A+ A A-

ΠΟΙΗΤΙΚΑ ΣΤΑΥΡΟΔΡΟΜΙΑ

ΠΟΙΗΤΙΚΑ ΣΤΑΥΡΟΔΡΟΜΙΑτης Ανθούλας Δανιήλ

Συχνά, αν όχι πάντα, κοιτάζοντας έναν πίνακα, ακούγοντας μια μουσική φράση, διαβάζοντας ένα ποίημα, αρχίζουμε να σκεφτόμαστε τι ή ποιον μας θυμίζει. Γιατί πάντα υπάρχει κάποιος παλαιότερος που τραγούδησε, ζωγράφισε, είπε κάτι, το οποίο, είτε συνειδητά είτε ασύνειδα, βρίσκεται στα θεμέλια του νεότερου.

Πρώτη αφορμή στο θέμα μού δίνει ένα σονέτο του Δροσίνη:

«Εσπερινός»

Στο ρημαγμένο παρεκκλήσι / της άνοιξης το θείο κοντύλι

εικόνες έχει ζωγραφίσει /με τ’ αγριολούλουδα τ’ Απρίλη.

Ο ήλιος γέρνοντας στη δύση, / μπροστά στου ιερού την πύλη

μπαίνει δειλά να προσκυνήσει / κι ανάφτει υπέρλαμπρο καντήλι.

Σκορπάει γλυκιά μοσχοβολιά,/ δάφνη στον τοίχο ριζωμένη,

–θυμίαμα που καίει η πίστις– / και μια χελιδονοφωλιά

ψηλά στο νάρθηκα χτισμένη / ψάλλει το «Δόξα εν Υψίστοις».

 

Ο ποιητής ξεκινάει από μια εικόνα που του δίνει την αφορμή να στοχαστεί πάνω σε θέματα σοβαρά, όπως το «πανταχού παρών» του Θεού, παρά το γκρέμισμα του ναού του. Το «παρεκκλήσι» μπορεί να είναι «ρημαγμένο», όπως οι κατεστραμμένοι αρχαίοι ναοί, όμως δε μένει αλειτούργητο. Ό,τι του πήρε ο χρόνος –τα νιάτα του– του το προσφέρει η φύση, με το γύρισμα των εποχών: αντί για εικόνες, αγριολούλουδα. Αντί για καντήλι, το φως του ηλιοβασιλέματος. Αντί για θυμίαμα, δάφνη. Αντί για ψάλτες, χελιδόνια. Τα χελιδόνια φέρνουν την Άνοιξη και η Άνοιξη στην Ελλάδα είναι ηγεμονική. Και ο ποιητής, αφηγητής, προσκυνητής, παρατηρητής, δυναμικά παρών αν και αφανής. Το «ρημαγμένο παρεκκλήσι» συμβολίζει το τέλος μιας εποχής και μιας ηλικίας, το τέλος της νιότης και της ζωής, αλλά όλα περνούν και όλα μένουν. Κι όπως λέει ο Σεφέρης, «οι άστεγοι θεοί γύρισαν εκεί που άρχισαν, χύθηκαν ξανά έξω στο τοπίο… «Πάντα πλήρη θεών», έλεγε ο Μιλήσιος Θαλής1.

*

Ένας από τους πρωτοπόρους ποιητές της γενιάς του ’30 είναι και ο Τάκης Παπατσώνης, έχει ένα δικό του τρόπο στην προσφορά του μηνύματος. Ο Παπατσώνης πεζολογεί, σχεδόν αφήνει τα πράγματα να χαλαρώσουν. Είναι θρησκευτικός αλλά συγχρόνως είναι και παγανιστικός. Η φύση στο ποίημά του είναι μια αλληγορία του θείου και η θρησκευτικότητά του ουσιαστική και όχι τυπολατρική.

[Ερημοκλήσι]

 

Είσαι άσπρο ελληνικό ερημοκλήσι δαρμένο

από την αντηλιά. Γύρω γύρω σου αμπέλια, μποστάνια,

καρποφόρες συκιές και κάπου κάπου μοναχική

και κάποια ελιά. Χρυσοφρυγανισμένα τα χορτάρια

αχνίζουνε άχυρο πια κι αντίς γι’ αγγέλους τα τζιτζίκια

σου κανοναρχούνε το κάθε απομεσήμερο έως αργά

με το δικό τους τρόπο τον Παρακλητικό Κανόνα.

 

Το ποίημα δείχνει παρεμφερές με αυτό του Δροσίνη, με τις ακόλουθες, σημαντικές, αν και μικρές, αλλαγές: η εποχή μετατοπίζεται. Δεν είναι άνοιξη αλλά καλοκαίρι. Το «απομεσήμερο» εκτείνεται έως αργά. Το «παρεκκλήσι» γίνεται «ερημοκλήσι». Τα αγριολούλουδα αντικαθίστανται από «χορτάρια», τα οποία με τη σειρά τους γίνονται «άχυρα». Τα «χελιδόνια», άγγελοι της άνοιξης, έχουν αντικατασταθεί από τα «τζιτζίκια»[1], που είναι οι άγγελοι του καλοκαιριού και κατ’ επέκταση του επερχόμενου χειμώνα. Το «Δόξα εν Υψίστοις», του Ευαγγελισμού, αντικαθίσταται από τον «Παρακλητικό Κανόνα», της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, τον Δεκαπενταύγουστο.

Ο ποιητής μοιάζει να μας καθοδηγεί με την επιμελημένη στίξη, να μας υποδεικνύει τις εσωτερικές ομοιοκαταληξίες: αντηλιά- ελιά / πια- αργά, και να επιμένει στην ακουστική εντύπωση με την ιδιαιτέρως πυκνή χρήση του «ρ» και του «χ»: «άσπρο», «ερημοκλήσι», «δαρμένο», «καρποφόρες», «χρυσοφρυγανισμένα», «χορτάρια», «άχυρο», «αχνίζουνε», «κανοναρχούνε», «απομεσήμερο», «αργά», τρόπο», «Παρακλητικό». Η ακουστική αυτή εντύπωση συμβάλλει με τον τρόπο της στο νόημα του εκπνέοντος κεκοιμημένου τοπίου, το οποίο ενισχύεται και από το «απομεσήμερο» και το «αργά», ως προχωρημένη ώρα, με το συμβολισμό που περιέχει.

Η Κοίμηση της Θεοτόκου είναι το Μικρό Πάσχα του καλοκαιριού και στη Θεοτόκο αναπέμπεται ο «Παρακλητικός Κανόνας». Ωραία Κοιμωμένη όμως είναι και η φύση όλη, Παναγία Κεκοιμημένη.

*

Ηγέτης της γενιάς του ’30, που οραματιζόταν την αλλαγή στα ποιητικά μας πράγματα, ο Σεφέρης είναι ο επίσημος ανανεωτής που κάνει τη στροφή, για να δώσει στην ποίηση μια άλλη πνοή. Με την πρώτη ποιητική του συλλογή, που έχει τον συμβολικό τίτλο Στροφή, στα 1935, η αλλαγή έχει επιτευχθεί.

[Τρεις βράχοι]

 

Τρεις βράχοι λίγα καμένα πεύκα κι ένα ρημοκλήσι

και πάρα πάνω

το ίδιο τοπίο αντιγραμμένο ξαναρχίζει

τρεις βράχοι σε σχήμα πύλης, σκουριασμένοι

λίγα καμένα πεύκα, μαύρα και κίτρινα

κι ένα τετράγωνο σπιτάκι θαμμένο στον ασβέστη

και πάρα πάνω ακόμη πολλές φορές

το ίδιο τοπίο ξαναρχίζει κλιμακωτά

ως τον ορίζοντα ως τον ουρανό που βασιλεύει.

 

Οι [Τρεις βράχοι] είναι απόσπασμα του ποιήματος με τον τίτλο «Μποτίλια στο πέλαγο» και είναι το ΙΒ΄ της συλλογής Μυθιστόρημα. Στο πρώτο μέρος που μας αφορά, το «ρημοκλήσι» υπάρχει σαν σημαδούρα στο τοπίο. Τα άλλα χαρακτηριστικά του είναι οι «τρεις βράχοι» και τα «λίγα καμένα πεύκα». Αυτή ή λιτή, τριπλή παρουσία, και τίποτα άλλο, είναι αρκετή για να δηλώσει την ιθαγένεια του τοπίου, την ελληνικότητά του.

Στον τρίτο στίχο έχουμε επανάληψη των χαρακτηριστικών, με τη διαφορά ότι τα πράγματα αποκτούν προσδιορισμούς. Οι «βράχοι» είναι «σε σχήμα πύλης» και «σκουριασμένοι» και τα «πεύκα» είναι επιπλέον «μαύρα και κίτρινα». Πάνω σ’ αυτό το τοπίο ξεχωρίζει ένα «τετράγωνο σπιτάκι θαμμένο στον ασβέστη», οπότε το «ρημοκλήσι» μοιάζει να αφομοιώθηκε από τα διαχρονικά χαρακτηριστικά των ελληνικών κτισμάτων. Το τοπίο και «πάρα πάνω» είναι το ίδιο, «αντιγραμμένο».

Το «τετράγωνο» σπιτάκι δεν έχει τυχαίο σχήμα. Είναι αυτό που έχουν οι αρχαίοι ναοί, οι χριστιανικές βασιλικές, οι περίφημοι λαϊκής τέχνης περιστεριώνες, αλλά και όλα τα απλά ελληνικά σπίτια. Ο 7ος στίχος επαναλαμβάνει την επανάληψη των προηγούμενων με έμφαση: «Και πάρα πάνω ακόμη πολλές φορές». Ο 8ος στίχος επιμένει στην επανάληψη του ίδιου τοπίου, μέχρι το απόσπασμα να καταλήξει «κλιμακωτά ως τον ορίζοντα, ως τον ουρανό που βασιλεύει».

Τι συμβαίνει και γιατί ο ποιητής επιμένει σε κάτι που είναι οφθαλμοφανές; Τι είδους είναι η απόσταση που τον χωρίζει από το συγκεκριμένο τοπίο;

Είναι γνωστό ότι, όπου ο ποιητής γίνεται εμφατικός και επιμένει, υπάρχει λόγος στάσης και σκέψης. Κι επειδή η Ελλάδα είναι ορεινή, το τοπίο είναι ανηφορικό. Τούτο έχει ως συνέπεια το βλέμμα να βρίσκεται σε κατεύθυνση προς τον ουρανό. Όμως πρέπει να υποθέσουμε ότι το τοπίο δεν επαναλαμβάνεται μόνο στο χώρο, αλλά και στο χρόνο, και ότι οι διαδοχικές του εμφανίσεις γίνονται σε χρόνο του παρελθόντος. Κάθε νέα εκδοχή είναι ελαφρά παραλλαγή της προηγούμενης σε άλλη εποχή. Ο ποιητής αρχίζει με το προφανές, αυτό που έχει μπροστά του, αλλά κινείται προς αυτό που βρίσκεται πίσω από το φαινόμενο. Οι «βράχοι» κουβαλάνε την ιστορία τους και τη μοίρα τους, γι’ αυτό είναι «σκουριασμένοι». Το «ρημοκλήσι» (προσδιοριστικό του παρόντος) γίνεται ένα απλό σπιτάκι άσπρο – ασβεστωμένο, σαν μαρμάρινο, σαν μνήμα, σαν τάφος, σαν σήμα μιας παλαιότερης εποχής. Κι όσο το «βλέμμα» της μνήμης τρέχει στο παρελθόν, τόσο το τοπίο μετατοπίζεται στα ψηλά, στον ορίζοντα –αρχή και γέννηση μιας Ελλάδας– και στον ουρανό που βασιλεύει – κυβερνάει αλλά και δύει. Αυτή η τελευταία παρατήρηση κάνει το ποίημα οδυνηρό.

Το τοπίο, με αποχρωματισμένο και χωνεμένο μέσα του το «ρημοκλήσι», έχει να κάνει πλέον με την ιστορική μοίρα, με την ιστορική μνήμη, η οποία ταλαντώνεται από το εδώ ως τον ορίζοντα και τον ουρανό και από το τώρα ως το απώτερο παρελθόν, για να επισημάνει την πανάρχαια ύπαρξή του.

*

Η πρώτη στροφή από το ποίημα «Ηλικία της Γλαυκής Θύμησης», του Οδυσσέα Ελύτη, είναι το απόσπασμα με τον ψευδότιτλο [Έχει ο Θεός] που ανήκει στην ενότητα «Η θητεία του Καλοκαιριού», της συλλογής Προσανατολισμοί.

 

Ελαιώνες κι αμπέλια μακριά ως τη θάλασσα

κόκκινες ψαρόβαρκες πιο μακριά ως τη θύμηση,

έλυτρα[2] χρυσά του Αυγούστου στο μεσημεριάτικο ύπνο,

με φύκια ή όστρακα. Κι εκείνο το σκάφος

φρεσκοβγαλμένο πράσινο, που διαβάζει ακόμη στην ειρή-

νη του κόλπου των νερών Έ χ ε ι   ο   Θ ε ό ς.

 

Πρόκειται και πάλι για ένα τυπικό ελληνικό τοπίο, με εμφανή τα ιθαγενή χαρακτηριστικά του – «ελαιώνες κι αμπέλια» και «κόκκινες ψαρόβαρκες». Εκείνο που φαίνεται να συγγενεύει με το ποίημα του Σεφέρη είναι ότι η μετακίνηση του βλέμματος γίνεται, εμφανώς από το χώρο –«μακριά ως τη θάλασσα»– (1ος στ.) στο χρόνο – «πιο μακριά ως τη θύμηση» (2ος).

Ο τρίτος στίχος, όμως, και ο μισός τέταρτος, χωρίς προηγούμενη ή επόμενη μεταβατική λέξη, κόβει το ποίημα στα δυο, ακριβώς πάνω στον αυγουστιάτικο «μεσημεριανό ύπνο». Το μεσημέρι κόβει τη μέρα στα δυο, ο ύπνος κόβει το εικοσιτετράωρο στα δυο, μέρα / νύχτα, ο Αύγουστος κόβει το χρόνο στα δυο –καλοκαίρι / χειμώνας–, ο ύπνος επίσης κόβει τη ζωή στα δυο, ζωή-θάνατος, αφού ο ύπνος είναι ο δίδυμος του θανάτου.

Στο σημείο της τομής του ποιήματος βρίσκονται τα «χρυσά έλυτρα», τα «φύκια» και τα «όστρακα». Τι είναι τα «έλυτρα»; Έλυτρο είναι το περίβλημα, η θήκη, αλλά και το «σώμα ως περίβλημα της ψυχής» έλυτρο είναι, κατά τον Πλάτωνα, που στην προκειμένη περίπτωση βουλιάζει στη θάλασσα.

Στη μέση του τέταρτου στίχου, έτσι χωρίς μεταβατική λέξη πάλι, συνεχίζεται, θα λέγαμε, η προηγούμενη αφήγηση. Αυτή τη φορά στο οπτικό μας πεδίο κυριαρχεί ένα «σκάφος φρεσκοβγαλμένο πράσινο», και ο χώρος προσδιορίζεται από την «ειρήνη του κόλπου των νερών». Το «φρεσκοβγαλμένο» μάς υποβάλλει και την ιδέα του φρεσκοβαμμένου ή αλλιώς του καινούργιου. Ωστόσο τι σημαίνει «φρεσκοβγαλμένο»; Από πού ήρθε το σκάφος και πού πάει; Πού είναι η ειρήνη του κόλπου των νερών; Ποιος διαβάζει;

Μια σύντομη απάντηση, με την επικουρία της λαογραφίας και του ελυτικού διακειμένου, που θέλει το μεσημέρι σημαδιακό, το «φρεσκοβγαλμένο» και μάλιστα «πράσινο» είναι το νεογέννητο, αυτό που μόλις βγήκε στη ζωή, στο ταξίδι. Πού όμως; Στην «ειρήνη». Ποια είναι αυτή; Αυτή που ακολουθεί τον «μεσημεριάτικο ύπνο», τον ύπνο-θάνατο. Οπότε αυτό το σκάφος μόλις άρχισε το ταξίδι του στα νερά του κόλπου της γαλήνιας ειρήνης, εκείνης που ακολουθεί την περιπέτεια και ταραχή της ζωής, στο υποθαλάσσιο ταξίδι, εξακολουθώντας να ελπίζει στον Θεό.

Στο ποίημα υπάρχουν τέσσερα βασικά σημεία-σταθμοί. Η ζωή ως κόκκινη ψαρόβαρκα, ο μεσημεριάτικος ύπνος ως όριο γεγονός-θάνατος, το πράσινο σκάφος στον υδάτινο κόσμο, ο Θεός.

Γενικά, ο Ελύτης, παίζοντας με τα χρώματα, μας μίλησε για πάνω και κάτω κόσμο, ο ένας κόκκινος και ο άλλος πράσινος, αφού ό,τι μένει για πολύ στο νερό αποκτά ένα στρώμα από πράσινη γλίτσα, και σιγά σιγά παίρνει τη μορφή που έχουν όλα τα πλάσματα του βυθού, με κολλημένα πάνω τους «φύκια» και «όστρακα», όπως τα ανασυρόμενα από το βυθό αρχαιολογικά ευρήματα. Να θυμηθούμε ότι στην αρχαία παράδοση οι νεκροί περνούν με βάρκα τον Αχέροντα και την Αχερουσία λίμνη. Να θυμίσουμε επίσης ότι ο βαρκάρης είναι και ψυχοπομπός. Και ποιος «διαβάζει ακόμη»; Το ίδιο το βαρκάκι φέρει την ελπίδα σαν να είναι το όνομά του. Όσο για το «ακόμη», δε θα είχε κανένα λόγο μέσα στο ποίημα αν δεν είχε συμβεί κάποιο σημαντικό γεγονός στο χρόνο. Επομένως «ακόμη» και στην άλλη ζωή «ελπίζει».

Να σχολιάσουμε και εδώ την ηχητική εντύπωση της ροής από τη χρήση του «ρ», «ψαρόβαρκες», «έλυτρα», «χρυσά», «μεσημεριάτικο», «όστρακα», «φρεσκοβγαλμένο», «ειρήνη» «νερών». Χαρακτηριστικό είναι ότι δεν υπάρχει ρήμα, παρά μόνο στο τέλος του αποσπάσματος στις φράσεις «που διαβάζει» και «έχει ο Θεός». Η έλλειψη ρήματος υποβάλλει μια αίσθηση αδράνειας, η οποία με τη σειρά της υποβάλλει την ιδέα της μεταθανάτιας γαλήνης.

Από ποίημα σε ποίημα, από το παραδοσιακότερο στο πιο μοντέρνο, το εκκλησάκι άλλαξε, μεταμορφώθηκε, απλοποιήθηκε, χωνεύτηκε και τέλος απέμεινε μόνο η ελπίδα σε μια φράση: «έ χ ε ι ο Θ ε ό ς».



2 Παρβ, Οδυσσέα Ελύτη, «- Ε σεις τζιτζίκια μου άγγελοι / γεια σας κι η ώρα η καλή / Ο βασιλιάς ο ήλιος ζει; κι όλ’ αποκρίνονταν μαζ/ Ζει ζει ζει ζει ζει ζει ζε ζει.

 

 

ΦΙΛΙΚΑ SITE

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Email:
Θέμα:
Μήνυμα:

ΠΤΟΛΕΜΑΙΩΝ 4 (ΠΛΑΤΕΙΑ ΠΡΟΣΚΟΠΩΝ)
11635 ΑΘΗΝΑ, ΤΗΛ.-FAX: 210-7212307
info@diastixo.gr

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

*  Το email σας:

ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΔΙΚΤΥΑ

facebook icontwitter icongoogle plus iconpinterest iconyoutube iconrss icon

Με την υποστήριξη του diastixo.gr - Designed by: artspr