A+ A A-

ΚΩΣΤΑΣ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ συνέντευξη στη Σταυρούλα Γ. Τσούπρου

ΚΩΣΤΑΣ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ συνέντευξη στη Σταυρούλα Τσούπρου
Ο Κώστας Χατζηαντωνίου γεννήθηκε το 1965 στη Ρόδο, όπου και μεγάλωσε. Είναι ιστορικός, πεζογράφος και δοκιμιογράφος. Η πλούσια εργογραφία του περιλαμβάνει έναν τόμο με αφηγήματα (Η κόρη του Ιεφθάε), μία νουβέλα (Το βιβλίο της μέλαινας χολής), ένα μυθιστόρημα (Αγκριτζέντο), δύο τόμους δοκιμίων (Εθνικισμός και ελληνικότητα, Εναντίον του χρόνου), οκτώ ιστορικές μελέτες (Μικρά Ασία. Ο απελευθερωτικός αγώνας 1919-1922, Μικρά Ασία. Ιστορία των Αρχαίων Χρόνων, Μικρά Ασία. Ιστορία των Μέσων Αιώνων, Μικρά Ασία. Ιστορία των Νέων Χρόνων, Αγώνες του σερβικού έθνους, Χιμάρα, Ιστορία της Νεότερης Ελλάδας (1821-1941), Κύπρος 1954-1974: Από το έπος στην τραγωδία) και δύο ιστορικές βιογραφίες (Νικόλαος Πλαστήρας, Θεόδωρος Πάγκαλος). Το βιβλίο του Εναντίον του χρόνου έλαβε το βραβείο δοκιμίου του Pen Club (2008) και το μυθιστόρημά του Αγκριτζέντο έλαβε το Βραβείο Λογοτεχνίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (2011). Είναι μέλος της διοικούσας επιτροπής τού Ιδρύματος Κωστή Παλαμά. Η συζήτησή μας μαζί του θα εστιαστεί στο τελευταίο βιβλίο του, Το χρέος και ο τόκος. Δοκίμια για τη νεοελληνική κατάρρευση (Γόρδιος, 2014).

Κύριε Χατζηαντωνίου, ήδη από το «Αντί προλόγου» σημείωμά σας στο τελευταίο βιβλίο σας τοποθετείστε, θα έλεγα, στην πλευρά της αναγκαστικής αισιοδοξίας, φωτίζοντας έτσι και το δεύτερο ουσιαστικό του τίτλου σας, το οποίο προφανώς επελέγη, ευφυέστατα πρέπει να πω, για τη διπλή του σημασία. Ο «τόκος» εκλαμβάνεται με την έννοια της γέννησης και όχι με εκείνην του κέρδους; Ή και με τις δύο;

Σε εποχές που η κρίση παίρνει χαρακτηριστικά ιστορικής αποσύνθεσης, όπως συμβαίνει στον καιρό μας, τόσο η αφελής αισιοδοξία όσο και η συνήθης μεμψιμοιρία δεν έχουν νόημα. Οι πιο συνειδητές στάσεις είναι είτε η σιωπή και η περήφανη αναμονή του λυτρωτικού μοιραίου, είτε η ανασύνταξη και το νέο ξεκίνημα της ζωής. Νέο ξεκίνημα, όμως, δεν υπάρχει χωρίς ένα ελάχιστο πίστης. Και αυτό γεννά την «αναγκαστική αισιοδοξία» ως επιταγή δράσης. Δράσης που θα φέρει την πολυπόθητη νέα γέννηση, ώστε να ειπωθεί ξανά, σε άλλη μορφή, το «νέον τόκον ιδόντες» μιας καινούργιας υμνογραφίας, μιας καινούργιας αφήγησης. Εν προκειμένω, εξαιρετικά διαφωτιστική είναι η ελληνική γλωσσική σύμπτωση, καθώς η λέξη, που έφτασε να δηλώνει μια παρά φύσιν γέννηση (όπου το χρήμα γεννά χρήμα και θεμελιώνει τον αυτοκαταστροφικό πολιτισμό του homo economicus), δηλώνει και τη χαρά μιας αληθινής γέννησης. Της γέννησης ενός νέου πολιτισμού, που θα μας έβγαζε από το αδιέξοδο και την απανθρωπία του χρηματικού σύμπαντος.

Συμφωνείτε, λοιπόν, με τον Ευάγγελο Παπανούτσο ως προς το ότι: «Το κήρυγμα της απελπισίας μόνο να υπονομεύσει μπορεί, όχι να οικοδομήσει. Σκορπάει την ηττοπάθεια, αναχαιτίζει τις καλές προθέσεις, μεγαλώνει τη σύγχυση. Όποιος παντού βλέπει τη δυστυχία και τη διαστροφή, τον εκφυλισμό και το ψεύδος, γίνεται –χωρίς να το θέλει– σύμμαχός τους. Όποιος πιστεύει στο καλό, το βοηθάει να νικήσει». Ή μήπως εσείς εννοείτε κάτι διαφορετικό με τον «ακτιβιστικό πεσιμισμό», όπως τον ονομάζετε;

Ο Ευάγγελος Παπανούτσος, ανήκοντας σε μια γενιά που έζησε όλη την ιστορική περιπέτεια του 20ού αιώνα, γνώριζε πολύ καλά τι σημαίνει απελπισία και ψεύδος, αλλά και τι σημαίνει πίστη και αντίσταση. Η επιμονή στην παθογένεια και τον σχολιασμό της ενισχύει τις δυνάμεις της παρακμής, συχνά μάλιστα γίνεται το πρώτο βήμα ή το «άλλοθι» για την προσχώρηση σε αυτήν, με την επίκληση της ματαιότητας κάθε ατομικής αντίστασης. Ο «ακτιβιστικός πεσιμισμός», όπως τον ονομάζω σε ένα από τα δοκίμια του βιβλίου, έχει διπλή σημασία. Αφενός, σημαίνει την απόφαση για αντίσταση, ακόμη και όταν είναι βέβαιη η ήττα (ο γνωστός στίχος για τους Μήδους που θα διαβούνε: κοινοτοπία, μα ουσιώδης κοινοτοπία) και, αφετέρου, σημαίνει τη βαθύτερη τραγική συναίσθηση (των Ελλήνων) πως ο ανθρώπινος βίος έχει εξαρχής προκαθορισμένο τέλος: την πλήρη υπαρκτική ήττα που συνιστούν η φθορά και ο θάνατος.

Ο μικροελλαδισμός επέβαλε την ιδεολογία του σε όλο το πολιτικό φάσμα. Και δεν εννοώ εδώ, επαναλαμβάνω, την εδαφική διάσταση της αποτυχίας, αλλά την πολιτισμική: ηττήθηκε η δυνατότητα μιας δημοκρατίας που θα είχε πολίτες και όχι πελάτες, οι οποίοι «συμμετέχουν» σε ένα πολιτικό σύστημα (το οποίο θεωρούν «ξένο») απλώς για να καρπωθούν οφέλη.

Στα παραθέματα και τις εν γένει αναφορές σας βρίσκει κανείς από τον Καβάφη και τον Παλαμά, τον Τερζάκη και τον Σαραντάρη μέχρι τον Πασκάλ, τον Νίτσε, τον Χέγκελ, τον Μαρξ, τον Σαρτρ και τον Ρουσό, και από τον Σολωμό και τον Θεοτοκά μέχρι τον Ηράκλειτο, τον Όμηρο και τους αρχαίους τραγικούς, τον Πλάτωνα, τον Αριστοτέλη και ακόμα τον Τολστόι, τον Σαίξπηρ, τον Δάντη, τον Μπαλζάκ, τον Χάινε, τον Ντοστογιέφσκι και την Παλαιά Διαθήκη, τον Κάφκα (και πολλούς ακόμη, βέβαια). Έχετε βραβευθεί και ως λογοτέχνης και ως δοκιμιογράφος. Ποια από τις δύο ιδιότητες ηρεμεί τον νου σας;

Η παρατήρησή σας με οδηγεί στο να αναγνωρίσω κι εγώ τις επιρροές που δέχτηκα. Καθώς οι παραπάνω αναφορές σε θεμέλια της ανθρώπινης σκέψης προέκυψαν χωρίς κάποιον προγραμματισμό, είναι προφανές πως σε αυτό το κλίμα διαμορφώθηκαν οι αντιλήψεις μου και αυτό το πλαίσιο θα πρέπει να έχει υπ' όψιν του κάποιος, αν θελήσει, φυσικά, να κατανοήσει τι είναι εκείνο που με οδηγεί να γράφω. Δεν θέλω να θεωρηθεί υπεκφυγή, αλλά αδυνατώ να ξεχωρίσω εντός μου τις δυνάμεις που με κατευθύνουν σε διάφορα είδη του λόγου. Το δοκίμιο, η μελέτη, η μυθοπλαστική αφήγηση, το πολιτικό σχόλιο, όλα από κοινού υπακούουν μάλλον σε αδυναμία ηρεμίας και σε ενδιάθετη απειθαρχία. Το μόνο που με ηρεμεί, πάντως, είναι η σχέση μου όχι με τη γραφή αλλά με τη γη: οι σιωπηλές ώρες κατά τις οποίες βυθίζω τα χέρια στο χώμα, στο πατρικό κτήμα, σκάβοντας, φυτεύοντας, ποτίζοντας.

Αναγκάζομαι να προσπεράσω την εικόνα ευτυχίας την οποία μόλις μας ζωγραφίσατε, για να αναφερθώ στο δοκίμιο που έδωσε τον τίτλο σε ολόκληρο το βιβλίο και το οποίο συνδυάζει ιδανικά τις τρεις, τουλάχιστον, βασικές ιδιότητές σας: του ιστορικού, του λογοτέχνη και του δοκιμιογράφου. Θα τολμούσα, ωστόσο, να σας χαρακτηρίσω και φιλόσοφο, με τη δυνατότητα μάλιστα της εκλαΐκευσης του αντικειμένου μελέτης. Θα συμφωνούσατε με τον χαρακτηρισμό; (Κρατώ στη μνήμη μου και αυτό που γράφετε σχετικά: «φιλοσοφία σημαίνει απορώ και όχι δίνω με το αζημίωτο συνταγές στοχασμού».)

Θα ήταν υπέροχο να ήμουν φιλόσοφος. Δυστυχώς, δεν είμαι. Είμαι ένας σχολιαστής, συγγενής ίσως –τηρουμένων των αναλογιών– εκείνων των άλλων σχολιαστών, που ζούσαν κατά τους ελληνιστικούς χρόνους. Ένας σχολιαστής που απορεί και αναζητεί πέρασμα με τα εφόδια τα οποία του προσφέρει μια μακρά φιλοσοφική παράδοση και μια συναίσθηση της ιστορικής περιπέτειας, χωρίς να έχει, ωστόσο, να προτείνει ένα συνεκτικό και πειστικό σύστημα στοχασμού. Ένας σχολιαστής που κουράζεται συχνά να απορεί και αναζητεί στηρίγματα νοήματος και αξίες, τα οποία να υπερβαίνουν τον θάνατο αλλά και τη συνήθεια. Ένας σχολιαστής που πότε συμβιβάζεται και πότε αντιμάχεται με τον χρόνο, αυτόν που είναι η αιτία της ύπαρξης αλλά και του αφανισμού μας.

Θα λέγατε για τον εαυτό σας ότι είστε μία ύπαρξη «ορεινή», που μπορεί να «ζει σε απόσταση»;

Ζω συχνά σε απόσταση από τους ανθρώπους, μα όχι και από τα συμβαίνοντα. Δεν μιλώ πολύ –οι φίλοι μου το ξέρουν– μα γράφω περισσότερο ίσως απ' ό,τι πρέπει, αναζητώντας διαρκώς εξηγήσεις. Θαυμάζω τις «ορεινές υπάρξεις», δεν το κρύβω, μ' αρέσει η ζωή μακριά και από τον κάμπο και από την πόλη, μα δεν κατάφερα ακόμη να καταφύγω σε κάποιο βουνό. Προσώρας περιπλανώμαι – και αυτό δεν είναι σχήμα λόγου. Θέλω, ωστόσο, όταν θα γίνω «ορεινός», να είμαι πειστικός. Τουλάχιστον στους ανθρώπους τους οποίους εκτιμώ.

Στο δοκίμιό σας «Η κατάκτηση της ελευθερίας», ασκείτε κριτική στη θεμελιώδη φιλοσοφική αντίληψη του Διαφωτισμού (τη χαρακτηρίζετε, μάλιστα, καθεστωτική ιδεολογία που αποτελεί μύθο κοινό δεξιάς και αριστεράς) περί της φύσει ελευθερίας του ανθρώπου. Λέτε πως η σχετική λογοκρατική προσπάθεια απέτυχε και πως «η πνευματική ελευθερία του ανθρώπου καταξιώθηκε τελικά με την τραγωδία και όχι με την ενότητα». Λαμβάνοντας υπ' όψιν, από τη μία πλευρά, το επιτύμβιο αυτόγραφο του Καζαντζάκη και, από την αντίθετη, την απαξίωση του δικαιώματος της ελευθερίας, σύμφωνα με την ιστορία του Μεγάλου Ιεροεξεταστή στους Αδελφούς Καραμάζοφ του Ντοστογιέφσκι, πώς θα μπορούσατε να προϊδεάσετε για τις σχετικές απόψεις σας τον μελλοντικό σας αναγνώστη;

Ο μύθος της «φυσικής» ελευθερίας καταρρίπτεται, νομίζω, εύκολα. Πόσο ελεύθεροι είμαστε, επί παραδείγματι, να μην πεθάνουμε; Πόσο ελεύθεροι είμαστε να μην αρρωστήσουμε ή να μην πεινάσουμε αν, αίφνης, αποφασίζαμε να γίνουμε απόλυτα αξιοπρεπείς (δηλαδή: ελεύθεροι), σε ένα σύστημα οργανωμένο με βάση την υποκρισία, τον φθόνο και την κοινωνική εκμετάλλευση; Αιτία αυτής της ανημπόριας δεν είναι η κοινωνία, αλλά η φύση. Η φύση: αυτή είναι άδικη και ανελεύθερη. Τούτο οδηγεί πολλούς στον συμβιβασμό με την τυραννία (του Θεού, της φύσης, των ανθρώπων). Για μένα, αυτή η συνειδητοποίηση είναι το πρώτο βήμα για να αναλάβουμε την ελευθερία μας ως καθήκον εναντίον της φύσεως. Ως καθήκον, το οποίο γεννά η πίστη σε ό,τι, κάπως υπερβολικά, ονομάστηκε Πνεύμα. Ως καθήκον αντίστασης στη Φύση και πίστης στην ελευθερία. Στην ελευθερία που είναι Προορισμός και όχι παρούσα κατάσταση, αναγκαιότητα ή καταδίκη, όπως φαντάζεται ο Διαφωτισμός, η μήτρα τόσο της δεξιάς όσο και της αριστεράς των ημερών μας.

Σε ένα άλλο δοκίμιό σας μιλάτε για «τον παρασιτικό και αντικοινωνικό μεταπολιτευτικό μαζάνθρωπο». Πώς θα χαρακτηρίζατε, όμως, και πού θα τοποθετούσατε όσους δεν υπάγονται σε αυτήν την, ευρεία μάλλον, κατηγορία;

Η κατηγορία αυτή είναι ασφαλώς μεγάλη, πλειοψηφική κοινωνικά. Υπάρχουν ωστόσο χιλιάδες, εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι, οι οποίοι διαφύλαξαν την ευπρέπειά τους αυτές τις δεκαετίες και είναι άδικο να αποδίδεται και σε αυτούς ένα είδος συλλογικής ευθύνης. Δυστυχώς, ένα πλήθος παραγόντων διασπά αυτούς τους ανθρώπους και δεν μας επιτρέπει να τους δούμε ως ένα ενιαίο σύνολο, που θα μπορούσε να δράσει ιστορικά. Ιδεολογικές, κοινωνικές, ψυχολογικές διαφορές τούς εμποδίζουν να επιτελέσουν τον ιστορικό ρόλο, ο οποίος θα μπορούσε να δώσει τη λύση στην κρίση του καιρού μας. Συμβαίνει συχνά στην Ιστορία αυτό, μέχρι να εμφανιστεί το «απρόοπτο». Σε τούτο ελπίζω.

Στο δοκίμιο «Η Γενεαλογία της Μεταπολίτευσης» διατυπώνετε την, αν μη τι άλλο, ενδιαφέρουσα άποψη ότι, την τελευταία τεσσαρακονταετία, στην Ελλάδα «κυβερνούσαν οι αριστεροί», με την έννοια της «ιδεολογικής ηγεμονίας». Θα ήθελα να μας το σχολιάσετε, εν είδει πρόγευσης της ανάγνωσης του βιβλίου σας.

Η γκραμσιανή ανάλυση έδειξε την τεράστια σημασία της ιδεολογικής ηγεμονίας. Η εξουσία στις σύγχρονες μαζικές κοινωνίες δεν ασκείται μόνον από την κυρίαρχη τάξη. Μπορεί να κατανέμεται, προκειμένου αυτή η κυρίαρχη τάξη ακριβώς να διαφυλάξει το «μείζον», τα οικονομικά της συμφέροντα. Ειδικά στην Ελλάδα, υπό το βάρος των ιστορικών εγκλημάτων μισού αιώνα, και ιδιαίτερα μετά τη γελοιότητα και τη βαρβαρότητα της δικτατορίας, η δεξιά παραχώρησε από το 1974 τους ιδεολογικούς μηχανισμούς του κράτους (παιδεία, πολιτισμό, ενημέρωση), όχι φυσικά από μεγαλοψυχία αλλά εν είδει «ιστορικού συμβιβασμού». Η σιωπηλή «συμφωνία» δεξιάς-αριστεράς έγινε με τη θυσία των αξιών αμφοτέρων: έμεινε μόνον ο καταναλωτισμός και η οικονομική ανέλιξη ως η κοινή μεγάλη ιδέα. Και φτάσαμε εδώ όπου φτάσαμε.

Θα σταθώ σε ένα ακόμη δοκίμιό σας, το «Οι ολιγαρχικές ρίζες μιας "Δημοκρατίας"», το οποίο, βέβαια, με παρέπεμψε άμεσα στην προσφάτως επανεκδοθείσα ιστορική μελέτη σας Ιστορία της Νεότερης Ελλάδας (1821-1941). Πώς γίνεται, τελικά, και η πολιτική συμμετοχή ενός λαού δεν συνεπάγεται μία ορθώς λειτουργούσα δημοκρατία;

Η παρασιτική ενσωμάτωση της Ελλάδας στον Δυτικό κόσμο και η επιβίωση των θεσμών και κυρίως της νοοτροπίας της οθωμανοκρατίας, εξαιτίας μιας ολιγαρχίας που επιβιώνει σε κάθε κοινωνική και πολιτική μεταβολή, έχει ως πρωταρχική αιτία την εξάρτηση και την ατελή εθνική ολοκλήρωση του νέου ελληνισμού. Μια χώρα η οποία δεν είναι ανεξάρτητη εθνικά δεν μπορεί να έχει δημοκρατία· μπορεί να έχει μόνον ένα ολιγαρχικό αντίγραφό της. Δεν έχουμε ακόμη συνειδητοποιήσει πως το 1922 δεν συνέβη μία εθνική, και μόνον, καταστροφή, με την απώλεια των ανατολικών πατρίδων, αλλά ηττήθηκε οριστικά και το σχέδιο για μία ανεξάρτητη ισχυρή Ελλάδα. Ο μικροελλαδισμός επέβαλε την ιδεολογία του σε όλο το πολιτικό φάσμα. Και δεν εννοώ εδώ, επαναλαμβάνω, την εδαφική διάσταση της αποτυχίας, αλλά την πολιτισμική: ηττήθηκε η δυνατότητα μιας δημοκρατίας που θα είχε πολίτες και όχι πελάτες, οι οποίοι «συμμετέχουν» σε ένα πολιτικό σύστημα (το οποίο θεωρούν «ξένο») απλώς για να καρπωθούν οφέλη.

Και, για να μείνουμε λίγο στο ιστορικό κομμάτι, θέλετε να μας διευκρινίσετε τι εννοείτε με τη «"νέα" τάση ιστορικού υλισμού» στο δοκίμιο «Εμπορικές φιλοδοξίες και ιστορική παραχάραξη»;

Ο ιστορικός υλισμός ταυτίστηκε στο παρελθόν με μια ανάγνωση του μαρξισμού που θέλει την Ιστορία και τη ζωή ως αποτελέσματα αποκλειστικά υλικών όρων. Τα τελευταία χρόνια φαίνεται πως η θεωρία αυτή εμπνέει περισσότερο τμήματα της νεοφιλελεύθερης δεξιάς και της άρχουσας τάξης, τα οποία, για προφανείς ιδιοτελείς λόγους, εγκολπώνονται τον ιστορικό υλισμό, θεωρώντας πως έτσι υπερασπίζονται πιο αποτελεσματικά τα συμφέροντά τους. Από κοντά βεβαίως και πρώην αριστεροί που, επειδή συμβιβάστηκαν για να σταδιοδρομήσουν, πρέπει (για τους γνωστούς λόγους ψυχολογικής αναπλήρωσης) να δείχνουν πως αμφισβητούν ιδέες και απόψεις οι οποίες θεωρούνται «κατεστημένες». Δεν πρόκειται, ωστόσο, για πραγματική αμφισβήτηση. Πρόκειται για πολιτικό αντιπερισπασμό, ο οποίος θέλει να κρύψει την «προδοσία των διανοουμένων».

Ανέλπιστα η απάντησή σας «συναντάται» και με την τελευταία μου ερώτηση, η οποία αφορμάται από το δοκίμιό σας «Οι Διανοούμενοι και η Κρίση», μία εξαιρετική μελέτη πάνω στο συγκεκριμένο ζήτημα. Μιλήστε μας λίγο γι' αυτή την «κοινωνική τάξη» των διανοουμένων. Εσείς ανήκετε σε αυτή;

Οι διανοούμενοι είναι μία ειδική κοινωνική τάξη, η οποία εξ ορισμού δεν (θα έπρεπε να) επιδιώκει πρακτικούς σκοπούς. Η πραγματικότητα, βέβαια, είναι διαφορετική. Χρησιμοποιώντας, στο δοκίμιο που αναφέρετε, δύο αρχέτυπα, του Ερμή και του Προμηθέα (αμφότεροι χαρακτηρίστηκαν από τους αρχαίους ως προστάτες των Γραμμάτων και των Τεχνών), μπορούμε να διακρίνουμε τους διανοούμενους που υπηρετούν την οποιαδήποτε εξουσία ή σκοπιμότητα, από τους διανοούμενους που συμβολίζουν την επιθυμία του ανθρώπου για απελευθέρωση από την ανάγκη. Καμία ιστορική μεταβολή δεν έγινε ποτέ χωρίς την αποφασιστική προεργασία ή και τη δράση των διανοουμένων, οι οποίοι «εκλέγουν» κάθε φορά (με τις πράξεις ή τις παραλείψεις τους) με ποια κοινωνική τάξη/ιδεολογία θα συστρατευθούν. Ως προς τη δική μου παρουσία, θα ήθελα να αναγνωριστεί απλώς πως ο πόθος της απελευθέρωσης από την Ανάγκη κινούσε κάθε μου σκέψη, κάθε μου πράξη. Νομίζω πως τούτο είναι μια νόμιμη φιλοδοξία...

Κύριε Χατζηαντωνίου, σας ευχαριστώ πολύ.

Το χρέος και ο τόκοςΤο χρέος και ο τόκος
Δοκίμια για τη νεοελληνική κατάρρευση
Κώστας Χατζηαντωνίου
Γόρδιος
254 σελ.
Τιμή € 14,91
1-patakis-link

 

Διαβάστε επίσης
ΕΛΛΗΝΕΣ
Μάνος Κοντολέων: συνέντευξη στη Χαριτίνη Μαλισσόβα

Το νέο του βιβλίο με τίτλο Αμαρτωλή Πόλη, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκη, είναι η αφορμή της συζήτησής μας με τον Μάνο Κοντολέων. Ο αγαπημένος συγγραφέας παιδιών, εφήβων κι ενηλίκων μιλά στο...

ΦΙΛΙΚΑ SITE

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Email:
Θέμα:
Μήνυμα:

ΠΤΟΛΕΜΑΙΩΝ 4 (ΠΛΑΤΕΙΑ ΠΡΟΣΚΟΠΩΝ)
11635 ΑΘΗΝΑ, ΤΗΛ.-FAX: 210-7212307
info@diastixo.gr

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

*  Το email σας:

ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΔΙΚΤΥΑ

facebook icontwitter icongoogle plus iconpinterest iconyoutube iconrss icon

Με την υποστήριξη του diastixo.gr - Designed by: artspr