Βάνγκερ στο Ηρώδειο

Βάνγκερ στο Ηρώδειο

Όσο για την πρώτη παρουσίαση της βαγκνερικής αυτής όπερας, ορόσημου του ρομαντισμού, από τον ίδιο το συνθέτη, έγινε στις 2 Ιανουαρίου 1843 στη Semper Oper της Δρέσδης, χωρίς ιδιαίτερη επιτυχία. Γεγονός όχι τυχαίο, αφού ήδη ο Βάγκνερ με αυτή την όπερα θα έβαζε τις βάσεις για τις καινοτομίες που θα άλλαζαν τα έως τότε ισχύοντα στην όπερα και θα επηρέαζαν όλους τους μετέπειτα συνθέτες, ακόμα και τον μεγάλο Βέρντι, τουλάχιστον στη δεύτερη περίοδο της δημιουργικής ζωής του. Οι καινοτομίες αυτές μπορεί αρχικά να ξένισαν το ευρύ κοινό –ας μην ξεχνάμε ότι η όπερα ήταν ένα λαϊκό μουσικό είδος– αλλά σύντομα ο Βάγκνερ καταξιώθηκε παρά τις τολμηρές του παρεμβάσεις. Ο Βάγκνερ [Λειψία, 22 Μαΐου 1813-Βενετία, 19 Φεβρουαρίου 1883] θα εμπνευστεί τον Ιπτάμενο Ολλανδό το 1839, ύστερα από ένα περιπετειώδες ταξίδι του με πλοίο και στη συνέχεια με άμαξα από τη Ρίγα στο Λονδίνο. Εξάλλου η ίδια η ζωή του έχει αρχίσει να είναι γεμάτη περιπέτειες. Η δεύτερη όπερά του με τίτλο Libersverbot –η πρώτη του, το De Feen, θα περιμένει 50 χρόνια για να παιχτεί– αποτυγχάνει παταγωδώς, με αποτέλεσμα να χάσει τη θέση του μουσικού διευθυντή στην Όπερα του Μάγκντεμπουργκ, να επισπεύσει το γάμο του με την ηθοποιό Μίνα Πλάνερ, να βρεθεί στο έλεος των δανειστών του και τέλος να εγκαταλείψει κρυφά τη Ρίγα μαζί με τη σύζυγό του! Από το Λονδίνο θα βρεθεί στο Παρίσι όπου δεν καταφέρνει παρά να αυξήσει τα χρέη του και να οδηγηθεί για τρεις εβδομάδες στη φυλακή του Κλισί. Ωστόσο αυτές οι τρεις εβδομάδες δε θα πάνε χαμένες γιατί κατά τη διάρκειά τους ο Βάγκνερ θα αρχίσει να συνθέτει τον Ιπτάμενο Ολλανδό ή Πλοίο-Φάντασμα, όπως ήταν ο αρχικός τίτλος της όπερας. Η όπερα βασίζεται αφενός στον ομώνυμο μύθο του ιπτάμενου Ολλανδού και αφετέρου στη σατιρική νουβέλα του Χάινε Από τα απομνημονεύματα του κυρίου Σναμπελεβόπσκι [1833]. Στο μεταξύ ο Βάγκνερ θα έχει εντελώς εμβαπτιστεί στο κυρίαρχο αισθητικό-ιδεολογικό ρεύμα του ρομαντισμού με άμεσους επηρεασμούς από κορυφαίους εκπροσώπους του γερμανικού ρομαντισμού, όπως οι Χάινε, Σίλερ, Χέλντερλιν, Σέλεϊ, Χόφμαν. Σ’ αυτό το πλαίσιο αποφασίζει εκτός από τη μουσική να γράφει ο ίδιος το λιμπρέτο στις όπερές του, εγκαινιάζοντας έτσι ένα είδος που από το 1850 και μετά θα αποκαλεί «μουσικό δράμα» και θα έχει τις ρίζες του αφενός στο αρχαίο ελληνικό δράμα, και ιδιαίτερα στον Αισχύλο, τον οποίο θαύμαζε, και αφετέρου στους αρχαίους γερμανικούς μύθους. Στόχος του η δημιουργία μιας νέας γερμανικής μυθολογίας, με έντονα στοιχεία μυστικισμού, υπερβατικού και τελετουργικού στοιχείου τα οποία αργότερα οικειοποιήθηκαν ο Χίτλερ και οι Γερμανοί ναζί. Τα στοιχεία αυτά σαφώς διαφαίνονται και στον Ιπτάμενο Ολλανδό. Όπως επισημαίνει και ο Γιάννης Κόκκος, «μαινόμενα στοιχεία της φύσης, καταραμένες ψυχές, αντιπαραθέσεις ανάμεσα στο κοινότοπο και το όνειρο, εμμονές του έρωτα και του θανάτου, υλισμός και πνευματικότητα ο νεαρός μουσικός εξερευνά το πνεύμα της εποχής και τους προσωπικούς του δαίμονες». Ο Γιάννης Κόκκος σημειώνει ακόμα ότι «η προμηθεϊκή μορφή του Ιπτάμενου Ολλανδού αποτελεί τον πρόδρομο όλων των μετέπειτα βαγκνερικών ηρώων που αναζητούν τη λύτρωση». Πραγματικά, ο καπετάνιος του πλοίου-φάντασμα, εξαιτίας της μη τήρησης του όρκου του στον Διάβολο, έχει καταδικαστεί να περιπλανάται στις θάλασσες μέχρι τη Δευτέρα Παρουσία εκτός κι αν βρεθεί η γυναίκα που θα τον αγαπήσει ολοκληρωτικά κι έτσι διά μέσου της αγάπης να τον λυτρώσει από την κατάρα και να τον σώσει. Η γυναίκα αυτή θα είναι η Ζέντα η οποία έχει μια μυστηριακή και φαντασιωτική σχέση με μια προγονική μορφή και η οποία θα θυσιαστεί για να λυτρώσει τον καταδικασμένο καπετάνιο.

 

Στην παράσταση της Εθνικής Λυρικής Σκηνής, το ρόλο του ιπτάμενου Ολλανδού κρατούν οι Τόμας Μάγιερ και Τόμας Γκατσέλι, της Ζέντα η Ζαν Μισέλ Σαρμπονέ, του καπετάνιου Ντάλαντ οι Δημήτρης Καβράκος και Γκρέγκορι Φρανκ, του Έρικ ο Ίαν Στόρεϊ, της Μέρι η Ελισάβετ Κλονόβσκαγια και του τιμονιέρη του Ντάλαντ ο Αντώνης Κορωναίος. Ο Γιάννης Κόκκος εκτός από τη σκηνοθεσία υπογράφει τα σκηνικά και τα κοστούμια, η δραματουργική επεξεργασία είναι της Αν Μπλανκάρ, η βιντεοσκηνογραφία του Έρικ Ντόρεϊ και η διεύθυνση της χορωδίας του Αγαθάγγελου Γεωργακάτου. Tην ορχήστρα της Εθνικής Λυρικής Σκηνής διευθύνει ο Λουκάς Καρυτινός. Αξίζει να τονιστεί ότι οι ξένοι μονωδοί που συμμετέχουν στην παράσταση έχουν καταξιωθεί διεθνώς σε ρόλους του βαγκνερικού και γενικότερα του γερμανικού ρεπερτορίου όπερας.

 

Τα σχόλια σας

Κάντε το σχόλιο σας, με σύνδεση από το facebook ή συμπληρώστε τα στοιχεία σας, στην παρακάτω φόρμα.

 


Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
ΘΕΑΤΡΟ
«Εμμανουήλ Ροΐδης: “Το παράπονο του νεκροθάπτου”» της Ελένης Λιντζαροπούλου

 Περισσότερα από 120 χρόνια μας χωρίζουν από τις επίκαιρες και οδυνηρές αλήθειες που η πένα του Εμμανουήλ Ροΐδη αποτυπώνει στο διήγημα «Το παράπονο του νεκροθάπτου». Η ελληνική κοινωνία του 19ου...

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΕΙΣ

ΕΙΔΗΣΕΙΣ

ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΙ

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Το μήνυμά σας

Διεύθυνση

Πτολεμαίων 4
(Πλατεία Προσκόπων)
11635 Αθήνα,
Τηλ.-fax: 210.7212307
info@diastixo.gr
ISSN: 2585-2485

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

Εγγραφείτε τώρα στο newsletter μας και μάθετε πρώτοι τα τελευταία νέα για το βιβλίο και για τις τέχνες.

 

Το email σας: