«Ο ιππόκαμπος» του Βαγγέλη Μανουβέλου

«Ο ιππόκαμπος» του Βαγγέλη Μανουβέλου


Την ημέρα που πέθανε ο πατέρας μου, ένας ιππόκαμπος, με το διπλό μου μπόι, με χτύπησε με την ουρά και με έχωσε στην κοιλιά του. Ζορίστηκε μέχρι να τα καταφέρει. Προσπαθούσε με το ρύγχος να με μανουβράρει, ώστε να με χωρέσει στον ασκό της κοιλιάς, που ήταν γεμάτος αυγά έτοιμα να εκκολαφθούν. Εγώ ήμουν αναίσθητος από το χτύπημα και το μόνο που αισθανόμουν ήταν οι μικρές πιέσεις από τα αυγά του ιππόκαμπου. Στο πρόσωπο, στα χέρια, σε όλο μου το σώμα αισθανόμουν τους μικρούς ιππόκαμπους, έτοιμους να εκκολαφθούν, να χτυπούν με μανία τα κελύφη τους.

Με την ίδια μανία ξέσπασε χαλάζι την επόμενη ημέρα στην κηδεία του. Οι λιγοστοί παρευρισκόμενοι έτρεξαν να προστατευθούν. Εγώ έμεινα πάνω από τον τάφο και άκουγα το χαλάζι να σκάει στο ξύλινο φέρετρο. Κάθε χαλαζόκοκκος ήταν ένα μικρό αυγό του ιππόκαμπου, που έκρυβε μέσα του μια καινούργια ζωή. Κοίταξα στον ουρανό και είδα τον ιππόκαμπο να γεννοβολάει εκατομμύρια αυγά. Μόλις με αντιλήφθηκε, ξεδίπλωσε τη μακριά ουρά του και με χτύπησε στο πρόσωπο. Ζαλίστηκα και έπεσα μέσα στον τάφο. Δύο άντρες, που ήταν υπεύθυνοι του νεκροταφείου και μύριζαν μουχλιασμένο τυρί, κατέβηκαν και με έβγαλαν έξω. Ήρθε η αδερφή μου κλαίγοντας, με χάιδεψε στο πρόσωπο, με αγκάλιασε και με οδήγησε σε ένα υπόστεγο. Όλοι με κοίταζαν έντρομοι, σαν να ήμουν εγώ ο νεκρός, που βγήκε ζωντανός από το φέρετρο.

 

Εμφανίσεις: 1691

Περισσότερα...

«Ο τελευταίος Δροσουλίτης» του Παναγιώτη Ρίζου

«Ο τελευταίος Δροσουλίτης» του Παναγιώτη Ρίζου


Σ’ αυτή τη ζωή, ό,τι έχεις μάθει καλύτερα να κάνεις, αυτό κάνεις. Μ’ αυτό πορεύεσαι και αυτό εκφράζεις, στα εύκολα και στα δύσκολα, στα όμορφα και στα άσχημα.

Έτσι κάποτε και οι Βενετοί, ικανότατοι έμποροι, σκληροτράχηλοι θαλασσοπόροι και κατακτητές, σταματήσανε με την αρμάδα τους στον Άγιο Νικήτα, στα Σφακιά της νότιας Κρήτης, σε μια μικρή παραθαλάσσια πεδιάδα που τη ζώνουνε από παντού οι όγκοι απ’ τα Λευκά Όρη. Σ’ ένα σημείο χωρίς καμιά απολύτως στρατηγική σημασία.

Η άγρια ομορφιά του τοπίου τούς έκοψε την ανάσα. Και επειδή δεν είχαν μάθει τίποτε άλλο να κάνουν καλύτερα παρά κάστρα, έχτισαν ένα μικρό castello για να υπερασπίζεται την ομορφιά του τοπίου απ’ τους επιδρομείς της. Το μικρό αυτό castello οι ντόπιοι το είπαν Φραγκοκάστελλο κι έμελλε να έχει μια πολύ περίεργη ιστορία.

Στα χρόνια που ακολούθησαν, εκεί δόθηκαν περίεργες μάχες, αιματηρές, απελπισμένες, από αλλόκοτους μαχητές, που επέλεγαν συνειδητά να πολεμήσουν μέσα στο castello υπερασπίζοντάς το σε μάχες εκ των προτέρων χαμένες.

Σαν να υποκινούνταν όλοι αυτοί οι μαχητές μέσα στους αιώνες από την ίδια εσωτερική δύναμη, σαν να είχαν ομόσει τον ίδιο βαρύ όρκο, σαν να είχαν υποχρέωση να υπερασπίσουν αυτό το άνευ στρατηγικής σημασίας castello για άλλους λόγους, δικούς του ο καθένας, που χάνονταν σαν σκιές μέσα στα σκοτεινά μονοπάτια της ψυχής τους.

 

Εμφανίσεις: 1236

Περισσότερα...

«Στην άκρη του παντελονιού» της Ελένης Λιντζαροπούλου

«Στην άκρη του παντελονιού» της Ελένης Λιντζαροπούλου


Από τη μέση της θαλάσσιας διαδρομής, με ξεφτισμένες λέξεις σού γράφω.

Είδα ένα γλάρο και...

Σου εκβίαζα κάποτε τις λέξεις, θυμάσαι; Κι εσύ μ’ εκλιπαρούσες να σιωπήσω, θυμάσαι; Ή μήπως δεν ήσουν εσύ; Μήπως ήταν ο ίδιος ο Θάνατος που ερχόταν να θερίσει το παρόν; Τιμωρία, είχες πει, είναι η φυγή μας, η αναγκαστική φυγή μας. Μ’ ακόμη δεν ξέραμε τι ήταν η τιμωρία. Τιμωρία θα λέγαμε άραγε ότι είναι ο Θάνατος; Όχι!

Να μη βλέπεις, να μην ακούς, να μη μιλάς, να μην γεύεσαι, να μην αγγίζεις... Να δηλητηριάζεσαι σιγά σιγά από τη ζωή, αυτό θα λέγαμε τιμωρία. Είναι αρκετό να αναπνέεις; Να κινείσαι μηχανικά; Να διεκπεραιώνεις τη μέρα; Να συναλλάσσεσαι; Μέσα στα κλειδωμένα δωμάτια της σιωπής, οικογενειακούς τάφους που τους διακόνεψε η σήψη – αρχή του παντός ο μύκητας, θνησιγενής και ζωοδότης, μούχλα παραγωγός κι άλλης μούχλας, απαραίτητο συστατικό της ζύμωσης.

 

Εμφανίσεις: 1093

Περισσότερα...

«Αποχαιρετισμός» του Αλέξανδρου Κεφαλά

«Αποχαιρετισμός» του Αλέξανδρου Κεφαλά


Ο κόσμος είχε αρχίσει δειλά δειλά να συγκεντρώνεται στην εκκλησία. Πρωί σε κάποιον επαρχιακό ναό. Η έκθεση της σορού, κατά το μακάβριο συνήθειο των μικρών κοινωνιών, είχε ξεκινήσει μια ώρα πριν απ’ τη νεκρώσιμο ακολουθία. Εκείνη κείτονταν μέσα στην κάσα στο κέντρο κάτω από τον μεγάλο κρυστάλλινο πολυέλαιο. Το σάβανο, τα άνθη, όλα ευτάκτως ερριμμένα γύρω της, ύστατη παράσταση στην ανθρώπινη υπόσταση πριν από την τελική αυλαία. Οι στενοί συγγενείς, πρόσωπα παραμορφωμένα σαν γοτθικά ακροκέραμα, απέναντι παρατεταγμένοι· μάζα ομοιόμορφη απ’ τον πόνο, παραδομένη στη θλίψη. «Τι φτιάνεις; Με θυμάσαι; Βρε, πώς άλλαξες; Δε θα σε γνώριζα, καημένε...» ψιθύριζε το λοιπό συγγενολόι καθισμένο σε πηγαδάκια, αποξενωμένο, συναγμένο από τα πέρατα για το θλιβερό το χρέος. Προσπαθούσαν με λύσσα μέσα σε λίγα λεπτά να αναπληρώσουν τα χρόνια που κύλησαν δίχως να τους ρωτήσουν... Οι συστάσεις μεταξύ των άγνωστων συγγενών έπαιρναν κι έδιναν. Χαρμολύπη· λύπη για την απώλεια, χαρά για τη συνεύρεση, υπενθύμιση της θνητής τους φύσης. Τα νεότερα μέλη της οικογένειας έβγαζαν με τα υπερσύγχρονα κινητά τους «αναμνηστικές» φωτογραφίες της νεκρής και κατευθύνονταν βιαστικά προς το προαύλιο για να καπνίσουν. Η post mortem βικτοριανή παράδοση αναβίωνε χάριν της τεχνολογίας του εικοστού πρώτου αιώνα...

 

Εμφανίσεις: 1198

Περισσότερα...

«Του Γιαννάκη» του Γιάννη Μπλέτα

«Του Γιαννάκη» του Γιάννη Μπλέτα


Του Γιαννάκη από μικρό παιδί τού άρεσε το ποδόσφαιρο και όταν ήταν ακόμη πολύ πολύ μικρός, η μάνα του τον έγραψε στο παιδικό τμήμα της τοπικής ποδοσφαιρικής ομάδας, στην οποία ήταν και άλλα παιδιά της ηλικίας του, αλλά εκείνος ήταν ο καλύτερος, αφού το είχε πει και ο ίδιος ο προπονητής ότι μια μέρα θα γινόταν μεγάλο αστέρι της μπάλας, μόνο όταν τον έβαζαν τέρμα δυσκολευόταν, όχι επειδή δεν ήταν καλός, αλλά επειδή δεν είχε μεγάλα άκρα, με αποτέλεσμα να μην μπορεί με ένα αετίσιο άνοιγμα των χεριών του να φτάσει από τη μία άκρη του τέρματος έως την άλλη και έμενε πάντα μέχρι αργά το βράδυ στο γήπεδο, μέχρι να καταφέρει να είναι ο καλύτερος ακόμη και σε αυτή τη θέση και κάθε φορά ανησυχούσε τη μαμά του, η οποία τον έπαιρνε συνέχεια στο κινητό για να δει πού βρίσκεται και δεν έχει φτάσει ακόμη στο σπίτι, αλλά εκείνος το βιολί του, δεν γυρνούσε στο σπίτι πριν απ’ τα μεσάνυχτα, άλλωστε στα χωριά όλοι γνωριζόντουσαν μεταξύ τους, δεν υπήρχε φόβος, ούτε κίνδυνος, αλλά η μάνα του ανησυχούσε, γιατί παιδί της είναι ο Γιαννάκης, πώς να το κάνουμε, και δεν έχει πατήσει καν τα δεκαοχτώ, γι’ αυτό ανησυχούσε, ανησυχούσε πολύ που δεν άκουγε τον ήχο που έκανε το μηχανάκι του, δεν άκουγε το βαρύ –για το μπόι του– περπάτημά του στην αυλή, δεν άκουγε τις τάπες των ποδοσφαιρικών παπουτσιών του (οι οποίες λύγιζαν το γρασίδι τους βέβηλα φύλλο προς φύλλο), δεν άκουγε το κλειδί στην εξώπορτα του σπιτιού τους, δεν άκουγε την κουρασμένη φωνή του, όταν ενημέρωνε ότι έφτασε επιτέλους στο σπίτι για να ξεκουραστεί, και εκείνη η κακομοίρα που ήταν πολύ ταραγμένη καθώς δεν είχε ακόμη γυρίσει, γιατί παιδί της είναι πώς να το κάνουμε, ο Γιαννάκης είναι ο έρωτάς της, άλλα παιδιά δεν έκανε, αλλά δεν χρειάστηκε κιόλας, αφού είχε εκείνον τον μελαχρινό ανθρωπάκο με τα δύο χέρια και με τα δύο πόδια, ακριβώς σαν όλους τους άλλους ανθρώπους, όμως ξεχωριστός όσο κανένας, και θα τον συγχωρούσε για τις βαριές κουβέντες που της είχε πει το προηγούμενο βράδυ, όταν βγήκαν τα αποτελέσματα των εξετάσεων και δεν πέρασε πουθενά, ούτε στο πανεπιστήμιο ούτε σε καμία άλλη σχολή, όμως τι σημασία είχε, γιος της ήταν, ό,τι και αν έκανε στη ζωή του εκείνη θα στεκόταν δίπλα του, όμως αργούσε ο Γιαννάκης και η ώρα περνούσε, λίγο μπορεί να απογοητεύτηκε γιατί είχε ελπίδες για εκείνον, πως θα κατάφερνε κάτι που δεν είχε καταφέρει η ίδια ούτε ο σύζυγός της, μιας και δεν ήθελε και εκείνος να ασχοληθεί με τα χωράφια, ο Γιαννάκης είχε όνειρα και του άρεσε και το ποδόσφαιρο, πάρα πολύ του άρεσε και το μετάνιωσε γιατί του έβαλε χθες τις φωνές και εκείνος της αντιμίλησε, αλλά τώρα πια τον συγχώρεσε, της πέρασαν τα νεύρα, όμως η ώρα περνούσε και εκείνη έψαχνε τον Γιαννάκη της και τον έπαιρνε και στο τηλέφωνο, αλλά εκείνος ακόμα δεν το σήκωνε και ενώ εκείνη επέμενε, αυτός συνέχιζε να μην το σηκώνει και σκέφτηκε ότι μάλλον της κρατάει μούτρα ακόμα, γι’ αυτό δεν το σηκώνει και γι’ αυτό δεν έρχεται στο σπίτι, αλλά τα λεπτά περνούσαν και ο μοναχογιός της ήταν κάπου έξω, κουρασμένος από την προπόνηση και πεινασμένος, γιατί κάθε βράδυ που γυρνούσε από εκεί, έτρωγε δυο πιάτα φαγητό, αλλά τι ανάγκη είχε εκείνος, αθλητής ήταν, όλα τα έκαιγε την επόμενη μέρα και του είχε στρώσει το τραπέζι η μάνα του και αυτό όσο περνούσε η ώρα όλο και πιο πολύ κρύωνε, είχε φτιάξει μακαρόνια με κιμά, το αγαπημένο του φαγητό, για να τον καλοπιάσει και για να του ζητήσει συγγνώμη, γιατί έτσι δεν έχουν τσακωθεί ποτέ άλλη φορά, όμως μοναχογιός της είναι, τι να έκανε, τον αγαπούσε όσο τίποτα άλλο, μετά σκέφτηκε πόσο χαζή ήταν που δεν τον αποχαιρέτησε με το καθιερωμένο φιλί στο μάγουλο και ας ήταν ολόκληρο παλικάρι πια, για εκείνη πάντα θα είναι το μικρό ανθρωπάκι με τα δυο χέρια με τα δυο λίγο πιο κοντά πόδια, που θα της έκλεβε όλες τις στιγμές, όμως ξαφνικά θυμήθηκε ότι δεν είχε ποτίσει τον βασιλικό στο περβάζι του παραθύρου της κουζίνας και έβαλε λίγο φρέσκο νερό στο ποτιστήρι, ρούφηξε λίγο φρεσκοβρεγμένο αέρα με έντονο άρωμα βασιλικού και ρώτησε τον βασιλικό μήπως είδε κατά τύχη το παιδί της, αλλά εκείνος καταπράσινος, όπως πάντα, μάλλον από το κακό του που η κυρία Σούλα έδινε πιο πολλή προσοχή στο παιδί της παρά σε αυτόν, δεν είπε τίποτα και ο βασιλικός όλο και πιο πολύ ζήλευε που δεν τον φρόντιζε τόσο πια και ο κιμάς όλο και κρύωνε όσο περνούσε η ώρα και ακόμα δεν άκουγε την εξώπορτα να ανοίγει και να μπαίνει μέσα το αγόρι της, σκέφτηκε να βγει έξω στον δρόμο να τον αναζητήσει, μετά πήγε στην κρεβατοκάμαρα για να ξυπνήσει τον άντρα της, αλλά τον λυπήθηκε έτσι όπως τον είδε κουλουριασμένο ανάποδα να ροχαλίζει, να ροχαλίζει και να βλέπει στον ύπνο του ποδόσφαιρο, γιατί στο σπίτι τους τόσο πολύ το αγαπούσαν το ποδόσφαιρο, σε σημείο μάλιστα που είχαν γεμίσει όλους τους τοίχους του σπιτιού με αφίσες διάσημων ποδοσφαιριστών, αλλά πλέον άρχισε να τρομοκρατείται, επειδή ο Γιαννάκης δεν είχε ακόμα γυρίσει και η ώρα ήταν τρεις το πρωί, πήγαινε βόλτες πέρα-δώθε μέσα στο σπίτι, αλλά δεν τη χωρούσε ο τόπος, έφτιαξε ένα τσάι χωρίς καφεΐνη για να ηρεμήσει, το οποίο έγραφε πάνω στο σακουλάκι «Άνθος της πέτρας» και μύριζε τσιχλόφουσκα, αλλά το φλιτζάνι έτρεμε και χυνόταν όλο το ρόφημα κάτω, όμως δεν την ένοιαζε, θα σκούπιζε την επόμενη μέρα, φτάνει να ερχόταν ο γιος της, που είχε αργήσει και τα μακαρόνια με τον κιμά τον περίμεναν ακόμα στο τραπέζι κρύα, με ένα κομμάτι ψωμί από προζύμι, κάθε μπουκιά και συχώριο, συνταγή της γιαγιάς του Γιαννάκη, την οποία την είχε μάθει η μάνα του και την έκανε σχεδόν κάθε δύο μέρες και έτσι δεν χρειαζόταν να αγοράσει ψωμί από τον φούρνο του χωριού, αφού είχαν το δικό τους, σπιτικό, είχαν όμως και δικά τους ροδάκινα και ακτινίδια, γιατί τόσα χωράφια είχαν, είχαν επίσης τα δικά τους κοτόπουλα, γουρούνια και είχαν ακόμη δυο μοσχαράκια που τα τάιζαν κάθε μέρα, και ο πατέρας του Γιαννάκη πήγαινε κάθε μέρα και τα φρόντιζε και τους μιλούσε, τους έλεγε για τον γιο του, πόσο καλός είναι στο ποδόσφαιρο, τους έλεγε για το πρόβλημα που έχει με το τέρμα και εκείνα βογκούσαν, μούγκριζαν, ενώ τα γουρούνια τού έλεγαν «κόι-κόι», χθες όμως όταν πήγε τους είπε νευριασμένα ότι ο γιος του δεν πέρασε πουθενά, ευτυχώς όμως ξέρει να παίζει μπάλα, αυτό θα τον πάει μπροστά, όχι τα βιβλία και τα πανεπιστήμια, είχαν και τόση προίκα, τόσα χωράφια, μια χαρά θα έβγαζε το ψωμάκι του και του πέρασαν τα νεύρα του πατέρα του και γύρισε σπίτι και είπε στη γυναίκα του να μην ανησυχεί για τίποτα, το μοναχοπαίδι τους θα πήγαινε πολύ μπροστά, θα έκανε μεγάλη καριέρα στο ποδόσφαιρο και θα μάθαινε να κάθεται και τέρμα, αλλά η ώρα περνούσε και ο γιος τους δεν σήκωνε το τηλέφωνο και προσπαθούσαν να αφουγκραστούν, γιατί πια είχαν ξυπνήσει και οι δυο τους και τον περίμεναν συντροφιά με ένα πιάτο μακαρόνια με κιμά και ένα κομμάτι ζυμωτό ψωμί στο τραπέζι της κουζίνας και έναν βασιλικό που σαν να το ευχαριστιόταν που δεν είχε ακόμη επιστρέψει το παιδί, και ενώ περίμεναν μήπως ακούσουν ξαφνικά κάτι, το μηχανάκι του, την εξώπορτα, τις σόλες των αθλητικών του που έκαναν χαλκομανία το γρασίδι τους, την κουρασμένη φωνή του, σημάδι πως έφτασε, άκουσαν τον ήχο του τηλεφώνου του σπιτιού τους και αναθάρρεψαν για μια στιγμή μόνο και ύστερα άκουγαν μόνο τις κραυγές που έβγαιναν από τα ίδια τους τα στόματα, χωρίς να μπορούν να το ελέγξουν, χωρίς να προσπαθούν ούτε στο ελάχιστο να ανοίξουν το στόμα τους, καθώς ήταν διάπλατα ανοιχτό, όταν ο κύριος που συστήθηκε ως αστυνομικός στην άλλη άκρη της γραμμής τούς είπε πως ο Γιαννάκης τους, που του είχαν αδυναμία και οι δύο πάρα πολύ, γιατί ήταν ο μοναχογιός τους, ο οποίος ήξερε πολύ καλό ποδόσφαιρο και του άρεσαν πολύ τα μακαρόνια με τον κιμά –μπορούσε να φάει μέχρι και δύο πιάτα στην καθισιά του– και πριν από δύο μήνες είχε δώσει πανελλήνιες αλλά δεν πέρασε πουθενά, χωρίς να τους πειράζει, γιατί παιδί τους ήταν και τον αγαπούσαν, είχε ένα ατύχημα με το μηχανάκι του, καρφώθηκε στο δοκάρι του τέρματος και τελικά το τέρμα του ποδοσφαίρου έγινε το δικό του τέρμα, το κεφάλι του μετά τη σύγκρουση έμοιαζε με σκασμένη ποδοσφαιρική μπάλα, ενώ οι δύο γκριζωποί βόλοι –όμοιοι με μάτια–, εκσφενδονίστηκαν έως το κέντρο του γηπέδου και στριφογυρνούσαν έτοιμοι για σέντρα.

Ο Γιάννης Μπλέτας γεννήθηκε το 1990 στη Λάρισα και μεγάλωσε στην Κοζάνη. Σπούδασε Ελληνική Φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Κρήτης. Διηγήματά του έχουν δημοσιευτεί σε τοπικές κρητικές εφημερίδες και περιοδικά. Το 2012 βραβεύτηκε με το πρώτο βραβείο στον διαδικτυακό διαγωνισμό της ιστοσελίδας Newsage για το διήγημα «Κάποια Χριστούγεννα, κάπου στο Παρίσι», ενώ το 2015 βραβεύτηκε σε διαγωνισμό από τη λογοτεχνική ομάδα Ιδεόπνοον για το διήγημά του «Άλγεβρα, κανέλα και ξαφνικά Γεωμετρία». Από το 2013 βρίσκεται στην Αθήνα και σπουδάζει στη Δραματική Σχολή του Θεάτρου Τέχνης Καρόλου Κουν.

 

Εμφανίσεις: 1078

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Email:
Θέμα:
Μήνυμα:

ΠΤΟΛΕΜΑΙΩΝ 4 (ΠΛΑΤΕΙΑ ΠΡΟΣΚΟΠΩΝ)
11635 ΑΘΗΝΑ, ΤΗΛ.-FAX: 210-7212307
info@diastixo.gr

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

*  Το email σας:

ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΔΙΚΤΥΑ

facebook icontwitter icongoogle plus iconpinterest iconyoutube iconrss icon

Με την υποστήριξη του diastixo.gr - Designed by: artspr