A+ A A-

ΔΗΜΗΤΡΑ Χ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ: ΤΟ ΕΛΑΧΙΣΤΟ ΨΩΜΙ ΤΗΣ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗΣ κριτική της Σταυρούλας Γ. Τσούπρου

ΔΗΜΗΤΡΑ Χ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ: ΤΟ ΕΛΑΧΙΣΤΟ ΨΩΜΙ ΤΗΣ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗΣ
Είναι ένα αρπαχτικό η μελαγχολία μου

Με το ράμφος καρφωμένο στο χιόνι
Κι ανυπολόγιστο άνοιγμα φτερών...

Νοσηλεία, τροφή, ποίηση και η εξάντληση... θάνατος. Αυτή η θεματική πύκνωση, κατά τη γνώμη μου, ταιριάζει (δεν τολμώ να πω αντιπροσωπεύει) στην τελευταία, προσώρας, ποιητική συλλογή τής, βραβευμένης με το Κρατικό Βραβείο Ποίησης για τη συλλογή Λιμός, το 2008, Δήμητρας Χ. Χριστοδούλου, επίμονης φιλολόγου αλλά και εμπνευσμένης σκηνοθέτιδος επαγγελματικά ερασιτεχνικών παραστάσεων, επιβραβευμένων, με τη σειρά τους, τόσο με την πάντα ενθουσιώδη υποδοχή του κοινού όσο και με την άκρως επαινετική κριτική συναδέλφων επαγγελματιών του θεατρικού χώρου. Η Χριστοδούλου, βέβαια, δεν επαναπαύεται σε οποιουδήποτε είδους δάφνες. Όχι μόνον διότι είναι περισσότερο σεμνή ή μετριόφρων από όσο συνηθίζεται, αλλά διότι ο λόγος για τον οποίο ασχολείται με τη γραφή δεν συνιστά μια στοχευμένη διαδικασία αλλά συνιστά ανάγκη υπαρξιακή, ανάγκη επικοινωνίας με τους λίγους ευτυχισμένους δυστυχείς που απολαμβάνουν το ίδιο το γεγονός της συν-εννόησης, μέσα στην τύρβη ενός κόσμου ελλιπούς νοήματος· με εκείνους, δηλαδή, με τους οποίους η Χριστοδούλου προσεύχεται να κόβει «το ελάχιστο ψωμί της συνείδησης στα δυο».

Με αυτήν τη συλλογή, αν όχι ήδη από νωρίτερα, η Χριστοδούλου εμφανίζεται αποστομωτικά σίγουρη για τα καλλιτεχνικά μέσα τα οποία διαθέτει, χάρη, αφενός, στην προίκα που της έδωσε η φύση και, αφετέρου, στην επιμέλεια με την οποία η ίδια εργάστηκε για να αξιοποιήσει το τάλαντο.

Επιτρέψτε μου, λοιπόν, να επιχειρήσω να σας εισαγάγω, έστω επί τροχάδην (ή μήπως είναι καλύτερα έτσι;), σε μία ποίηση η οποία, αν και φαίνεται συχνά κλεισμένη στον εαυτό της, διψά να παραδοθεί και, τελικά, παραδίδεται σε εκείνον και εκείνην που θα θελήσουν αληθινά να την πάρουν στα χέρια τους σαν ψωμί ζεστό, παρηγοριάς και αντοχής σημάδι.

Το ψωμί «που μας καίγεται στην πόρτα του φούρνου», στο, αντλημένο από την ποιητική συλλογή Οι μαύροι μαντατοφόροι του Σέσαρ Βαγιέχο, μότο, στέκεται επικεφαλής, ως έναυσμα, μιας σειράς αναφορών στην τροφή, υλική, πνευματική, ψυχική, και την έλλειψή της (ένα ανάλογο εγχείρημα, με τις δικές του συντεταγμένες, ήταν ο προαναφερθείς Λιμός), είτε αυτά σημαίνονται ήδη από τον τίτλο («Συσσίτια») είτε υπάρχουν στο σώμα του ποιήματος: «Μ' αυτά προσφέρω ένα έδεσμα/ Από μέλι και ζύμη κατάκοπη./ Δεν είναι λίγα, πίστεψέ με,/ Τα πουλιά που μαζεύονται γύρω μου». Ταυτόχρονα, τέτοιες αναφορές είναι φανερό πως λειτουργούν και ως δείκτες ποιητικής, με την έννοια της άμεσης εξομολόγησης της ποιήτριας σχετικά με τα εργαλεία της και τα «προϊόντα» τους, προϊόντα τα οποία, κάποτε, κοιτά με σαρκασμό και, άρα, βαθιά περίσκεψη: «Να τι απομένει απ' τις βαρύτιμες εκδόσεις,/ Μόχθος, γεμάτες αποθήκες, θάνατος». Ο θεματικός άξονας της Χριστοδούλου, ωστόσο, δεν εγκαθιδρύεται ποτέ μόνον στο ποιητικό υποκείμενο (κάτι το οποίο, εξάλλου, είναι αναπόφευκτο – όπως αναπόφευκτο είναι, αν όχι και επιθυμητό, να αποτίσει η ποιήτρια φόρο τιμής, ονομαστικά ή τεχνοτροπικά, στους ομοτέχνους που έβαλαν τη σφραγίδα τους στο έργο της), αλλά εξακτινώνεται με καθαρή, και γι' αυτό άφοβη, σατιρική ματιά στο ανθρώπινο περιβάλλον του, καταγράφοντας παρελάσεις αστέγων και αποικίες μικρών ανθρώπων.

Είναι όμως, πλέον, κοινός τόπος ότι τέτοιες εξακτινώσεις γίνονται ακόμα πιο ουσιαστικές, όταν περνούν μέσα από την προσωπική εμπειρία. Και η περί ης ο λόγος εδώ εμπειρία περιλαμβάνει, βέβαια, τι άλλο, την οδύνη της απώλειας και την, εξίσου μεγάλη, οδύνη της νοσηλείας ενός αγαπημένου προσώπου. Αναρωτιέμαι: ποιος θα είχε το κουράγιο να επιλέξει για τη γιορτή της μητέρας ένα ποίημα σαν το «Αυτοκρατορίες» ή το «Μέρα με τη μέρα». Και η οδύνη, βέβαια, γνωρίζει καλά πώς να ανανεώνεται, παρόμοια με το ρολόι: «Ταΐζει την αναμονή το ρολόι,/ Εξαντλείται και πάλι ακέραιο/ Επιπλέει». Στον χρόνο του καθενός μας, φυσικά, η προαναφερθείσα «εξάντληση» σημαίνει θάνατο, από τον οποίο μόνο για αστείο μπορεί κανείς να σκεφτεί «να το σκάσει».

Με αυτήν τη συλλογή, αν όχι ήδη από νωρίτερα, η Χριστοδούλου εμφανίζεται αποστομωτικά σίγουρη για τα καλλιτεχνικά μέσα τα οποία διαθέτει, χάρη, αφενός, στην προίκα που της έδωσε η φύση και, αφετέρου, στην επιμέλεια με την οποία η ίδια εργάστηκε για να αξιοποιήσει το τάλαντο. Αυτή η κατακτημένη, πλέον, τέχνη δεν αποδεικνύεται μόνον μέσω των συμβόλων, ταυτόχρονα διάφανων και προσωπικών, που στίζουν, συγκροτώντας και συγχρόνως αναλύοντας, το έργο της, όπως το φίδι, τα γόνατα, τα βατράχια, οι κύβοι της ζάχαρης, το πουδραρισμένο πρόσωπο, τα κουμπιά των ρούχων, τα δόντια, το ποτάμι· ούτε μόνον μέσω μιας, συντελεσμένης εδώ, αποφθεγματικότητας, που προσφέρει στίχους όπως οι ακόλουθοι: «Πόσο αργά γερνούν, πόσα λίγα μαθαίνουν/ Οι άνθρωποι ενώ σιγοπεθαίνουνε./ Με μάτια διάπλατα και υγρές βλεφαρίδες/ Ακούνε των διαβόλων το τραύλισμα,/ Κάθε πρωί σκύβει στ' αυτί τους η Κόλαση./ Κι αυτοί εκεί, με τα παιχνίδια, τα βιβλία τους,/ Τόσο γενναία, τόσο πένθιμα νέοι...». Αποδεικνύεται και μέσω του χιούμορ, το οποίο η ποιήτρια χειρίζεται τόσο επιδέξια, ώστε αυτό να ανάβει και να σβήνει σαν διακόπτης φωτός (δείτε, επί παραδείγματι, τη συνομιλία των τριών τελευταίων στίχων από τα ποιήματα «Προσκυνήματα» και «Κατασκευαστής σε εξορία / Προσκυνήματα ΙΙ»). Και, βέβαια, αποδεικνύεται μέσω της, πραγματικά θαυμαστής, συνεκτικότητας της συλλογής της, η οποία μοιάζει να μην κάνει άλλο παρά να επεξηγεί τον τίτλο της, αλιευμένον εκ των υστέρων, όπως διαβάζουμε, από φίλη πολύτιμη. Έτσι, ο τίτλος εμπλουτίζεται ακατάπαυστα, με σχεδόν κάθε ποίημα που προστίθεται καθώς περνούν οι σελίδες και με κάθε καινούργια ανάγνωση των ήδη διαβασμένων. Το ελάχιστο ψωμί της συνείδησης φωτίζεται από το «Το ελάχιστο που μπόρεσα να είμαι», αλλά και, κομίζοντας διαφορετικές αποχρώσεις, ή και χρώματα, κάθε φορά, από τα «Μετά τη νύχτα», «Αρτοκλασία», «Χώμα και νερό», «Λαίμαργη φλόγα», «Διαθέσιμη ύλη», «Κουίντες», «Η τροφός», «Η προτομή», «Το σοφό δείπνο», «Ένα σώμα δεν ήθελε να κουβαλήσει την ψυχή του». Στο συνοπτικά περιγεγραμμένο από τα προαναφερθέντα ποιήματα νοηματικό δέντρο, τα έτερα της συλλογής συμπληρώνουν τα κλαδιά, τα παρακλάδια και τα φύλλα.

Και επειδή η αληθινή ποίηση φωλιάζει βαθιά μέσα μας, και στους αναγνώστες και στους δημιουργούς, και τα σήματά της είναι ό,τι συγκεχυμένα προβάλλεται στην αμάθητη φαντασία μας (εμάς των αναγνωστών), το δέντρο που σας προανέφερα φανταστείτε το και κάπως έτσι: «Σε μεγάλες σταγόνες η βροχή διαιρέθηκε./ Κάθε μια την κρεμάει με τάξη/ Στην ορφάνια του το δέντρο του κήπου./ Η γυναίκα που θα είχε την όψη μου,/ Αν τα νερά δεν μου έριχναν παπλώματα,/ Περνάει μ' έναν πόνο στα πλευρά/ Αφήνοντας πατημασιές από ζυμάρι./ Πάντα μια κλίνη για μια βάδιση,/ Ιδού η συνοπτική μου βιογραφία...» Το έξοχο «Δέντρο του χειμώνα» του Μανώλη Αναστασάκου στο εξώφυλλο θα έλεγε κανείς πως εικονογραφεί, ιδανικά σχεδόν, την ως άνω, ποιητικά μεταγεγραμμένη, υπαρξιακή συνθήκη.

001 patakis eshopΤο ελάχιστο ψωμί της συνείδησης
Δήμητρα Χ. Χριστοδούλου
Μελάνι
98 σελ.
Τιμή € 10,00

 

Διαβάστε επίσης
ΠΟΙΗΣΗ
Κυριάκος Χαρίτος: «Το Επί ματαίω» κριτική της Ανθούλας Δανιήλ

Πρόκειται για την πρώτη και καθ’ όλα αξιόλογη ποιητική συλλογή του Κυριάκου Χαρίτου, γνωστού κυρίως από την ενασχόλησή του με την παιδική λογοτεχνία. Ω, Κύριε, χρονιά μου έδωσες κακή: Με αυτό τον...

ΠΟΙΗΣΗ
Ελένη Γκίκα: «Εν ύπνω» κριτική της Ελένης Χωρεάνθη

Η Ελένη Γκίκα ως δημοσιογράφος, ως συγγραφέας, πρωτίστως ως αισθαντική ποιήτρια και ως κριτικός λογοτεχνίας, είναι γνωστή και καταξιωμένη. Ωστόσο, με κάθε καινούργια της ποιητική συλλογή ανοίγει ένα...

ΦΙΛΙΚΑ SITE

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Email:
Θέμα:
Μήνυμα:

ΠΤΟΛΕΜΑΙΩΝ 4 (ΠΛΑΤΕΙΑ ΠΡΟΣΚΟΠΩΝ)
11635 ΑΘΗΝΑ, ΤΗΛ.-FAX: 210-7212307
info@diastixo.gr

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

*  Το email σας:

ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΔΙΚΤΥΑ

facebook icontwitter icongoogle plus iconpinterest iconyoutube iconrss icon

Με την υποστήριξη του diastixo.gr - Designed by: artspr