A+ A A-

ΜΝΗΜΗ ΣΤΡΑΤΗ ΔΟΥΚΑ: ΤΙ ΕΚΟΜΙΣΕ ΕΙΣ ΤΗΝ ΤΕΧΝΗΝ της Σταυρούλας Γ. Τσούπρου

ΜΝΗΜΗ ΣΤΡΑΤΗ ΔΟΥΚΑ: ΤΙ ΕΚΟΜΙΣΕ ΕΙΣ ΤΗΝ ΤΕΧΝΗΝ της Σταυρούλας Γ. Τσούπρου
Ο Στρατής Δούκας, συγγραφέας, κριτικός τέχνης και ζωγράφος, γεννημένος στις 6 Μαΐου 1895 στα Μοσχονήσια του Αδραμυτινού κόλπου της Μικράς Ασίας και επιφανές μέλος της Αιολικής Σχολής, όπως αυτή προσδιορίζεται μέσα στο ευρύτερο πλαίσιο της Γενιάς του '30, πέθανε στις 26 Νοεμβρίου 1983 στην Αθήνα, χωρίς να έχει λάβει τις ικανοποιήσεις που θα του άξιζαν, δεδομένης της εξαιρετικά σημαντικής συμβολής του στην εξέλιξη της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας (αλλά και της Τέχνης, γενικότερα). «Βέβαια, μια τέτοια σεμνή και ενάρετη ζωή», γράφει ο Τάσος Κόρφης, «μακριά από κάθε είδους δημοσιότητα και φιλολογικά αλισβερίσια ήταν επόμενο –παρά το πλήθος των αναγνωστών του έργου του με τις αλλεπάλληλες εκδόσεις της Ιστορίας ενός αιχμαλώτου προπάντων– να ενοχλήσει το φιλολογικό κατεστημένο μας. Έτσι, στην τελευταία και μόνο έκδοση της Ιστορίας της νεοελληνικής λογοτεχνίας του Λίνου Πολίτη αναφέρεται παρεμπιπτόντως η Ιστορία ενός αιχμαλώτου, ενώ από την αντίστοιχη Ιστορία του Κ.Θ. Δημαρά το όνομα του Στρατή Δούκα απουσιάζει».[1]

Σχετικά με την εν λόγω συμβολή του Στρατή Δούκα (ειδικότερα στη Νεοελληνική Λογοτεχνία), αρκεί ως αρχική προσέγγιση να δούμε, πραγματοποιώντας μία αντίστροφη κίνηση, πού τοποθετούνται και με τι αντιπαραβάλλονται τα πρώτα έργα της νεωτερικής λογοτεχνίας του ακαδημαϊκού Θανάση Βαλτινού, η οποία αποτελεί και την «πιο αιχμηρή, ίσως, στιγμή του Μεταμοντερνισμού στην Ελλάδα»[2]: «Η Ιστορία ενός αιχμαλώτου θα επηρεάσει άμεσα τη νεότερη λογοτεχνία μας με πιο ευανάγνωστο το παράδειγμα της Καθόδου των εννιά του Θανάση Βαλτινού, αλλά και το Πλατύ ποτάμι του Γιάννη Μπεράτη», γράφει ο Μάνος Στεφανίδης. «Με τον Αιχμάλωτο ο Σ. Δούκας υπακούει σ' ένα βασικό αίτημα της νεωτερικότητας, που είναι η καταβύθιση στη ρίζα [...ενώ] παραπέμπει [...] στον Μακρυγιάννη πριν απ' τη λογοτεχνική "ανακάλυψή" του». Και ο Γιώργος Αριστηνός, θα έλεγε κανείς, συμπληρώνει: «Η νεωτερικότητα του Θ. Βαλτινού δεν πηγάζει, εμπρόθετα τουλάχιστον, από τις μεταμοντέρνες θεωρητικές αναζητήσεις των Γάλλων μεταστρουκτουραλιστών. Έρχεται από μακριά, από τη μεσοπολεμική παράδοση του "κοινού ή προφορικού λόγου" που στην Ιστορία ενός αιχμαλώτου του Σ. Δούκα βρήκε την απόλυτη τιμή του».[3]

Με την παρούσα σύντομη μνημόνευση ερχόμαστε να επιβεβαιώσουμε μία από τις σημαντικές συνεισφορές της Ιστορίας ενός αιχμαλώτου, τουλάχιστον, στη Νεοελληνική Λογοτεχνία: το γεγονός καθεαυτό ότι πράγματι στάθηκε στην αρχή μιας ειδολογικής/υφολογικής γραμμής.

Αντίστοιχοι παραλληλισμοί είχαν γίνει, βέβαια, και μεταξύ του συγκεκριμένου βιβλίου του Στρατή Δούκα, από τη μία πλευρά, και του Συναξαριού του Αντρέα Κορδοπάτη. Αμερική, του Θανάση Βαλτινού, από την άλλη, το οποίο, ως αυτοτελής έκδοση σε βιβλίο, προηγήθηκε της Καθόδου κατά 6 χρόνια. Έτσι, αν και Η κάθοδος των εννιά ήταν το πρώτο, ύστερα από το βραβευμένο διήγημα «Κατακαλόκαιρο» (31.5.1958), δείγμα γραφής του Θανάση Βαλτινού (δημοσιευμένη στο 5ο τεύχος του περ. Εποχές τον Σεπτέμβριο του 1963, 4 μήνες περίπου νωρίτερα από «Τα ταξίδια του Αντρέα Κορδοπάτη», όπως είχε διατυπωθεί τότε ο τίτλος, τα οποία άρχισαν να δημοσιεύονται στον Ταχυδρόμο στις 25 Ιανουαρίου 1964), όταν το Συναξάρι ήταν έτοιμο, πρώτο αυτό τώρα, προς έκδοσιν, τον Ιανουάριο του 1972, ο Στρατής Τσίρκας έγραφε στο φύλλο της Πρωτοχρονιάς της εφημερίδας Το Βήμα, απαντώντας σε μία έρευνα του Κώστα Μητρόπουλου με επίτιτλο «Τα βιβλία της χρονιάς. Δεκαεπτά συνεργάτες του Βήματος ξεχωρίζουν ο καθένας τρία κείμενα που διάβασαν μέσα στο 1971»: «Ας αφήσουμε πια πως είναι άδικο, για μιας βδομάδας διαφορά, αφού θα κυκλοφορήσει στις πρώτες-πρώτες μέρες του Γενάρη 1972, να μην επισημανθεί από τώρα το Ανδρέας Κορδοπάτης. Συναξάρι, του Θανάση Βαλτινού, που έχω την πεποίθηση πως θα παίξει για τη νέα μας πεζογραφία τον ίδιο ρόλο που έπαιζε και η Ιστορία ενός αιχμαλώτου του Στρατή Δούκα στην πεζογραφία της γενιάς του '30».[4]

Από την πλευρά τους, αφενός, ο Απόστολος Σαχίνης θεώρησε το Συναξάρι ως αποτέλεσμα μαθητείας τόσο στον Μακρυγιάννη όσο και στο Νούμερο 31328 του Ηλία Βενέζη και στην Ιστορία ενός αιχμαλώτου του Στρατή Δούκα[5], αφετέρου, ο Δημήτρης Τζιόβας συσχέτισε το Συναξάρι και την Ιστορία ενός αιχμαλώτου βάσει της αμεσότητας της προφορικής διήγησης[6], ενώ η Κυριακή Χρυσομάλλη-Henrich, πλησιάζοντας εγγύτερα και βάζοντας το δάχτυλο επί τον τύπον των ήλων, έκρινε ότι: «Η επιλογή του λεξιλογίου, το τυπικό των γραμματικών τύπων, η χρήση μερικών ιδιωματικών ρηματικών τύπων [...] και προπάντων η δόμηση της φράσης με πυρηνικές μόνο προτάσεις σε απλή παράταξη, τα ασύνδετα, γενικά η βραχυλογία αποτελούν μερικά από τα εξωτερικά γλωσσικά στοιχεία που συνθέτουν τον λαϊκότροπο λόγο [ο οποίος, όπως θεωρεί η ερευνήτρια, έχει λάβει τη συνεπέστερη μορφή του στο σύνολο ενός έργου στο Συναξάρι], του δίνουν τον χαρακτήρα της μαρτυρίας και τοποθετούν τον Βαλτινό στη γραμμή του Στρατή Δούκα με τη δική του Ιστορία ενός αιχμαλώτου»[7].

Ποια είναι, όμως, η γραμμή, όπως το διατύπωσε η Henrich, την οποία χάραξε ο Στρατής Δούκας με την Ιστορία ενός αιχμαλώτου; Ήδη από την πρώτη έκδοση του έργου, το 1929, ο Φώτος Πολίτης, οξυδερκής και ακριβοδίκαιος, έγραφε στο Ελεύθερο Βήμα: «Ο Αιχμάλωτος είναι ένα μικρό αριστούργημα. Η απλότητα του όλου κομματιού είναι μοναδική. Τύποι περνούν και χάνονται, αρπαγμένοι από μια μονοκονδυλιά. Στάζει η ζωή, στάζει η αλήθεια – στάλα, στάλα, από κάθε περιγραφή. Το έργο τούτο ανεβάζει τον κ. Δούκα στη σειρά των καλύτερων διηγηματογράφων». Για την «απλότητα» ως «αισθηματικό "πιστεύω"» του Στρατή Δούκα έγραφε, το 1929, και ο Ηλίας Βενέζης: «Είναι ένα δυνατό κομμάτι, που η μεγαλύτερη αρετή του είναι αυτή: Το υλικό, το θέμα, ισορροπεί τελείως με τη μορφή. Ακόμα και στα σημεία που στο κύριο πρόσωπο της ιστορίας, τον αιχμάλωτο, συσσωρεύονται όγκοι από συναισθήματα που πρέπει να εκφρασθούν ο συγγραφέας κατορθώνει να κρατηθεί, δεν παρασύρεται, η λιτή του έκφραση κυριαρχεί».[8]

Είναι γνωστό το «Ιστορικό» της καταγραφής, της σύνθεσης και, στη συνέχεια, της επανέκδοσης της Ιστορίας ενός αιχμαλώτου, το οποίο, εξάλλου, δημοσιεύεται πλέον μαζί με το λογοτεχνικό κείμενο ως Παράρτημα.[9] Εκεί, μεταξύ άλλων, ο Στρατής Δούκας διηγείται πώς ο –με σάρκα και οστά πριν γίνει και χάρτινος– ήρωάς του, ο τουρκόφωνος ανατολίτης Νικόλαος Καζάκογλου, τον οποίον ο ίδιος μετονόμασε σε Κοζάκογλου (για λόγους εντυπωσιασμού, όπως γράφει), του αφηγήθηκε, σαν «ένα βιολί σόλο», την πορεία διαφυγής του από την Τουρκία, βάζοντας, αφενός, ως τουρκόφωνος, τα ρήματα στο τέλος και χρησιμοποιώντας, αφετέρου, «αυτήν την ξενική και παρατακτή σύνταξη με τα πολλά συνδετικά "και"», η οποία έφερνε στον νου του Δούκα «το ύφος της Παλαιάς Διαθήκης». Ο συγγραφέας, ο οποίος με τη σειρά του «μετάλλαζε», καθώς τα άκουγε, τα λόγια, φέρνοντάς τα «στον κλασικά επικό λόγο και ρυθμό», δεν θέλησε να αλλοιώσει την ποιότητα της προφορικότητας αυτού του «κομματιού χρυσάφι» που θαρρούσε πως κρατούσε στα χέρια του, γι' αυτό και, όταν επέστρεψε από τα προσφυγοχώρια της Αικατερίνης στη Θεσσαλονίκη, «δεν έγραψε ο ίδιος την ιστορία, αλλά την υπαγόρευσε στον ξάδελφό του Αντρέα Χατζηδημητρίου, χρησιμοποιώντας ως πρώτη ύλη τις σημειώσεις του».

Αυτήν τη μορφή σχολίασαν ο Φώτος Πολίτης και ο Ηλίας Βενέζης, τις κριτικές των οποίων είδαμε νωρίτερα, αλλά και ο Πέτρος Σπανδωνίδης, ο οποίος έγραψε την κριτική του το 1934, με την ευκαιρία της δεύτερης έκδοσης, του 1932, σημειώνοντας ότι είναι «τόσο φυσικά ειπωμένα όλα», ώστε θα αποκαλούσε κανείς τον κ. Δούκα «έναν πριμιτιβιστή της φράσης»[10]. Ωστόσο, ο ίδιος ο Στρατής Δούκας φαίνεται να είχε κάποιους ενδοιασμούς ως προς την πρώτη μορφή του κειμένου του, οπότε, στην τρίτη έκδοση, του 1958, την άλλαξε, παραδίδοντάς μας πλέον το κείμενο το οποίο όλοι διαβάζουμε. «Κράτησα και τόνισα περισσότερο», γράφει ο Δούκας για εκείνες τις βασικές αλλαγές στη μορφή, «τον λαϊκό λόγο, καθαρίζοντάς τον από τα πριμιτιβίστικα στοιχεία, τις υπερβολές και τις επαναλήψεις, ελαττώνοντας ακόμη και τον ρυθμό, για να πάρει περισσότερη άνεση και αναπνοή ο αφηγηματικός λόγος. Έτσι, ας έχασε κάπου-κάπου την εκφραστική γοητεία, το στοιχείο του λόγου έγινε στερεότερο και διαρκέστερο».[11]

Ειδικότερα στην πρωτοτυπία του εγχειρήματος στάθηκαν, μεταξύ άλλων (και εκτός από τον ίδιο τον συγγραφέα, ο οποίος στη συνέντευξή του, πολλά χρόνια αργότερα, βέβαια, στη Θεοδώρα Ζερβού, χαρακτήριζε το βιβλίο του αυτό «πρωτοπόρο» και «ιδιότυπο», έργο «ανώτερο από τις δυνάμεις» του)[12], ο Φώτος Γιοφύλλης, ο οποίος μίλησε για «πρωτοτυπία εξαιρετική», ο Γιώργος Βαφόπουλος, για τον οποίο «Ο κ. Δούκας, πνευματικά ώριμος, προσφέρει το ταλέντο του στην υπηρεσία ενός νέου είδους που μας ήταν άγνωστο. Είναι αυτό απλώς μια αφήγησις; Κάτι παραπάνω. Ένα θαυμαστό υπόδειγμα γλώσσας και ύφους. [...] Ο κ. Δούκας έχει αναγάγει τη λαϊκή απλότητα σε λογοτεχνικό ύφος»[13] και, κυρίως, ο Κώστας Σταματίου, ο οποίος προχωρά λίγο περισσότερο, αναφερόμενος με πυκνότητα και σαφήνεια σε ό,τι μας ενδιαφέρει εδώ: «Η Ιστορία ενός αιχμαλώτου του Στρατή Δούκα είναι ένα κλασικό νεοελληνικό κείμενο. Στο μέγεθος μιας μεγάλης νουβέλας ο Στρατής Δούκας έχει λακωνικά συμπυκνώσει τη δραματική περιπέτεια ενός νεαρού Μικρασιάτη που αιχμαλωτίζουν οι Τούρκοι στο λιμάνι της Σμύρνης. Αυτό που ξαφνιάζει σήμερα είναι η γραφή του Στρατή Δούκα. Άμεση, λιτή, "δαγκωτή", δεν έχει τίποτα από τον συγκινησιακό φόρτο ορισμένων συγγενών θεματικά γραφτών της γενιάς του '30. Πόσο μακρυά είμαστε από τη λυρική καλλιγραφία ενός Βενέζη. Πόσο πιο κοντά στη σύγχρονη δεκτικότητά μας είναι π.χ. αυτή η λιτότατη αρχή τής Ιστορίας του Δούκα. Σε τρεις μονάχα φράσεις καταδηλώνεται υπαινικτικά ολόκληρη η μεγάλη τραγωδία. Εθνική, οικογενειακή, ατομική. Κι αυτή η περιεκτική, η πρωτοποριακή για την εποχή της γραφή, δεσπόζει με την αμεσότητά της, ως το τέλος. Το κείμενο αυτό του '29 είναι αρκετό για να ανεβάσει τον συγγραφέα στην πρώτη πρώτη γραμμή».[14]

Τέλος, όσον αφορά στον Στρατή Δούκα, αρκετές είναι οι παραπομπές (της Κριτικής) στο ύφος του Μακρυγιάννη, όπως εκείνες του Απόστολου Σαχίνη και του Μάνου Στεφανίδη (την οποία είδαμε στην αρχή), αλλά και του Mario Vitti, με τον τελευταίο να κάνει λόγο για «οριακή περίπτωση αναβίωσης, μες στον χώρο της καλλιεργημένης λογοτεχνίας, του προφορικού λαϊκότροπου λόγου, με όλα σχεδόν τα αφηγηματικά σχήματα της λαϊκής παράδοσης»,[15] ενώ ο Δημήτρης Ραυτόπουλος, στη δική του κριτική, καταλήγει σε έναν χαρακτηρισμό με τον οποίο συμφώνησε, όταν τον διάβασε, και ο ίδιος ο Στρατής Δούκας[16]: «Επιτέλους, οι λέξεις γυμνές, στην κυριολεξία τους», γράφει ο Ραυτόπουλος, «οι προτάσεις φυσικές, κομμένες στην πνοή του ανθρώπου [...] Επιτέλους: διάλογοι όπου δεν συνομιλεί ο συγγραφέας με τον εαυτό του, αλλά πρόσωπα με σάρκα και οστά. Τα επίθετα αποκαταστημένα: μπαίνουν όπου δεν μπορεί να μην μπουν. Το ρήμα κινείται φυσικά χωρίς μανιερίστικη εκζήτηση. Η γ′ έκδοση πολύ ακόμα δουλεμένη από την πρώτη. §Λόγος νηφάλιος, χύνει λάδι θα έλεγες πάνω στη φουρτούνα που μαίνεται γύρω: ο αφηγητής έχει την ένστικτη σοφία του λαού που ξέρει πως είναι μάταια η οργή, το πάθος και γελοία η κορώνα, όταν τα ίδια τα πράγματα είναι τόσο τραγικά. Βιβλική είναι σχεδόν αυτή η πραότητα του κειμένου, σταλάζει γαλήνη και φέγγος. Οι καταστάσεις, οι τύποι, οι πιο τρομερές περιπέτειες και παθήματα, ζωγραφισμένα ελλειπτικά και περίφημα, με τα πιο λίγα και απλά λόγια. §Ο Στρατής Δούκας έκρουσε την εξαίσια μονόχορδη λύρα του Κάλβου».[17]

Στις παραπάνω, ακριβώς, παρατηρήσεις στηρίζεται και ο Τάσος Κόρφης, όταν μιλά γενικότερα για την πυκνότητα του ύφους του Στρατή Δούκα: «Αυτά που συνάγονται είναι πολύ περισσότερα από αυτά που λέγονται. Τα γεγονότα κυριαρχούν. Οι περιγραφές μειώνονται στις απόλυτα αναγκαίες. Το ρήμα και το ουσιαστικό δεσπόζουν». Για να καταλήξει ο ίδιος λίγο αργότερα, γράφοντας για την Ιστορία ενός αιχμαλώτου, ότι «είναι μια από τις πιο ευτυχισμένες στιγμές της λογοτεχνίας μας, μια προσπάθεια μακρύτερη ίσως από τα αισθητικά όρια της εποχής της, που σήμερα αποδίδει καρπούς. Κι επίσης ένα κείμενο που απαιτεί μελλοντικά σοβαρή κριτική ανάλυση και μελέτη για να μάθουμε τι εκόμισε στη λογοτεχνία μας ο Στρατής Δούκας».[18]

Με την παρούσα σύντομη μνημόνευση ερχόμαστε να επιβεβαιώσουμε μία από τις σημαντικές συνεισφορές της Ιστορίας ενός αιχμαλώτου, τουλάχιστον, στη Νεοελληνική Λογοτεχνία: το γεγονός καθεαυτό ότι πράγματι στάθηκε στην αρχή μιας ειδολογικής/υφολογικής γραμμής. Πέραν αυτού, ωστόσο, εκκρεμεί ένα γενικότερο ζήτημα, το οποίο αφορά στην ανάγκη επανέκδοσης πολλών από τα υπόλοιπα, πλην της Ιστορίας ενός αιχμαλώτου, έργα του Στρατή Δούκα και το οποίο σχετίζεται με όσα διαπιστώνει και ο Παναγιώτης Πίστας: «Η σημασία του έργου του Δούκα δεν είναι ασφαλώς παραγνωρισμένη. Αρκεί να σκεφτεί κανείς τις αλλεπάλληλες εκδόσεις της Ιστορίας του, τις ενθουσιώδεις κριτικές που προκάλεσαν κάθε φορά και τις μεταφράσεις της σε ξένες γλώσσες (στα τσέχικα, στα σουηδικά κ.α.). Ωστόσο, το ποικίλο έργο του Δούκα ίσως να μην έχει κατακτήσει ακόμη τη θέση που του αξίζει στη συνείδηση όλων των μελετητών της λογοτεχνίας μας και στη συνείδηση του νεότερου αναγνωστικού μας κοινού».[19]

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
[1] Βλ. σχετικά στο Η Μεσοπολεμική Πεζογραφία. Από τον Πρώτο ως τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο (1914-1939), τόμος Γ′, «Στρατής Δούκας. Παρουσίαση-Ανθολόγηση: Τάσου Κόρφη», εκδόσεις Σοκόλη, 21996, σσ. 322-368/ εδώ, σ. 325.
[2] Ο χαρακτηρισμός ανήκει στον Γιώργο Αριστηνό· βλ. αμέσως παρακάτω.
[3] Για τα παραπάνω βλ. στο Γιώργος Αριστηνός, Νάρκισσος και Ιανός. Η νεωτερική πεζογραφία στην Ελλάδα, Εικαστικό επίμετρο: Μάνος Στεφανίδης, Εκδόσεις Μεσόγειος, Αθήνα, 2007, σσ. 156-157, 158, 375. Για μία ευρεία και συνολική πραγμάτευση του «μεταμοντέρνου» σε σχέση και με το έργο του Βαλτινού, βλ. Δημήτρης Παϊβανάς, Βία και αφήγηση. Ιστορία, ιδεολογία και εθνικός πολιτισμός στην πεζογραφία του Θανάση Βαλτινού, Βιβλιοπωλείον της «Εστίας», Αθήνα, 2012, σσ. 48-60.
[4] Τα παραπάνω στοιχεία είναι αντλημένα από το Κωστής Δανόπουλος, Βιβλιογραφία Θανάση Βαλτινού (1958-2004). Με συμπλήρωμα ως το 2013 για τις αυτοτελείς εκδόσεις, Βιβλιοπωλείον τής «Εστίας», Αθήνα, 2013, σσ. 19-20, 119.
[5] Βλ. στο Απόστολου Σαχίνη, Μεσοπολεμικοί και Μεταπολεμικοί πεζογράφοι, Εκδόσεις Κωνσταντινίδη, Θεσσαλονίκη, 1979, σσ. 208-209/ εδώ, σ. 208. Ο Σαχίνης, πάντως, διευκρινίζει πως ο Βαλτινός δημιούργησε ένα δικό του, προσωπικό ύφος.
[6] Βλ. στο Δημήτρης Τζιόβας, Μετά την αισθητική, Εκδόσεις «Γνώση», Αθήνα, 1987, σ. 100.
[7] Βλ. στο Κυριακή Χρυσομάλλη-Henrich, «Το ύφος της αμεσότητας. Η αρμονία λόγου και περιεχομένων. (Στοιχεία της ποιητικής του Θανάση Βαλτινού)», περ. Πόρφυρας, τχ. 103/ Αφιέρωμα στον Θανάση Βαλτινό (Επιμέλεια: Θεοδόσης Πυλαρινός), Κέρκυρα, Απρίλης-Ιούνιος 2002, σσ. 29-41/ εδώ, σσ. 39-40.
[8] Τα παραπάνω κριτικά αποσπάσματα παρατίθενται στο Η Μεσοπολεμική Πεζογραφία, ό.π., σ. 338. Όσον αφορά στην απλότητα με την έννοια του λιτού αφηγηματικού ύφους, βλ. το απόσπασμα από το «Γράμματα σε Νέο φίλο μου» του Στρατή Δούκα, όπως παρατίθεται στο σχολικό εγχειρίδιο Νεοελληνική Λογοτεχνία Γ′ Ενιαίου Λυκείου – Θεωρητική Κατεύθυνση, ΟΕΔΒ, Αθήνα, 1999, σσ. 365-366, αναδημοσιευμένο από τον Στρατή Δούκα, Γράμματα και συνομιλίες, Ανάτυπο από το περιοδικό Διαγώνιος, Θεσσαλονίκη, 1966 και «Διογένης», Αθήνα, 1975.
[9] Βλ. στο Στρατή Δούκα, Ιστορία ενός αιχμαλώτου, Κέδρος, 201989, Χαρακτικά: Bengi Kristenson, σσ. 65-68.
[10] Βλ. στο Η Μεσοπολεμική Πεζογραφία, ό.π.
[11] Βλ. στο Ιστορία ενός αιχμαλώτου, ό.π., σ. 67. Όπως δήλωνε σε συνέντευξή του, ο Στρατής Δούκας δούλευε το κείμενο του Αιχμαλώτου σε κάθε καινούργια έκδοση· βλ. στο «Στρατής Δούκας. Δεν εννοώ τέχνη χωρίς βίωμα, χωρίς ζωή». Συνέντευξη στη Θεοδώρα Ζερβού, περ. Διαβάζω, τχ. 74, 27.7.1983, σσ. 64-70/ εδώ, σσ. 65-66. Πάντως, στην τρίτη έκδοση, εκτός των μορφικών αλλαγών, προστέθηκαν και κάποια επιπλέον επεισόδια, τα οποία είχε καταγράψει στο δικό του χειρόγραφο ο αληθινός Νικόλας Καζάκογλου (βλ. σχετικά στο Ιστορία ενός αιχμαλώτου, ό.π., σ. 67).
[12] Βλ. στο περ. Διαβάζω, ό.π., σ. 65.
[13] Αντίστοιχα ο Αλέξης Ζήρας θα γράψει αρκετά χρόνια αργότερα στο Λεξικό Νεοελληνκής Λογοτεχνίας. Πρόσωπα – Έργα – Ρεύματα – Όροι, Πατάκης, 2007, στο λήμμα «Στρατής Δούκας», ότι: «Ο Δούκας, χωρίς να είναι ο πρώτος λόγιος που χρησιμοποίησε αναδημιουργικά τον λαϊκό λόγο, είναι ασφαλώς εκείνος που τον μετέτρεψε σε κύριο τρόπο έκφρασής του».
[14] Για τα παραπάνω παραθέματα βλ. στα πτερύγια του χάρτινου περικαλύμματος της έκδοσης Ιστορία ενός αιχμαλώτου, ό.π. Οι καταχωρίσεις εκεί των κριτικών έγιναν με την καθοδήγηση του ίδιου του συγγραφέα· βλ. σχετικά στο περ. Διαβάζω, ό.π., σ. 65.
[15] Βλ. στο Mario Vitti, Η «Γενιά του Τριάντα». Ιδεολογία και Μορφή. Με μια νέα εισαγωγή, Ερμής, Αθήνα, 2006, σ. 234, αλλά και σσ. 200-201 και στις σημ. 2,4 εκεί.
[16] Βλ. στο Ιστορία ενός αιχμαλώτου, ό.π., σ. 68.
[17] Παρατίθεται στο Η Μεσοπολεμική Πεζογραφία, ό.π., σσ. 338-339.
[18] Ό.π., σσ. 327,329.
[19] Ό.π., σ. 339.

 

Διαβάστε επίσης
ΑΡΘΡΑ
«Σημειώσεις για τον “Ιαγουάρο” του Αλέξανδρου Κοτζιά» της Βασιλικής Καϊσίδου

Ιαγουάρος: σαρκοφάγο θηλαστικό, το οποίο, από πολιτισμούς της Νοτίου Αμερικής θεωρούταν μια άγρια θεότητα, εκπρόσωπος δυνάμεων του πολέμου, της πανουργίας, της καταστροφής και της ανθρώπινης θυσίας. Ο τίτλος...

ΑΡΘΡΑ
«Ρόαλντ Νταλ: Ο μεγάλος φιλικός γίγαντας της παιδικής λογοτεχνίας» της Γεωργίας Γαλανοπούλου

Έγραφε σ’ ένα μικρό ξύλινο τροχόσπιτο , περικυκλωμένο με θάμνους και περικοκλάδες, στην πίσω μεριά του κήπου του στο Μίσεντεν, όπου και έζησε τα τελευταία τριάντα σχεδόν χρόνια της ζωής του. Το είχε αγοράσει...

ΦΙΛΙΚΑ SITE

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Email:
Θέμα:
Μήνυμα:

ΠΤΟΛΕΜΑΙΩΝ 4 (ΠΛΑΤΕΙΑ ΠΡΟΣΚΟΠΩΝ)
11635 ΑΘΗΝΑ, ΤΗΛ.-FAX: 210-7212307
info@diastixo.gr

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

*  Το email σας:

ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΔΙΚΤΥΑ

facebook icontwitter icongoogle plus iconpinterest iconyoutube iconrss icon

Με την υποστήριξη του diastixo.gr - Designed by: artspr