«Ήταν ή δεν ήταν;»
«Ήταν ή δεν ήταν;»

«Ήταν ή δεν ήταν;»

Θα έφευγα.

Δεν ήξερα από πού για πού. Βρισκόμουν σε μια επίπεδη επιφάνεια γης, μπροστά μου απλωνόταν μια απέραντη, γαλάζια, αρυτίδωτη θάλασσα, σε πλήρη νηνεμία, και στον ορίζοντα διακρίνονταν τα λευκά πανιά ενός ιστιοφόρου. Όλα έγχρωμα όπως στον κινηματογράφο.

Μέσα στ’ όνειρό μου, αναρωτιόμουν αν αυτή η ακύμαντη θάλασσα ήταν από χυμένο χρυσάφι τι χρώμα θα είχε. Ή αν ρευστοποιείται το χρυσάφι και απλώνεται σαν τη θάλασσα.

Στα χέρια μου δεν κρατούσα τίποτα, στην πλάτη μου δεν κουβαλούσα κανένα σακίδιο, δε με αποχαιρετούσε κανένας, ούτε εγώ αποχαιρετούσα κανέναν, ούτε τραγουδούσα και ούτε κι εμένα κανένας με γνώριζε… ή κάπως έτσι.

Δεν μπορούσα να καταλάβω αν ήμουν σε κάποιο νησί ή απλώς σ’ ένα λιμάνι, γύρω μου όμως υπήρχαν άνθρωποι που μιλούσαν, αλλά δεν ξεκαθάριζα σε ποια γλώσσα.

Άκουσα κάποιον που, τάχα, απευθυνόταν σ’ εμένα λέγοντάς μου ότι στο τηλέφωνο με ζητούσε ο Σταύρος. Δεν ήξερα κανένα Σταύρο. Εξάλλου πού ήταν το τηλέφωνο, σταθερό ή κινητό; Θα ήταν από παλιά. Επανέλαβα το όνομα τονισμένο στη λήγουσα. Ποιος σταυρός; αναρωτήθηκα και ξύπνησα.

Σηκώθηκα, πήγα στην πόρτα του διαμερίσματός μου, την άνοιξα και τράβηξα μέσα τους ξαπλωμένους και εν αναμονή στο διάδρομο New York Times, καθημερινή μου αμαρτία.

Τους άφησα να περιμένουν λίγο ακόμα, ετοιμάστηκα και τους πήρα μαζί μου στο πρωινό στις καρέκλες, όπως έλεγα το καφέ στο ευρύτατο πεζοδρόμιο, ανατολικά στην 23η Οδό των έξι λωρίδων –καμιά φορά όταν τις μετράω τις βρίσκω επτά ή οκτώ– και τρώγωντας ή πίνοντας τους ξεφύλλιζα.

Αυτή την ημέρα είχα ένα πυκνό πρόγραμμα. Μετά το πρωινό –κρατάει από μια μέχρι δυο ώρες, αναλόγως των περιεχομένων στα φύλλα των Καιρών της Νέας Υόρκης– θα έκανα μερικές εξωτερικές δουλειές, και μετά το μεσημέρι, θα πήγαινα να δω την ταινία In the Fog, Στην Ομίχλη. Το βράδυ θα πήγαινα στο Ανατολικό Ποτάμι να αντικρίσω το supermoon, απ’ όπου έχω δει το Γαλάζιο Φεγγάρι και το Κόκκινο Φεγγάρι, που γράφτηκαν σαν διηγήματα.

Ο κινηματογράφος στο East Village, στον οποίο προβαλλόταν, δε φέρνει ταινίες Blockbusters, αλλά κυρίως ξένες που δεν τις παίζουν οι άλλοι κινηματογράφοι, και μάλλον αυτό επιβάλλεται από τις μεγάλες εταιρείες.

Έφτασα διασχίζοντας δεκατέσσερις κάθετους δρόμους πάνω στη 2η Λεωφόρο και μπήκα στη σκοτεινή αίθουσα μόλις τελείωναν οι διαφημίσεις.

Ο φακός προχωρεί στους χωματόδρομους και τους λασπερούς δρόμους ενός φτωχικού χωριού με χαμηλά ξύλινα σπίτια· οι γυναίκες, ντυμένες φτωχικά και φορώντας τσεμπέρια, σχηματίζουν μικρές παρέες μέσα σε μια παγωμένη ατμόσφαιρα.

Ένιωσα το κορμί μου να σφίγγεται.

Σε μια ξύλινη κρεμάλα, σαν παλιό γκολπόστ στημένο σε κάποια αλάνα για να παίζουν τα παιδιά του χωριού, κρέμονταν τρία αντρικά κορμιά.

Πάραυτα εμφανίστηκαν οι ναζί αξιωματικοί με τις χαλκοπράσινες στολές και τον αγκυλωτό σταυρό, το σήμα των SS στις σιδερένιες πλάκες στο στήθος, περασμένες από τους χοντρούς, μονοκόμματους σβέρκους τους, και οι μελανοχίτωνες βοηθοί τους, ενώ ακούγεται μια ανακοίνωση που προειδοποιεί τους Λευκορώσους να υποτάσσονται στα γερμανικά στρατεύματα, αλλιώς τους περιμένει ο θάνατος.

Είχα ακούσει αυτή την απειλή στο μπλόκο της Καλλιθέας, όπου οι Γερμανοί είχαν συγκεντρώσει όλους τους άντρες στο παλιό γήπεδο, δίπλα στη λεωφόρο Συγγρού, ανάμεσα στην παράλληλη οδό Δοϊράνης και στις κάθετες οδούς Δήμητρος (μετονομάστηκε σε Δαβάκη) και στη Μαντζαγριωτάκη. Σ’ εκείνο το μπλόκο ο άνθρωπος με την κουκούλα είχε υποδείξει δεκαοκτώ άντρες που οι Γερμανοί τους οδήγησαν, με προτεταμένα τα όπλα τους, στην παραπλήσια διώροφη βίλα με τους φοίνικες, τους έστησαν στη μάντρα και τους εκτέλεσαν.

Την ίδια απειλή στις άλλες γειτονιές και περιοχές της Αθήνας και όλης της Ελλάδας δεν την άκουσα, αλλά τη διάβασα στη λογοτεχνία της Εθνικής Αντίστασης.

Παρακολουθούσα την ταινία του Σεργκέι Λοζνίτσα, βασισμένη στο μυθιστόρημα του Βασίλη Μπίκοφ, καρφωμένη στην καρέκλα μου, με τα ματόφυλλά μου να μην κλείνουν, για να μη χάσουν εκατοστό του δευτερολέπτου, κι ένιωθα μια περηφάνια για τους ανθρώπους που αντιστάθηκαν, στις αρχές του Δεύτερου Παγκόσμιου Πόλεμου, στους ναζί/φασίστες/χαλκοχίτωνες και μελανοχίτωνες, Σοβιετικούς, Έλληνες ή άλλους Ευρωπαίους, έχοντας την αίσθηση ότι από όλους τους θεατές, όσοι βρίσκονταν στην αίθουσα, μάλλον μόνο εγώ περνούσα συγκλονισμένη μέσα από αυτές τις σκηνές, εκτός αν βρισκόταν και κάποιος άλλος, ενδεχομένως εβραϊκής καταγωγής, που είχε διασωθεί από τα κρεματόρια της Γερμανίας – ή μήπως αυτό που ένιωθα ήταν διαστροφή;

Είχαμε κι εμείς στην Ελλάδα παρόμοια χωριά ή πόλεις, το Δίστομο, τα Καλάβρυτα, το Μονοδέντρι, και άλλα στην Πελοπόννησο ή την υπόλοιπη χώρα, με ανθρώπους το ίδιο φτωχικά ντυμένους, αντάρτες και τιμωρούς, προδότες ή γερμανο-συνεργάτες.

Κάποιος είχε προδώσει τους τρεις για την ανατίναξη του τρένου, καταστρέφοντας τις σιδηροτροχιές, και έπρεπε να τιμωρηθεί. Ο υποτιθέμενος προδότης αρνιόταν ότι ήταν αυτός που είχε προδώσει, απλώς είχε αφεθεί ελεύθερος, χωρίς να ξέρει ούτε ο ίδιος γιατί.

Μήπως ήταν και αυτό μια διαβολική πρακτική του εχθρού για να σπείρει το ζιζάνιο της αμφιβολίας και να ενταθεί ο ντόπιος εμφύλιος;

Όταν ο ίδιος, με το μεγαλόσωμο σοβιετικό του βάρος, ανάμεσα στους δυο σκοτωμένους, του αντάρτη και του αμφισβητούμενου συνοδού του, προσπαθεί με τα μεγάλα και αδέξια χέρια του να ισιώσει τις άκρες των χιτώνων τους και να τους σκεπάσει για να μην κρυώνουν, αρχίζει να πέφτει η ομίχλη που όλο και πύκνωνε. Μέσα σ’ εκείνη την πλήρη ομίχλη που καλύπτει την οθόνη ακούγεται ο πυροβολισμός του προδότη που δεν ήταν.

Βγήκα από τον κινηματογράφο πενθώντας, όπως είχα βγει μετά την ταινία του Έλεμ Κλίμοφ, Έλα να δεις, γυρισμένη το 1985.

Έκανα την ίδια διαδρομή επιστρέφοντας σπίτι, με την επιθυμία ωστόσο να μη χάσω την άνοδο από την ανατολή της υπερμεγέθους πανσελήνου.

Το Ανατολικό Ποτάμι ήταν γαλήνιο. Τα φώτα στους ορόφους του κτιρίου των Ηνωμένων Εθνών, στους ουρανοξύστες του Μανχάταν, στις γέφυρες που το ενώνουν με τις απέναντι περιοχές, Κουίνς και Μπρούκλιν, κραύγαζαν πως η ζωή μπορεί να είναι και ειρηνική.

Το supermoon ανέτειλε, αρχικά κατακόκκινο, στην άνοδό του χρυσαφί και πορτοκαλί, ενώ το φως του αντανακλούσε στην επιφάνεια του Ποταμού, φτάνοντας σαν ρυάκι μέχρι το έδαφος που πατούσα.


 

Τα σχόλια σας

Κάντε το σχόλιο σας, με σύνδεση από το facebook ή συμπληρώστε τα στοιχεία σας, στην παρακάτω φόρμα.

 


Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΕΙΣ

ΕΙΔΗΣΕΙΣ

ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΙ

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Το μήνυμά σας

Διεύθυνση

Πτολεμαίων 4
(Πλατεία Προσκόπων)
11635 Αθήνα,
Τηλ.-fax: 210.7212307
info@diastixo.gr
ISSN: 2585-2485

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

Εγγραφείτε τώρα στο newsletter μας και μάθετε πρώτοι τα τελευταία νέα για το βιβλίο και για τις τέχνες.

 

Το email σας: