«Σάββας ο Θαλασσινός» του Αλέξανδρου Πετρόχειλου

«Σάββας ο Θαλασσινός» του Αλέξανδρου Πετρόχειλου

Του το ‘χε κολλήσει το παρατσούκλι ο καπετάνιος του πρώτου πλοίου που είχε μπαρκάρει, ο κυρ Ανέστης. Του άρεσε. Πιτσιρικάς τότε, δεκαέξι χρονών, πρώτη φορά έφευγε από τον Πειραιά και άφηνε πίσω μάνα πατέρα και αδελφή. Άργησε να μάθει γιατί τον φώναζαν έτσι. Στο επόμενο λιμάνι που πιάσανε, έψαξε και βρήκε το βιβλίο με τα παραμύθια από τις Χίλιες και μια νύχτες. Σκοντάφτοντας και μπουρδουκλώνοντας διάβασε την ιστορία του Σεββάχ του Θαλασσινού. Εντυπωσιάστηκε. Από τότε, σχεδόν κάθε μέρα έπιανε το βιβλίο και το ξεζούμιζε. Ήταν το μόνο βιβλίο που είχε διαβάσει και που θα διάβαζε σε όλη του τη ζωή. Όταν έφτανε στο τέλος της ιστορίας και είχε χρόνο από τις δουλειές του καραβιού, το δάχτυλό του δεν πήγαινε στο επόμενο παραμύθι, παρά ξαναγύρναγε στο τσαλακωμένο χαρτί, εκεί όπου ξεκίναγε η ιστορία με «Τα εφτά ταξίδια του Σεβάχ του θαλασσινού», και ξανά από την αρχή. Μετά από κάποιο διάστημα, είχε μάθει απ’ έξω την ιστορία, τους διαλόγους, την πλοκή, ακόμα και τα κόμματα, και τις τελείες.

Τα χρόνια πέρασαν, ο Σάββας γέρασε, και αποφάσισε να συνταξιοδοτηθεί. Η σύνταξη του ΝΑΤ που έπαιρνε είχε κατακρεουργηθεί. Δεν παντρεύτηκε ποτέ, δεν έκανε παιδιά. Οι ερωμένες του, σε ολόκληρο τον πλανήτη, είτε που θα είχαν πια πεθάνει, είτε θα είχαν μαραζώσει. Καμία δεν θα τον θυμότανε. Το μόνο πράγμα που του είχε απομείνει ήταν η αδελφή του που του έπλενε τα ρούχα, και τον τάιζε όταν εκείνος μετά τα μισά του μήνα είχε φάει όλη του τη σύνταξη στο ΚΙΝΟ. Η αγαπημένη του ανιψιά που την είχε σαν κόρη, από τότε που σταμάτησε να της δίνει χαρτζιλίκι, σταμάτησε και αυτή να τον αγαπάει.

Η περιουσία του ήταν ένα δυάρι στα Κρητικά, στον Πειραιά, στην ανηφόρα με τον στενό το δρόμο. Η ανηφοριά αυτή του θύμιζε τη ράχη μιας τεράστιας φάλαινας που από στιγμή σε στιγμή περίμενε να κουνηθεί, και να πετάξει τριγύρω της τα ενοχλητικά σπιτάκια που ήταν καρφωμένα στο σώμα της. Όταν περνάγανε μηχανάκια με πειραγμένη εξάτμιση, τον έκαναν να ξυπνάει και να κατεβάζει απόστολους, οσίους και αγίους από τον ουρανό στη γη. Κάποτε που είχε λεφτά είχε σκεφτεί να βάλει αλουμίνια, αλλά δεν το ’κανε. Ήταν το μόνο πράγμα που μετάνιωσε ποτέ στη ζωή του.

Δεν έκανε ποτέ του περιουσία. Και αν περάσανε λεφτά από τα χέρια του; Όλα τα έτρωγε στο τζόγο και στις γυναίκες – πουτάνες, για την αδελφή του. Μπαρμπούτι, πόκα, φρουτάκια. Όλες οι λέσχες τον ξέρανε. Είχε ταΐσει πολύ κόσμο ο Σάββας. Όσο για τις γυναίκες; Μπορεί να τις άλλαζε σαν τα πουκάμισα, αλλά καμία δεν είχε παράπονο. Τις πήγαινε στα καλύτερα μπουζούκια, τους έπαιρνε τα καλύτερα δώρα. Ποτέ δεν πουλούσε έρωτες και αγάπες. Μόνο με μια παντρεμένη είχε τσιμπηθεί κάποτε, τότε που είχε πηδήξει με τα σώβρακα από τον πρώτο όροφο όταν είχε έρθει ο άντρας της απροειδοποίητα, και μετά ο Σάββας ξεβράκωτος διέσχισε όλη τη Λαμπράκη, με τον κερατά να τον κυνηγάει με ένα τζιπάκι. Στο τέλος λύσανε τις διαφορές τους στα δικαστήρια, και έτσι άδοξα και κωμικά τελείωσε ίσως ο μοναδικός του έρωτας.

Τα μαλλιά του δεν λέγανε να πέσουνε. Κουρευόταν μόνος του, και λουζόταν με tide, και όταν βαριότανε τα άφηνε να μακρύνουν. Το πρόσωπό του όμως πάντα ξυρισμένο. Ιεροτελεστία με το πινέλο, και τη νιβέα που την ανακάτευε με νερό. Την πρώτη φορά που ξυρίστηκε ήταν στο καράβι. Είχε την έξυπνη ιδέα να τα πάρει με το μαχαίρι, αλλά όταν το δέρμα του ξεκόλλησε σαν φλούδα από πορτοκάλι, κατάλαβε το λάθος του.

Δεν ήταν λίγες οι περιπέτειες που πέρασε. Εκτός από τον άντρα που τον κυνήγαγε σαν άλλος Κύκλωπας, κάποια υπολείμματα φυματίωσης από τα νεανικά του χρόνια πήγαν να του στοιχίσουν μια μέρα τη ζωή. Βάλε και έναν καρκίνο στον προστάτη που σερνόταν σαν τεράστιο φίδι μέσα του για χρόνια, αλλά στο τέλος τον ξεπέρασε. Και μην ξεχάσουμε και τους κανίβαλους της εφορίας και των εισπρακτικών εταιρειών που προσπαθούσαν να τον κατασπαράξουν καθημερινά. Ο Σάββας όμως ήταν φτιαγμένος από γερό σκαρί.

Τα χρόνια πέρασαν, και το μόνο που του είχε απομείνει ήταν οι αναμνήσεις, αλλά και αυτές δεν είχε πού να τις πει. Του έλειπε η θάλασσα. Η απεραντοσύνη της, η μυρωδιά της, η κυκλοθυμία της, τα κύματα και οι περιπέτειές της. Γυναίκα με τα όλα της.

Στα όνειρά του έβλεπε συνέχεια ότι ταξίδευε. Ξύπναγε νομίζοντας ότι το κρεβάτι του ήταν κουκέτα, και όλο το δυάρι στα Κρητικά κουνιόταν σαν γκαζάδικο. Το ψυγείο Εσκιμό, που το είχε κι αυτός δεν ήξερε από πότε, έκανε ίδιο ήχο με προπέλας. Όταν καταλάβαινε ότι ήταν όνειρο, έκλεινε πάλι τα μάτια και προσπαθούσε να ξεγελάσει τον εαυτό του, ότι βρισκόταν ακόμα στη θάλασσα, και προσπαθούσε να συνεχίσει από εκεί που είχε μείνει. Μερικές φορές το κόλπο έπιανε, και το όνειρο συνεχιζότανε. Αλλά τις περισσότερες φορές δεν τα κατάφερνε. Είτε θα συνέχιζε σε έναν ύπνο χωρίς όνειρα, είτε θα άνοιγε την τηλεόραση να δει τηλεμάρκετινγκ καπνίζοντας μέχρι να ξημερώσει και να πάρει το 830 να κατέβει στην Αντιστάσεως να χαζέψει στα μαγαζιά.

Ο μόνος φίλος που του είχε απομείνει ήταν ένας γεράκος, πρώην ναυτικός και αυτός, που πούλαγε καζαμίες σε έναν πάγκο στη Τσαμαδού. Πήγαινε πρωί πρωί με δυο καφεδάκια, τον κέρναγε και λιάζονταν και οι δυο σαν τα σκυλιά. Τις πιο πολλές φορές αμίλητοι κοιτάζαν τους περαστικούς. Αν πέρναγε καμία όμορφη κοπελίτσα γρυλίζαν και κουνούσαν την ουρά τους αλλά μέχρι εκεί. Μόνο όταν λέγανε ιστορίες από τα ταξίδια τους ζωντανεύανε και πάλι, γίνονταν είκοσι χρονών παλικαράκια και νιώθανε ότι μπορούσαν να φέρουν τούμπα όλη τη γη.

Ο Βασίλης με τους καζαμίες ένα πρωινό δεν εμφανίστηκε, και ο πάγκος με τα βιβλία έμεινε άδειος. Του έκανε πολύ άσχημη εντύπωση του Σάββα αυτός ο σαπισμένος πάγκος έτσι γυμνός που ήταν. Ήπιε και τα δυο καφεδάκια μόνος του, και ρώτησε τους κοντινούς καταστηματάρχες αν ξέραν τίποτα. Κανείς δεν είχε νέα του Βασίλη. Την επόμενη μέρα που πήγε στην Τσαμαδού, και είδε πάλι άδειο τον πάγκο, κατάλαβε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. Στην κολόνα δίπλα από τον πάγκο είδε το κηδειόχαρτο.

Τις επόμενες μέρες κλείστηκε στο σπίτι του. Μήτε παράθυρα άνοιγε, μήτε την πόρτα. Μονάχα έπαιρνε το παλιό του χιλιοταλαιπωρημένο βιβλίο με τις Χίλιες και μια νύχτες, και το κατάπινε ασταμάτητα. Προσπαθούσε να καταλάβει γιατί δεν είχε γραφτεί μια τελευταία ιστορία με τον Σεβάχ. Ήθελε πολύ να μάθει τι είχε συμβεί, πού κατάντησε, πώς πέθανε, αλλά δεν το βρήκε. Η σκέψη του οργίαζε. Είχε βγει στη σύνταξη, και ήταν σε κάποιο εξωτικό μέρος με τα παιδιά του και τα εγγόνια του; Είχε πεθάνει ένδοξα στη φουρτουνιασμένη θάλασσα πολεμώντας πειρατές και τεράστια τέρατα; Σίγουρα δεν είχε πεθάνει μόνος του και άφραγκος σε ένα διαμέρισμα στα προάστια του Πειραιά, σκέφτηκε, και ενοχλήθηκε με αυτή τη σκέψη. Πίκρα γέμισε την καρδιά του, και πότισε τα σαγόνια του. Του ήρθε η όρεξη να μιλήσει με την αδελφή του. Όχι για να της ζητήσει δανεικά, ούτε για να της πει να του φέρει κανένα πιάτο φαΐ, αλλά έτσι, για να δει τι κάνει.

Καθώς βρισκόταν στο προτελευταίο ψηφίο στο κινητό του, μισοκλείνοντας τα μάτια για να μπορέσει να πληκτρολογήσει τον αριθμό –σε αυτόν τον αναθεματισμένο το διάολο– ένιωσε μια γλυκιά νύστα να ποτίζει το σώμα του. Είδε όνειρο. Ήταν λέει στη μακρινή Ανδαλουσία, ντάλα ήλιος, κι αυτός στη σκιά έπινε λευκό κρασί δροσερό, ενώ το κύμα έσπαγε απαλά στην παραλία. Σε λίγο θα ερχόταν ο Βασίλης να τα πούνε. Θα κανονίζανε, λέει, καινούρια περιπέτεια, σε μακρινό νησί, με αμύθητους θησαυρούς και όμορφες γυναίκες.

Η αδελφή του είχε μέρες να τον δει. Αποφάσισε να πάει στο σπίτι να δει τι γίνεται. Χτύπησε, ξαναχτύπησε αλλά τίποτα. Άρχισε να ανησυχεί και το μυαλό της να σκέφτεται τα χειρότερα. Φώναξε κλειδαρά. Τη στιγμή που ανοίξανε την πόρτα, το έδαφος έτριξε, και φάνηκε σαν να σαλεύει η γη. Λες και δεν ήταν πάνω στην ανηφοριά των Κρητικών, αλλά πάνω σε ένα ζωντανό πλάσμα. Σεισμός, σκέφτηκε η αδελφή του. Όταν κόπασε όμως το ταρακούνημα, ήχοι ακούστηκαν από το εσωτερικό της μονοκατοικίας και νερά ξεχύθηκαν και πλημμυρίσανε όλο το ισόγειο. Κάποιος σωλήνας θα είχε σπάσει από το σεισμό.

Μπήκαν μέσα στο σκοτεινό σπίτι, βουτώντας μέχρι τα γόνατα στα νερά, και ψάχνοντας, αλλά ο Σάββας πουθενά. Τα νερά πλέον είχαν κυλήσει στην κατηφοριά, περάσανε τον ηλεκτρικό και φτάσανε μέχρι και το λιμάνι του Πειραιά, όπου σμίξανε με τη θάλασσα. Όταν ανοίξανε τα παράθυρα και φως γέμισε το σπίτι, το μόνο που βρήκανε ήταν ένα χρυσόψαρο που σπαρταρούσε στο πάτωμα, ψάχνοντας απεγνωσμένα ένα μικρό θαύμα.

Ο κλειδαράς το πήρε και το έβαλε σε ένα ποτήρι με νερό. Κανένας σεισμός δεν καταγράφηκε εκείνη την ημέρα, και ποτέ δεν βρήκαν από πού προήλθε η διαρροή του νερού, αφού όλοι οι σωλήνες του σπιτιού ήταν άθιχτοι. Τον Σάββα δεν τον ξαναείδανε ποτέ.

Το μικρό ψαράκι το πήρε ο κλειδαράς και το εγκατέστησε σε ένα ενυδρείο με μια μινιατούρα βυθισμένου πειρατικού πλοίου και χυμένων θησαυρών στο πλάι του.

 

Ο Αλέξανδρος Πετρόχειλος γεννήθηκε στην Αθήνα το 1987, αλλά θεωρεί τον εαυτό του Ερμιονίτη, μιας και από κει κρατάει η σκούφια του. Πρώην φοιτητής, πρώην σερβιτόρος, πρώην εργατοτεχνίτης, πρώην ταξιτζής, πλέον άνεργος και συγγραφέας διηγημάτων. Μέσα στο 2017 θα εκδοθεί η πρώτη του συλλογή διηγημάτων από τις εκδόσεις Σοκόλη.

Φωτογραφία: Γιώργος Φερμελετζής ©

 

Τα σχόλια σας

Κάντε το σχόλιο σας, με σύνδεση από το facebook ή συμπληρώστε τα στοιχεία σας, στην παρακάτω φόρμα.

 


Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ > ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ
«Δύο αυτοκτονίες» του Φιόντορ Ντοστογέφσκι

μετάφραση: Ελένη Κατσιώλη Το διήγημα «Δύο αυτοκτονίες» δημοσιεύθηκε τον Οκτώβριο του 1876 στο Ημερολόγιο του συγγραφέα, το μηνιαίο φιλοσοφικό και λογοτεχνικό περιοδικό που εξέδιδε ο Φ. Ντοστογέφσκι από το 1876 έως το 1877...

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ > ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ
«Ρωξάνη» της Ηρώς Νικοπούλου

Πάλι μου μίλησε απότομα. Τελευταία το ’χει παρακάνει. Είναι καιρός που την παρατηρώ, όλο νεύρα είναι και το μούτρο της στρυφνό σαν να ‘χει στομαχόπονο. Και δεν εξηγεί κιόλας, να πει τι έχει, τι την...

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΕΙΣ

ΕΙΔΗΣΕΙΣ

ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΙ

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Το μήνυμά σας

Διεύθυνση

Πτολεμαίων 4
(Πλατεία Προσκόπων)
11635 Αθήνα,
Τηλ.-fax: 210.7212307
info@diastixo.gr
ISSN: 2585-2485

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER