο ΣΤΟΙΧΕΙΩΜΕΝΟΣ ΚΗΠΟΣ της Μάριον Χωρεάνθη

All cities are mad: but the madness is gallant.
All cities are beautiful: but the beauty is grim. (Christopher Morley, Where the Blue Begins, 1922)

Αφετηρία Συγγρού-Φιξ. Το λεωφορείο έχει γεμίσει. Είναι η ώρα εκείνη του απογεύματος που μεταβάλλει το ανάγλυφο του τοπίου, το ντύνει με ιστούς ίσκιων, βαθαίνει τις πτυχές του και τις χαρακιές. Δεξιά κι αριστερά τα κτίρια με τις σκοτεινές βιτρίνες ξεδιπλώνονται σιωπηλά, σχεδόν αγνώριστα καθώς τα χρώματα σβήνουν τις αντιθέσεις τους μέσα στο μισοδιάφανο παστέλ του σούρουπου.

Μας πιάνει κόκκινο προτού προλάβουμε καλά καλά να ξεκινήσουμε. Απέναντι, δυο βήματα πιο πέρα απ' το φανάρι της νησίδας, μια νέα γυναίκα είναι σκυμμένη και σαν κάτι να μαζεύει από χάμω. Κέρματα; Πεταμένα αποτσίγαρα; Δεν θυμίζει άστεγη ή ζητιάνα – τα πόδια της είναι γυμνά αλλά δείχνουν περιποιημένα, με τα νύχια βαμμένα κόκκινα και τα σκισίματα στο τζιν της είναι μάλλον για φιγούρα, όχι από την πολυκαιρία. Κι απ' τις δυο κατευθύνσεις του δρόμου τα αμάξια και τα μηχανάκια προσπερνούν αδιάφορα, λες και κανένας δεν τη βλέπει, κανέναν δεν παραξενεύει η παρουσία της. Οι πεζοί που φουριόζοι διασχίζουν τη λεωφόρο είναι μυστήριο πώς και δεν σκοντάφτουν επάνω της. Μόλις γίνεται πράσινο και ξεκινάμε, ορθώνει το κορμί της και στρέφει το κεφάλι προς το μέρος μας – μια βιαστική ακουαρέλα συγκεχυμένων χαρακτηριστικών. Στα χέρια της κρατά ένα μπουκέτο κυκλάμινα.

Πού βρήκε τα κυκλάμινα τέτοια εποχή; Και γιατί περπατά ξυπόλυτη στις βρομισμένες πλάκες δίχως κανείς να το προσέχει; Από πού ξέφυγε και χάθηκε στον πολυδαίδαλο, στέρφο γεωμετρικό αυτόν κήπο από άσφαλτο και μπετόν; Σαν να βραχυκυκλώθηκαν οι συντεταγμένες του χωροχρόνου και φευγαλέα μισάνοιξαν οι πύλες μιας παράλληλης διάστασης – όπως δυο φιλμ που προβάλλονται μαζί, σε υπέρθεση κι οι σκηνές τους μπερδεύονται. Τι είναι άλλωστε η ζωή παρά μια ατέρμονη οπτική απάτη, το δανεικό, μηδαμινό θραύσμα απείρου και αιωνιότητας που λαχαίνει στον καθένα και πασχίζουμε να το αγγίξουμε με τις λειψές αισθήσεις και τον σαστισμένο νου μας; Το εφήμερο συλλογικό μας πεπρωμένο υφαίνει την ψυχή της πόλης, το μεταίσθημα του περάσματός μας μένει πίσω ανεξίτηλο, πεισματικό, να στοιχειώνει τον τσιμεντένιο της ορίζοντα.

Μα έλα που ο παντελώς άγνωστος διπλανός σου θεωρεί τις δικές του ιστορίες μοναδικές, άξιες να τις αφηγηθεί στον άλλον σαν κάτι εξωτικό και πρωτάκουστο. Με το έτσι θέλω κουρελιάζει το κουκούλι του ρεμβασμού σου, κλέβει τον χρόνο σου και πραξικοπηματικά σου φορτώνει τον δικό του. Δεν τον νοιάζει αν τον παρακολουθείς, αν και πώς αντιδράς σε όσα σου λέει, δεν ακούει καν τι απαντάς από ευγένεια στις ρητορικές του ερωτήσεις: το θέμα είναι να τα πει, να τα αδειάσει σ' ένα ζευγάρι απρόθυμα αυτιά που ως εκείνη την ώρα τα ακουστικά του MP3 τα προστάτευαν από την περιρρέουσα δυσαρμονία των φιλικών και μη συζητήσεων (ή συνδιαλέξεων μέσω κινητού), των εμβριθών κοινωνικοπολιτικών σχολίων και των μπουζουκοπόπ ασμάτων του συρμού από το ραδιόφωνο του λεωφορείου. Κι από άκων και ανώνυμος κομπάρσος στην τραγική κωμωδία της ύπαρξης να βρεθεί έστω και για λίγο στο κέντρο της σκηνής, να αποκτήσει φωνή και πρόσωπο – ας είναι και για όσο κρατά η διαδρομή απ' το Φιξ ως την Αμφιθέας, βράδυ Τετάρτης χωρίς πολλή κίνηση.

Και πάνω που ο δίχως κόμματα ή τελεία μονόλογος περνά με τόνο συνωμοτικό στους εξωσυζυγικούς άθλους κάποιου Βαγγέλη, στον οποίον ο λαλίστατος συνεπιβάτης σου αναφέρεται λες και πρόκειται για κοινό σας παιδικό φίλο, στο παρμπρίζ και τα παράθυρα μια ξαφνική βροχή μεταμορφώνει το αιχμηρό κιαροσκούρο της Συγγρού σε αεικίνητο κυβιστικό βιτρό, ένα παλλόμενο καλειδοσκόπιο που καθρεφτίζεται στα γκρίζα, νυσταγμένα πρόσωπα καθώς παίζει κυνηγητό με τους υαλοκαθαριστήρες. Στη στάση του Άγιου Σώστη, ο κόσμος έχει στριμωχτεί κάτω απ' το φτενό στέγαστρο κι οι δυο-τρεις που δεν χώρεσαν καλύπτουν όπως όπως τα κεφάλια τους με χαρτοφύλακες και ανασηκωμένα μπουφάν. Μόνο ένας τύπος στέκεται παράμερα, ασάλευτος πάνω απ' τη σκάλα της υπόγειας διάβασης, με την πλάτη γυρισμένη στη λεωφόρο κι αψηφώντας την μπόρα που κι αυτή μοιάζει να τον αποφεύγει. Το νερό δεν ποτίζει τα μαλλιά και τα ρούχα του, το φως απ' τους στύλους του ηλεκτρικού δεν σκιτσάρει τη σκιά του στο πεζοδρόμιο – κι εκεί, μπροστά στα απορημένα μάτια σου, η μορφή χάνεται μεμιάς, απότομα, σαν να τη ρούφηξε το κενό. Το ακούραστο μονόχορδο πλάι σου δεν είναι πια παρά ένα μακρινό, ακατάληπτο μουρμουρητό που το σκεπάζει ο χτύπος της καρδιάς σου.

Η βροχή σταματά το ίδιο αναπάντεχα όπως άρχισε, αφήνοντας τον ουρανό κατάστικτο με αστέρια και κάτι αραιά, ξεφτισμένα σύννεφα που ράθυμα γλιστρούν κόντρα στο μπλάβο φόντο. Και μαζί μ' αυτήν, ω του θαύματος, παύει αίφνης κι η λογοδιάρροια του διπλανού, ο οποίος έχει δέσει τα χέρια πάνω στα γόνατά του και μουτρωμένος ατενίζει τα παντοφλέ παπούτσια του, ενώ στο πίσω τζάμι το φασματικό πρόσωπο της πόλης, στεφανωμένο με τη χλωμή του άλω, διαλύεται στο ρευστό σκοτάδι της απόστασης που το καταπίνει.

Η Μάριον Χωρεάνθη γεννήθηκε στη Χίο, αλλά μεγάλωσε και ζει στην Αθήνα. Έχει εργαστεί ως μεταφράστρια, εικονογράφος και καθηγήτρια ξένων γλωσσών. Τα τελευταία χρόνια ασχολείται με τις εφαρμογές πολυμέσων, τη μουσική επένδυση ταινιών και τη δημιουργία διαδικτυακών παιχνιδιών γρίφων και εναλλακτικής πραγματικότητας. Έχει εκδώσει ένα μυθιστόρημα (Βρείτε την Ορτανσία, Καστανιώτης, 2001) και μια ποιητική συλλογή (Η εξορία των αρχαγγέλων, Ιωλκός, 2005).

 

ΦΙΛΙΚΑ SITE

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Email:
Θέμα:
Μήνυμα:

ΠΤΟΛΕΜΑΙΩΝ 4 (ΠΛΑΤΕΙΑ ΠΡΟΣΚΟΠΩΝ)
11635 ΑΘΗΝΑ, ΤΗΛ.-FAX: 210-7212307
info@diastixo.gr

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

*  Το email σας:

ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΔΙΚΤΥΑ

facebook icontwitter icongoogle plus iconpinterest iconyoutube iconrss icon

Με την υποστήριξη του diastixo.gr - Designed by: artspr