«Αβάσταχτος πόνος»του Βασίλι Σουκσίν

«Αβάσταχτος πόνος» του Βασίλι Σουκσίν

μετάφραση: Ελένη Κατσιώλη

Υπάρχουν μέρες του καλοκαιριού που η μυρωδιά του αψεντιού σε κάνει να παλαβώσεις. Για κάποιο λόγο, ειδικά, τις νύχτες. Το φεγγάρι φωτίζει απαλά. Νιώθεις ένα βάρος στην καρδιά, μια ανησυχία. Και αυτές τις τεράστιες, φωτεινές, με την πικρή μυρουδιά, νύχτες σκέφτεσαι ελεύθερα, τολμηρά, γλυκά. Και δεν το λες ότι σκέφτεσαι: είναι σαν να φαντάζεσαι, να περιμένεις. Κρύβεσαι κάπου πίσω από τους λαχανόκηπους, στις κολλιτσίδες, και η καρδιά σταματά από μια ανεξήγητη μυστική χαρά. Είναι κρίμα που έχουμε τόσο λίγες νύχτες σαν κι αυτές στη ζωή μας.

Μια τέτοια νύχτα μου έμεινε για όλη μου τη ζωή.

Ήμουν γύρω στα δώδεκα. Καθόμουν στον λαχανόκηπο και, έχοντας αγκαλιάσει με τα χέρια τα γόνατα, κοιτούσα επίμονα, μέχρι δακρύων, το φεγγάρι. Ξαφνικά άκουσα κάποιον, όχι πολύ μακριά, να κλαίει σιωπηλά. Κοίταξα γύρω και είδα τον γέρο Νιετσάι, τον γείτονά μας.

Μικρόσωμος, αδύνατος, περπατούσε με το μακρύ λινό πουκάμισο. Έκλαιγε και κάτι μουρμούραγε ακατανόητα.

Του παππού Νιετσάι, του είχε πεθάνει πριν από τρεις μέρες η γυναίκα του∙ μια ήσυχη, αμίλητη γριούλα. Ζούσαν μόνοι οι δυο τους, τα παιδιά είχαν φύγει.

Η γριά Νιετσάγεβα, η γυναίκα του Νιετσάι, ζούσε απαρατήρητη και πέθανε απαρατήρητη. Το έμαθαν το πρωί: «η Νιετσάγενα... κοίτα να δεις, την καημενούλα» είπαν οι άνθρωποι. Έσκαψαν έναν τάφο, έβαλαν τη γυναίκα του Νιετσάι και τέλος. Έχω ξεχάσει πώς ήταν. Πήγαινε γύρω γύρω από τον φράχτη και φώναζε στις κότες: «Πρρρ... πουλάκια μ’...». Με κανέναν δεν τσακωνόταν, δεν έκανε ανακατέματα στο χωριό. Υπήρχε και τώρα πια δεν υπάρχει, έφυγε.

...Εκείνη την όμορφη φωτεινή νύχτα έμαθα πόσο σκληρή είναι η μοναξιά του ανθρώπου. Ακόμη και όταν όλα είναι τόσο υπέροχα γύρω σου, τόσο ζεστά και δεν έχει τίποτε που να σε φοβίζει ο τόπος σου.

Έμεινα ακίνητος.

Το μακρύ, κάτω από τα γόνατα πουκάμισο του γέρου άσπριζε εκθαμβωτικά κάτω από το φεγγάρι. Περπατούσε αργά, σκούπιζε με το φαρδύ μανίκι τα μάτια του. Τον έβλεπα καλά. Κάθισε κοντά.

- Δεν πειράζει... θα ξαποστάσω λιγάκι... θα συζητήσουμε, έλεγε σιγανά ο γέρος και δεν μπορούσε να σταματήσει τα δάκρυα. Είναι τρίτη μέρα – υποφέρω και δεν ξέρω τι να κάνω. Δεν μπορώ ούτε τα χέρια μου να κουνήσω... τι να κάνω.

Ηρέμησε για λίγο.

-Πουλύ-πουλύ πικρό, Παρασκόβια: για δε μου είπες τίπουτα στο τέλος; Σού ’κανα κάτι και δε μου το ’πες! Ας το έλεγες, κάπως να ξαλάφρωνες. Και τι να σκεφτώ τώρα... Ωχ ωχ ωχ...

Ο γέρος σώπασε για λίγο.

-Λοιπόν, σε πλύναμε, σε ντύσαμε, τα κάναμε όλα καθώς πρέπει. Ο κουμπάρος Σεργκέι έφτιαξε το φέρετρο. Κλάψαμε, είναι αλήθεια δεν ήταν και πολλοί. Φτιάξαμε κόλλυβα. Και σε βάλαμε στην ακρίτσα κοντά στην Νταβίντοβνα. Το χώμα είναι καλό, είναι στεγνό. Κι εγώ για κει ετοιμάζουμαι. Δεν ξέρω τι να κάνω τώρα μόνος μου; Να αμπαρώσω [1] το καλυβάκι και να πάω στον Πέτκα;... Φοβάμαι: όχι τον ίδιο, αλλά την κυρά του... εκείνος ξέρεις, ξέρεις πώς είναι: δε θα πει τίποτε, αλλά το φαΐ θα σου κάθεται στον λαιμό. Τι συμφορά!... Τι με συμβουλεύεις;

Σιωπή.

Τρομοκρατήθηκα. Μπας κι αρχίσει να μιλάει τώρα η κυρά Νιετσάγενα με τη γλυκιά υπομονετική φωνή της.

-Το σκέφτομαι, τι να κάνω, συνέχισε ο παππούς Νιετσάι, πού να ακουμπήσω; Μου ’ρχεται να βάλω θηλιά στο λαιμό μου. Και χθες, που με πήρε για λίγο ο ύπνος, σε είδα σα να περπατάς στο φράχτη και να κουβαλάς στη σήτα αυγά. Κοίταξα προσεκτικά και δεν ήταν αυγά, ήταν ζωντανά κοτοπουλάκια, μικρουλάκια ακόμα, και σαν ν’ άρχισες να τα τρως ένα ένα. Να τα τρως και να τα ευχαριστιέσαι... Χριστός και Παναγία! Ξύπνησα... Ήθελα να σε ξυπνήσω, ξέχασα ότι δεν υπήρχες.... Που να σε πάρει!... Παρασκοβίτσα...

Ο παππούς Νιετσάι άρχισε ξανά να κλαίει. Δυνατά. Μου σηκώθηκε η τρίχα – σαν να ούρλιαξε, αναστέναξε κάπως παρατεταμένα:

-Ω-ω-ωχ... α-α-αχ!... Έφυγες!... Και δε σκέφτηκες τι θα κάνω εγώ! Έπρεπε να μου μιλήσεις: θα έφερνα τον γιατρό από την πόλη... οι άνθρωποι καλυτερεύουν. Αλλά εσύ ούτε λέξη ούτε μισή λέξη – πέθανες! Κι εγώ μπορώ να το κάνω αυτό...

Ο Νιετσάι φύσηξε τη μύτη του, σκούπισε τα δάκρυα και αναστέναξε.

-Άσχημα δεν είναι εκεί, Παρασκοβίτσα; Έτσι δεν είναι; Λαχταράς να γυρίσεις; Να σε ονειρεύομαι. Τουλάχιστον, να έρχεσαι συχνότερα... αλλά κανονικά. Όχι με αυτά τα κοτοπουλάκια... Θεός φυλάξοι!

Κι εδώ... ο Νιετσάι μιλούσε ψιθυριστά, τα μισά δεν τα άκουγα.

-Παραλίγο να κάνω μια αμαρτία, είπε... Και τι; Έχω ακούσει ότι σκάβουν. Έθαψαν τη γυναίκα στο Κραούσκινο... και αναστέναζε. Την ξέθαψαν... Αυτές τις δύο νύχτες ερχόμουνα, άκουγα: όλα ήταν ήσυχα. Λίγο θέλει;... Λένε, ότι κάποιο όνειρο κατέχει τον άνθρωπο και όλοι νομίζουν ότι είναι πεθαμένος, αλλά δεν είναι πεθαμένος, κοιμάται...

Τρόμαξα, δεν ήταν καθόλου αστείο, και σύρθηκα έξω από τον λαχανόκηπο. Έτρεξα στον παππού μου και του τα είπα όλα. Ο παππούς ντύθηκε και ερχόταν το κατόπι μου.

-Μιλάει μόνος του ή σαν να μιλάει με εκείνη; με ρώτησε ο παππούς.

- Μ’ εκείνη. Τι ρωτάει τι να κάνει...

-Μπορεί και να τα χάσει, το παλιάλογο. Στ’ αλήθεια θα πάει να την ξεθάψει! Μήπως είναι μεθυσμένος;

-Όχι, όταν είναι μεθυσμένος ή τραγουδάει ή λέει ιστορίες για τον Θεό – αυτό το ήξερα εγώ. Ο Νιετσάι, ακούγοντας τα βήματά μας, σώπασε.

-Ποιος είναι εκεί; ρώτησε αυστηρά ο παππούς.

Ο Νιετσάι για πολύ δεν απαντούσε.

-Ρωτάω, ποιος είναι εκεί;

-Γιατί ρωτάς;

-Εσύ είσαι, Νιετσάι;

-Μμμ...

Πλησιάσαμε. Ο παππούς Νιετσάι καθόταν οκλαδόν, κοιτώντας μας από κάτω και ήταν πολύ ενοχλημένος.

-Ποιος άλλος ήταν εδώ;

-Εδώ!

-Σε... άκουσα που μιλούσες με κάποιον.

-Να μη σε νοιάζει.

-Θ’ αρπάξω ένα γερό στειλιάρι και θα σε κυνηγήσω μέχρι το σπίτι, που να μην προλάβεις να κάνεις κιχ. Τρελάθηκες... δεν ντρέπεσαι, γέρος άνθρωπος;

-Μιλάω μαζί της και δεν ενοχλώ κανέναν.

-Με ποιον μιλάς; Δεν υπάρχει κανείς εδώ! Πέθανε, είναι στο χώμα.

-Μου μιλάει, την ακούω, πείσμωσε ο Νιετσάι. Μη μας ενοχλείτε. Χώνονται εδώ και κρυφακούνε...

-Άντε, πάμε, ο παππούς σήκωσε με ευκολία τον Νιετσάι από τη γη. Πάμε στο σπίτι μου, έχω μια μπουκάλα τσίπουρο, θα το πιούμε και θα νιώσεις καλύτερα.

Ο παππούς Νιετσάι δεν αντιστάθηκε.

-Δύσκολο είναι, κουμπάρε, δεν αντέχω.

Περπατούσε μπροστά, σκόνταφτε και σκούπιζε συνέχεια τα δάκρυα στο μανίκι του.

Τον κοίταζα από πίσω, μικροκαμωμένο, διαλυμένο από τον αβάσταχτο πόνο και έκλαιγα κι εγώ, αλλά σιγανά για να μη με ακούσει ο παππούς μου και μου ρίξει καμιά σφαλιαρίτσα. Ήταν κρίμα για τον παππού Νιετσάι.

-Και για ποιον είναι εύκολο; -τον καθησύχαζε ο παππούς. – Σε ποιον είναι εύκολο να θάβεται ο συγγενής του στο χώμα; Και αν ξαπλώναμε δίπλα τους από τον αβάσταχτο πόνο, τι θα γινόταν; Εγώ πόσες φορές θα έπρεπε να το έχω κάνει αυτό; Κάνε υπομονή. Σφίξε την καρδιά και κάνε υπομονή.

-Λυπάμαι.

-Φυσικά και λυπάσαι... Ποιος λέει κάτι άλλο. Όμως τίποτε δεν μπορείς να κάνεις τώρα. Θα πονέσεις, αυτό είναι όλο. Και μετά θα τα τεζάρεις. Κάνε υπομονή.

-Το καταλαβαίνω με το μυαλό, αλλά... όλα εδώ μέσα έχουν στεγνώσει, με τίποτε δεν τα ζωντανεύεις. Το έχω δοκιμάσει, ήπια: δεν κάνει τίποτα.

-Θα κάνει. Μα ο Πέτκα γιατί δεν ήρθε; Οι άλλοι είναι μακριά, αλλά αυτός;...

-Λείπει για δουλειά. Ωχ, είμαι διαλυμένος, κουμπάρε!... Δεν το φαντάστηκα ποτέ ότι θα ήμουν τόσο άσχημα...

-Έτσι είμαστε πάντα: όσο ζει ο άνθρωπος μας φαίνεται κανονικό και όταν πεθάνει, λυπούμαστε. Αλλά και να τρελαθείς αυτό είναι... βλακεία.

Εκείνη τη στιγμή, για μένα δεν υπήρχε πια ούτε η καθαρή και ήσυχη νύχτα ούτε σκέψεις, και αυτή η ακατανόητη χαρά που είχα νοιώσει ήταν σαν να πέθανε.

Ο αβάσταχτος πόνος του μικροκαμωμένου γέρου επισκίασε τον όμορφο κόσμο. Θυμάμαι, μόνο, όλο και πιο έντονα την πικρή μυρωδιά της αψιθιάς.

Ο παππούς κράτησε τον Νιετσάι μαζί μας.

Ξάπλωσαν στο πάτωμα, σκεπάστηκαν με μια προβιά.

-Θα σου πω μια ιστορία, άρχισε να διηγείται σιγανά ο παππούς μου. Μα εσύ δεν έχεις πάει στον πόλεμο! Δεν ξέρεις πώς ήταν εκεί... Εκεί, αδελφέ μου... υπήρχαν χειρότερα πράγματα και να, λοιπόν, η ιστορία: υπηρετούσα νοσοκόμος, μετέφερα τους τραυματίες στα μετόπισθεν. Μια φορά πηγαίναμε με το Στουντεμπάκερ μας, φίσκα από τραυματίες. Αναστενάζουν, παρακαλούν να πηγαίνουμε πιο ήρεμα... Και ο οδηγός μας, ο Μικολάι Ιγκρίνιεφ, ένας συνομήλικος, προσπαθεί να πηγαίνει ήρεμα, αργά δεν πρέπει και να αργούμε, είναι επικίνδυνο: υποχωρούμε, και σε μια διασταύρωση πλησιάζουμε ένα ελαφρύ όχημα. Ο αξιωματικός χειρονομεί: σταμάτα, λέει. Εμείς, όμως, είχαμε μια πολύ αυστηρή διαταγή: να μη σταματήσουμε, ακόμα κι αν ο ίδιος ο διάβολος μας σταματούσε με τα κέρατα του. Αυτό ήταν το σωστό: εκεί υπήρχαν ακόμα πολλοί, κακόμοιροι, που κείτονταν και περίμεναν. Μακάρι να προελαύναμε, αλλά εμείς υποχωρούσαμε. Λοιπόν, εμείς περάσαμε, αλλά το ελαφρύ όχημα μας προσπέρασε κι ένας αξιωματικός στέκει στον δρόμο με το περίστροφο στο χέρι. Δεν μπορούσαμε να κάνουμε τίποτε, σταματήσαμε. Αποδείχτηκε ότι είχε στο όχημα έναν βαριά τραυματισμένο αξιωματικό, ενώ εκείνος έπρεπε να πάει σε αποστολή. Λοιπόν, χώσαμε μετά βίας εκείνον τον αξιωματικό για τον οποίο μας απειλούσε με το περίστροφο. Ο Μικολάι ήταν στην καμπίνα: μαζί του ήταν και ένας λοχαγός, και αυτός πολύ άσχημα, σχεδόν ξαπλωμένος. Ο Μικολάι με το ένα χέρι τον κρατούσε και με το άλλο οδηγούσε. Είχαν βολευτεί κατά κάποιον τρόπο. Και εκείνος, που τοποθέτησαν μέσα μετράει ώρες ο φτωχός. Το κεφάλι του είναι γεμάτο με στεγνωμένα αίματα. Και σκέφτηκα: δεν θα τον προλάβουμε. Ο νεαρός ήταν υπολοχαγός, σχεδόν αμούστακος. Πήρα το κεφάλι του στα γόνατά μου, τουλάχιστον, να τον στηρίξω λιγάκι!... Φτάσαμε στο νοσοκομείο, άρχισαν να βγάζουν τους τραυματίες... Ο παππούς γρύλισε και σώπασε για λίγο. Άναψα ένα τσιγάρο, ο Μικολάι άρχισε να με βοηθάει... και να βοηθάει... Του έδωσα τον υπολοχαγό... και του λέω «όλα τέλειωσαν». Και ο Μικολάι κοίταξε τον υπολοχαγό στο πρόσωπο κάπως... Γκουχ-γκουχ (έπιασε βήχας τον παππού)... –Και ξανά σιωπή. Για πολύ έμειναν σιωπηλοί.

-Στ’ αλήθεια ήταν ο γιος του; ρώτησε σιγανά ο παππούς Νιετσάι.

-Ναι, ο γιος του.

-Ωχ, Κύριε!

-Χμ... Ο παππούς ρούφηξε τη μύτη του. Τη ρούφηξε πέντε φορές στη σειρά.

-Και μετά τι;

-Τον θάψαμε... Ο διοικητής του Μικολάι του έδωσε άδεια μια βδομάδα για να πάει στο σπίτι του. Πήγε. Δεν είπε στη γυναίκα του ότι έθαψε τον γιο τους. Έκρυψε τη διαταγή, τα έγγραφα, έμεινε μια εβδομάδα και έφυγε.

-Γιατί δεν είπε κάτι;

-Τι να πει!... Έτσι, τουλάχιστον, υπάρχει κάποια ελπίδα –χωρίς ειδήσεις αγνοείται–, ενώ αλλιώς... δεν υπάρχει. Δεν μπόρεσε να της πει τίποτε. Πόσες φορές, είπε, ήθελα και δεν μπορούσα.

-Κύριε, Κύριε, αναστέναξε και πάλι ο παππούς Νιετσάι, εκείνος ζει, είπε;

-Ο Μικόλα; Δεν ξέρω, σκορπιστήκαμε σε διαφορετικά μέρη... Αυτή είναι η ιστορία. Τον ίδιο τον γιο του! Εύκολο το λες… Και τόσο νέο...

Οι γέροι σώπασαν.

Στο παράθυρο όλο και χυνόταν το νεκρικό θριαμβευτικό φως του φεγγαριού. Λάμπει!... Είτε πρόκειται για χαρά είτε για αβάσταχτο πόνο, λάμπει!

 

Σημειώσεις
[1] Όταν έφευγαν για μεγάλο χρονικό διάστημα από το σπίτι, σφράγιζαν πόρτες και παράθυρα με καδρόνια σε σχήμα Χι.

 

Ο Βασίλι Σουκσίν κατάγεται από οικογένεια Κοζάκων της περιφέρειας Βόλγκογκραντ. Γεννήθηκε στο χωριό Σρόστκι το 1929. Ήταν ένα πολύπλευρο ταλέντο: σκηνοθέτης, ηθοποιός, συγγραφέας και σεναριογράφος. Τιμήθηκε από τη Σοβιετική Ρωσία με δύο βραβεία και, μετά θάνατον, το 1976, με το ανώτατο βραβείο Λένιν. Πέθανε το 1974.

 

Τα σχόλια σας

Κάντε το σχόλιο σας, με σύνδεση από το facebook ή συμπληρώστε τα στοιχεία σας, στην παρακάτω φόρμα.

 


Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ > ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ
«Νύχτες στη βίλα» του Νικολάι Βασίλιεβιτς Γκόγκολ

μετάφραση: Ελένη Κατσιώλη Ήταν γλυκές και κουραστικές αυτές οι νύχτες χωρίς ύπνο. Ο άρρωστος καθόταν στην πολυθρόνα. Εγώ ήμουν κοντά του. Ο ύπνος δεν τολμούσε ν’ αγγίξει τα βλέφαρά μου. Σιωπηλά και καρτερικά φαινόταν να...

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ > ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ
«Οι πύλες του Ιεζεκιήλ» του Απόστολου Σπυράκη

«Το καλύτερο γαλακτομπούρεκο με φύλλο αφράτο, όχι θρυμματιστό, το έφτιαχνε ο Αργυρόπουλος!» είπε η Αφροδίτη «πουλούσε και μια σοκολάτα σε κομμάτια απίθανη, έλιωνε στον ουρανίσκο, μπορούσες να...

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΕΙΣ

ΕΙΔΗΣΕΙΣ

ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΙ

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Το μήνυμά σας

Διεύθυνση

Πτολεμαίων 4
(Πλατεία Προσκόπων)
11635 Αθήνα,
Τηλ.-fax: 210.7212307
info@diastixo.gr
ISSN: 2585-2485

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

Εγγραφείτε τώρα στο newsletter μας και μάθετε πρώτοι τα τελευταία νέα για το βιβλίο και για τις τέχνες.

 

Το email σας: