A+ A A-

Jessie Burton: «Το κουκλόσπιτο» κριτική της Ελένης Σαραντίτη

Το κουκλόσπιτο Jessie Burton Μετάφραση Μυρτώ Καλοφωλιά Πατάκης


To
κουκλόσπιτο της Αγγλίδας συγγραφέως και ηθοποιού Τζέσι Μπάρτον [Jessie Burton] (1982), προς τέρψη και απόλαυση της ίδιας της Μπάρτον, φαντάζομαι, αλλά και εκατομμυρίων αναγνωστών, γεννήθηκε έπειτα από την ευτυχή επίσκεψή της στο Κρατικό Μουσείο της Ολλανδίας, στο Άμστερνταμ. Εκεί, σε θέση περίοπτη, επιβλητικό, μοναδικό, εντυπωσιακό, ένα αληθινό, και σαν τέτοιο, πολύτιμο, έργο τέχνης, εκτίθεται το κουκλόσπιτο της Πετρονέλλα Όορτμαν. Μια μινιατούρα αληθινού σπιτιού με λεπτομέρειες αριστουργηματικές, τόσο ωραίο – σαν αχειροποίητο. Η συγγραφέας δανείστηκε για την ηρωίδα της το όνομα τής τότε κατόχου του κουκλόσπιτου η οποία έζησε τον 17ο αιώνα. Φυσικά η όλη –καθηλωτική– ιστορία είναι προϊόν μυθοπλασίας.

Ίσως εδώ θα πρέπει να θυμηθούμε ότι στην Κεντρική και Βόρεια Ευρώπη τα κουκλόσπιτα βρίσκονταν (17ος -19ος αι.) υψηλά στις προτιμήσεις των εύπορων οικογενειών –δεν προορίζονταν τα περισσότερα μόνο για τα παιδιά– και λογίζονταν ως πλούτος, ευμάρεια αλλά και απόδειξη υψηλού γούστου. Και να προσθέσω ακόμη ότι, παλαιότερα, σε ένα ταξίδι μου στην Δανία, είχα περάσει αρκετή ώρα εμπρός σε κάποιο παλαιοπωλείο, θαυμάζοντας ένα κουκλόσπιτο που κατείχε ολόκληρη την βιτρίνα και που ήταν τόσο όμορφο, ώστε σου έφερνε μια ταραχή, ανάμεικτη με την ανακούφιση που προσφέρει το αληθινά ωραίο. Μετάξια και δαντέλες, λιλιπούτειοι ένοικοι, ρόδινα παιδάκια, μικροσκοπικά παιχνίδια, ζώα σύντροφοι, βάζα ολάνθιστα, ας μην μπαίνω σε λεπτομέρειες, αδυνατούσα να ξεκολλήσω τα μάτια μου από πάνω του, εκείνο το κουκλόσπιτο της Κοπεγχάγης μού είχε κλέψει την καρδιά. Ώρα στο νοτισμένο πεζοδρόμιο, το κοίταζα. Δεν το χόρταινα. Φεύγοντας το πήρα μαζί μου· την εικόνα του βέβαια. Αυτά τα σπάνιας ομορφιάς πράγματα δεν είναι αναγκαίο (φυσικά ούτε και εφικτό) να τα έχεις στην ιδιοκτησία σου, εφόσον τα κατέχεις διαφορετικά ανακαλώντας τα, και ευφραίνεις έτσι την όρασή σου, οσάκις τα επιθυμήσεις…

Το τεράστιο δίκτυο των ομόκεντρων καναλιών, οι πανέμορφες και πανάκριβες κατοικίες των μεγαλεμπόρων και επιχειρηματιών. Οι αγορές. Οι μυρωδιές. Οι τελετές. Οι φυλές. Τα ιδρύματα. Τα τρικάταρτα. Οι μουσικές. Η μινιατουροποιός  με τα πυρόξανθα μαλλιά της και την ντελικάτη φιγούρα της σε εγρήγορση, διαρκώς στα σοκάκια, με βλέμμα που πλέει. Οι ανώτατοι άρχοντες και η απεριόριστη εξουσία τους, το τελευταίο φως του ήλιου στα κανάλια και στα περίτεχνα διακοσμητικά των προσόψεων. Ένα παλίμψηστο.



Ένα παρόμοιο, ίσως και εντυπωσιακότερο, κουκλόσπιτο είχε στην ιδιοκτησία της η δεκαοκτάχρονη Πετρονέλλα, με καταγωγή από το Άσσελντεφ, φρεσκοπαντρεμένη με ώριμο άντρα, έμπορο και καραβοκύρη, εξέχον μέλλος της κοινωνίας της πλουσιότερης πόλης της Ευρώπης, όπως θεωρείτο τον 17ο αιώνα, τον και Χρυσή Εποχή της Ολλανδίας καλούμενο, το Άμστερνταμ, το οποίο, σημειωτέον, είχε ιδρυθεί στα τέλη του 12ου αιώνα ως μικρό αλιευτικό χωριό στις όχθες του ποταμού Άμστελ. 

Το πανέμορφο κουκλόσπιτο είχε κατασκευαστεί στην πόλη των καναλιών γύρω στα 1686  από μεγάλη καλλιτέχνιδα, καταγόμενη από το Μπέργκεν της Νορβηγίας, ενώ στην Πόλη Μπρυζ του Βελγίου, δίπλα στον σπουδαίο δημιουργό πατέρα της, Βιντελμπρέκε, θήτευσε στην τέχνη της μικρογραφίας. Ονομάζεται κι εκείνη Πετρονέλλα, είναι όμως γνωστή ως η μινιατουροποιός. Βέβαια αυτό που είναι παντελώς άγνωστο είναι ότι ετούτη η Πετρονέλλα διαθέτει απεριόριστες δυνάμεις ενόρασης· το ενοράν είναι για την μινιατουροποιό η δίψα της ζωής της, το σθένος αλλά και ο κυρίαρχός της. Διέπεται από αυτό κι άλλο δεν κάνει η ολωσδιόλου μοναχική αυτή γυναίκα, παρά να προμαντεύει, να προειδοποιεί, να διδάσκει και να προστατεύει. Με ποιον τρόπο; Μέσω της τέχνης της και μέσω των μικροσκοπικών, αριστοτεχνικών πλασμάτων και πραγμάτων που δημιουργεί: Το λιλιπούτειο σκυλί που θα δολοφονηθεί ματώνει μες στο κουκλόσπιτο, το βρέφος που κάποτε θα έλθει από το άγνωστο βρίσκεται ήδη στο λίκνο του τυλιγμένο μες στα μετάξια και τις δαντέλες, στην γυναίκα που ποτέ δεν συνάντησε στέλνει μικροσκοπική φιγούρα σκοτεινή και μοχθηρή, κι εκείνη της γράφει τρομαγμένη, «Έλαβα την μινιατούρα σου, θες να πεις ότι δεν πρέπει να τον παντρευτώ;». Πολλά τα κουκλόσπιτα της άξιας και παράξενης δημιουργού, πολλές και οι γυναίκες που λαμβάνουν τα μηνύματά της, και ανάλογα με την αντίληψή τους πορεύονται…

Η νεαρή νιόπαντρη Πετρονέλλα, Νέλλα το χαϊδευτικό της, έλαβε το δικό της κουκλόσπιτο ως δώρο μεταμέλειας ή και ως χειρονομία καλής θέλησης από τον σύζυγό της, μιας και ο άντρας αυτός δεν την πλησίαζε σχεδόν καθόλου. Εξάλλου διαρκώς απουσίαζε ταξιδεύοντας στις εφτά θάλασσες για να προμηθευτεί τα πολύτιμα εμπορεύματά του: Σακιά με ζάχαρη χιονάτη, φωσφορίζουσα σαν μαργαριτάρι, κι άλλα σακιά με λαχταριστό καφέ, μετάξια αέρινα, βελούδα, δέρματα, κρύσταλλα, χαλιά από μεταξοκλωστή και «σεντέφια και κοράλλια, κεχριμπάρια κ’ έβενους, και ηδονικά μυρωδικά κάθε λογής…» Ευωδίαζε ο αέρας στις αποθήκες του κάτω στο λιμάνι, ευφραινόταν κι ο ίδιος, Γιοχάνες Μπραντ το όνομά του, ότι συνέβαλε κι εκείνος στο οικονομικό θαύμα που συντελέστηκε εκείνα τα χρόνια στην πόλη του, συνέργησε ώστε να απλωθεί στα πέρατα η λάμψη της…

Πέρα στην πατρίδα της, στο Άσσεντελφ, η οικογένεια χειμαζόταν. Όταν πέθανε ο πατέρας της οι συμπολίτες είχαν πει ότι ο μεθύστακας αυτός είχε χτίσει καπηλειά ολόκληρα. Η μητέρα της πρόσβλεπε σ’ έναν πλούσιο γάμο της Νέλλας. Τα άλλα παιδιά ήταν μικρότερα. Τα κατάφερε. Ο Γιοχάνες Μπραντ έφτασε ένα απόγευμα στο σπιτικό τους που κατέρρεε. Η Νέλλα Όορτμαν έπαιξε για χάρη του λαούτο στο οποίο είχε κάποια κλίση. «Πολύ όμορφο όργανο…», είπε ο άντρας, ετών τριάντα εννέα, ζήτησε το χέρι της δεκαοκτάχρονης κοπέλας, κι ευθύς μετά την τελετή αναχώρησε· είχε εμπόρευμα να παραδώσει, εξήγησε. Τη νύχτα του γάμου της η νύφη κοιμήθηκε με την αδελφή της.

Και να την τώρα, στα μέσα Οκτωβρίου του 1686, έξω από το αρχοντικό του άντρα της, να χτυπά το δελφινόσχημο ρόπτρο. Είναι αμήχανη. Διστακτική και ανήσυχη. Στο ένα χέρι βαστά σφιχτά το κλουβί με το παπαγαλάκι της. «Θηριοτροφείο θα γίνουμε εδώ μέσα;» ακούγεται μια στριφνή φωνή και από τις σκιές της μεγάλης σάλας γλιστρά μια γυναίκα με όψη πικρή και ύφος ακατάδεκτο. Είναι η Μάριν, αδελφή και μοναδική συγγενής του συζύγου της Νέλλας. Ώριμης ηλικίας. «Ακολούθησέ με επάνω», λέει η γυναίκα. «Θα θέλεις να δεις το δωμάτιό σου». Το σπίτι την καταπίνει· δεν την αγκαλιάζει. Και σε λίγο ακούει την φωνή εκείνου. Του άντρα της. Δεν ανεβαίνει, δεν την αναζητά, τον αναζήτησε όμως η κοπέλα, κι εκείνος, «Θα έπρεπε να κοιμάσαι», της μιλά ψυχρά.

Το κουκλόσπιτο Jessie Burton Μετάφραση Μυρτώ Καλοφωλιά Πατάκης

Η πόλη. Οι κάτοικοι. Οι εκκλησιές και τα ντοκ. Το πλήθος που συρρέει από παντού. Μόνο στο Παρίσι και το Λονδίνο υπήρχαν, λέει, σ’ κείνους τους χρόνους τόσοι κάτοικοι. Το τεράστιο δίκτυο των ομόκεντρων καναλιών, οι πανέμορφες και πανάκριβες κατοικίες των μεγαλεμπόρων και επιχειρηματιών. Οι αγορές. Οι μυρωδιές. Οι τελετές. Οι φυλές. Τα ιδρύματα. Τα τρικάταρτα. Οι μουσικές. Η μινιατουροποιός  με τα πυρόξανθα μαλλιά της και την ντελικάτη φιγούρα της σε εγρήγορση, διαρκώς στα σοκάκια, με βλέμμα που πλέει. Οι ανώτατοι άρχοντες και η απεριόριστη εξουσία τους, το τελευταίο φως του ήλιου στα κανάλια και στα περίτεχνα διακοσμητικά των προσόψεων. Ένα παλίμψηστο. 

Θέλησε να περπατήσει μέχρι τις αποβάθρες η Νέλλα. Επιθύμησε να δει τις αποθήκες και τους θησαυρούς που φυλάγονταν σ’ αυτές. Θα συναντούσε και τον σύζυγό της. Μήπως και έρχονταν κάπως κοντύτερα. Πώς αλλιώς θα επιβίωνε; «Καλό θα ήταν να μείνεις εδώ», την ικετεύει σχεδόν η συμπαθητική νέα γυναίκα, που είναι χρόνια στην υπηρεσία των Μπραντ, όμως η Πετρονέλλα δεν την ακούει. Φεύγει. Περνά κάτω από την κεντρική αψίδα της εισόδου της Εταιρείας (η περίφημη Ολλανδική Εταιρεία Δυτικών Ινδιών), συναντά δυο άντρες, «Ψάχνω τον Γιοχάννες Μπραντ» ρωτά, της δείχνουν επιφυλακτικά ενώ μουρμουρίζουν: «Μα είναι άδυτο εκεί. Δεν επιτρέπονται γυναίκες…» Όμως η κοπέλα σαν να μην άκουσε προχωρεί, ανεβαίνει τη στριφογυριστή σκάλα που βγάζει στο γραφείο του, σπρώχνει το μαγκωμένο χερούλι, ανοίγει κι ενώ ετοιμάζεται να φωνάξει το όνομα του συζύγου της, η φωνή της σπάει σε χίλια κομμάτια. Το ίδιο και η καρδιά της.

«Ξαπλωμένος στο βάθος του δωματίου, ο Γιοχάννες έχει απλώσει το κορμί του πάνω σ’ έναν καναπέ, με τα μάτια του κλειστά, γυμνός, ανίκανος να κουνηθεί διότι ένα κεφάλι με μαύρους βοστρύχους ταλαντεύεται πάνω από τον βουβώνα του». Το κεφάλι γνωστό· ανήκει σε έναν αναιδέστατο και απαίδευτο νεαρό Άγγλο, ηθοποιό τάχα, θεληματάρη στην πραγματικότητα, Τζακ το όνομά του, και τους επισκέπτεται συχνά στο σπίτι κουβαλώντας διάφορα δέματα. Γυμνός ο σύζυγός της φωνάζει το όνομά της, αλλά ο νους της κοπέλας είναι φλογισμένος.

Η σιωπή. Ο εξευτελισμός. Η οδύνη που κυλά σαν το βρώμικο νερό των καναλιών μέσα της. Το τέλος των πάντων. Και η αρχή όλων… «Ξέρεις τι κάνουν εδώ σε άντρες σαν τον αδελφό μου;» μιλά παρακλητικά μέρες μετά η αδελφή του Γιοχάννες στην εξουθενωμένη Πετρονέλλα. «Τους πνίγουν. Οι ανώτατοι άρχοντες βάζουν βάρη στα πόδια τους και τους πετούν στο νερό…»

Στο ελεεινό κελί της φυλακής όπου μετέφεραν τον Ολλανδό αριστοκράτη, έπειτα από καταγγελία του άθλιου Τζακ ότι βιάστηκε από αυτόν και κακοποιήθηκε, εκεί, στο σκοτάδι και στα σκουπίδια και στα ποντίκια που γεννοβολούσαν δίπλα τους, σ’ αυτή την κόλαση ένιωσε για πρώτη φορά σύζυγος η Νέλλα. Δωροδοκώντας τον φύλακα επισκεπτόταν συχνά τον Γιοχάννες, του έτεινε και τα δυο χέρια της κι εκείνος, άλλο δεν έκανε παρά να τα σφίγγει, να τα χαϊδεύει, να τα λαχταρά. Οι συναντήσεις τους αυτές είχαν μια γλύκα, μια ποιότητα, έναν σεβασμό που η κοπέλα γνώριζε ότι δεν θα ξαναζήσει. Μάλιστα, την νύχτα πριν την εκτέλεση, τους είχαν τυλίξει γλυκά και προστατευτικά σαν ρούχο πολύτιμο η αγάπη, η συγκίνηση, η απελπισία του αποχωρισμού. Και ο έρωτας. «Στο μέλλον» η Νέλλα «θα αναφέρεται στη γαλήνη αυτή σαν την πρώτη νύχτα του γάμου τους, σαν μια μέθεξη όπου δεν χρειάζονται λόγια».

Το ίδιο βράδυ της εκτέλεσης (Κυριακή 12 Ιανουαρίου, 1687): «Έλα, ας μεθύσουμε από έρωτα μέχρι την αυγή, ας βουλιάξουμε στον έρωτά μας..» (Παροιμίες 7: 18-20).

Η συγγραφέας Τζέσι Μπάρτον, κάτοικος Λονδίνου, έχει σπουδάσει στο πανεπιστήμιο της Οξφόρδης και με Το κουκλόσπιτο, το πρώτο της βιβλίο, καθιερώθηκε διά μιας. Η εποχή, η πόλη, οι άνθρωποι με τα πάθη και τις χαρές τους, η διείσδυση στην ψυχή της ηρωίδας που ωριμάζει μες στο ζοφερό περιβάλλον κι ανθίζει σαν το ρόδο της αυγής, το έλεος της ματιάς της, η ιστορική έρευνα, όλα σ’ ετούτο το βιβλίο, το οποίο έγραφε επί τέσσερα χρόνια, μιλούν για σπουδαία συγγραφέα.

H μετάφραση της Μυρτώς Καλοφωλιά ήταν παραπάνω από καλή. Πολλή η δουλειά και  –προπαντός– σοβαρή. Το φρόντισε με την καρδιά της το ωραίο βιβλίο.

Το κουκλόσπιτο
Jessie Burton
Μετάφραση Μυρτώ Καλοφωλιά
Πατάκης
564 σελ.
ISBN 978-960-16-6352-4
Τιμή € 19,70
001 patakis eshop

 

Διαβάστε επίσης
ΞΕΝΗ ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ
Λιντί Σαλβέρ: «Μην κλαις» κριτική της Έρικας Αθανασίου

Πόσο εύκολο είναι να γράψεις για την πιο σημαντική ανάμνηση της μητέρας σου, όταν αυτή δεν αφορά εσένα; Όταν αυτό που έχει μείνει κυρίως στη μνήμη της είναι ένα καλοκαίρι πολύ πριν γεννηθείς εσύ, με...

ΞΕΝΗ ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ
Hanya Yanagihara: «Λίγη ζωή» κριτική του Φίλιππου Φιλίππου

Η Χάνια Γιαναγκιχάρα (1975), κάτοικος της Νέας Υόρκης, με πατέρα από τη Χαβάη και μητέρα από την Κορέα, θεωρείται ένα από τα ανερχόμενα αστέρια της αμερικανικής λογοτεχνίας. Εργάστηκε σε περιοδικά...

ΞΕΝΗ ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ
Emir Kusturica: «Ξένος μες στον γάμο» κριτική του Σιδέρη Ντιούδη

Οι σινεφίλ και οι fan του βαλκανικού κινηματογράφου τον γνωρίζουν απ’ το σπουδαίο κινηματογραφικό του έργο και από ταινίες όπως Ο καιρός των Τσιγγάνων, Underground και Μαύρη γάτα – Άσπρος γάτος. O λόγος...

ΦΙΛΙΚΑ SITE

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Email:
Θέμα:
Μήνυμα:

ΠΤΟΛΕΜΑΙΩΝ 4 (ΠΛΑΤΕΙΑ ΠΡΟΣΚΟΠΩΝ)
11635 ΑΘΗΝΑ, ΤΗΛ.-FAX: 210-7212307
info@diastixo.gr

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

*  Το email σας:

ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΔΙΚΤΥΑ

facebook icontwitter icongoogle plus iconpinterest iconyoutube iconrss icon

Με την υποστήριξη του diastixo.gr - Designed by: artspr