A+ A A-

Άγγελος Λάππας: «Εντός των τειχών» κριτική της Αντωνίας Παυλάκου-Χριστακοπούλου

Άγγελος Λάππας: «Εντός των τειχών» κριτική της Αντωνίας Παυλάκου-Χριστακοπούλου
Ταυτόχρονα σχεδόν με τη συλλογή διηγημάτων Απόδραση στην άλλη μέρα, ο Μεσσήνιος φιλόλογος και λογοτέχνης Άγγελος Λάππας εκδίδει και την ποιητική συλλογή Εντός των τειχών. Δύο τίτλοι με θεματική συνάφεια, αφού ο ένας μιλάει για τον εγκλεισμό και ο άλλος για την απόδραση σε μια μέρα εκτός των τειχών ως πιθανή δυναμική εξέλιξη, αν καταλήξει σε νίκη η πάλη του σύγχρονου ανθρώπου.

«Εντός των τειχών», λοιπόν, και στη «φυλακή» των ανεπαρκειών και των παθών της η ανθρώπινη φύση, δέσμια δηλαδή του φθόνου, της κακίας, της ξενοφοβίας, της απληστίας. Δέσμια ταυτόχρονα στον τόπο μας, της διεφθαρμένης πολιτικής ζωής και κοινωνίας και γενικότερα του τεχνοκρατικού πνεύματος και του απόλυτου εξορθολογισμού και, φυσικά, της αμείλικτης πορείας της προς τον θάνατο. Αυτά τα δεσμά, σύμφωνα με την ποίηση του Άγγελου Λάππα, είναι καταδικασμένος ο άνθρωπος να προσπαθεί να αποτινάξει, για να αποκτήσει την ελευθερία του και να ευτυχήσει. Η συνεχώς όμως ματαιωμένη προσπάθειά του τον βεβαιώνει ότι «η απόδραση» είναι αδύνατη και αυτό ορίζει ουσιαστικά την τραγική μοίρα του. Το μεγαλείο του όμως έγκειται στο ότι συχνά δεν παραιτείται απ’ τον αγώνα, παρά την επίγνωση για την πεπερασμένη και αδύναμη φύση του.

Δεμένοι, λοιπόν, με δεσμά και έγκλειστοι μαζί με τον δημιουργό μέσα σε τείχη, άλλα από τα οποία υψώνουμε οι ίδιοι και άλλα όχι –υπαρκτά, ωστόσο– πονάμε για τον εγκλεισμό, για τη δυσκολία της απόδρασης, για τα ματαιωμένα όνειρα των τελευταίων σαράντα χρόνων, για τις φιλοδοξίες μας που δεν ικανοποιήθηκαν, γιατί «μας έδωσαν μικρό νούμερο φτερά», για τον καλύτερο κόσμο που δεν χτίσαμε, για το αλλοιωμένο πρόσωπο αυτού του κόσμου και των ανθρώπων του, το οποίο αφήνουμε στα παιδιά μας... Και υποδορίως ο έρωτας. Ο ολοκληρωμένος, ο ανεκπλήρωτος και εκείνος με το χωρίς αίσθημα αγάπης πρόσωπό του. Ο Άγγελος Λάππας μπορεί να διεγείρει τον αναγνώστη νοητικά και να τον κινητοποιήσει συναισθηματικά.

Επιμένουμε αταξίδευτοι «στων μπαξέδων μας την αυτάρκεια, ανάμεσα στις βεβαιότητες» και δεν ακούμε «την άγρια μουσική της καταιγίδας», ούτε παίρνουμε τους δρόμους «που έχουν φτιαχτεί για να ταξιδεύουν», σύμφωνα με το ωραίο σχήμα λόγου από το ποίημα «Οι δρόμοι».

Στο εξώφυλλο του βιβλίου, ο μοναχικός άνθρωπος αφήνει τη φωτεινότητα του λευκού και κινείται σ’ έναν δρόμο όλο και πιο γκρίζο, όχι όμως και ολότελα μαύρο, παράλληλο ωστόσο και με την απειλητική θάλασσα, με σκοπό τη μοναχική αναζήτηση ενός άγνωστου προορισμού. Συναισθήματα μοναξιάς ήδη από το εξώφυλλο οδηγούν τον υποψιασμένο πια αναγνώστη στη μοναχική επίσης πορεία της ανάγνωσης, για να ανακαλύψει τον ποιητή, τον εαυτό του μέσα από τον ποιητή –αν υπάρξουν σημεία σύγκλισης¬– ή να βρει τις προεκτάσεις που επιτρέπουν κάθε φορά οι γνώσεις, οι προσωπικές ή οι αναγνωστικές εμπειρίες, οι ένδον συνάψεις για πρόσληψη του ποιητικού του λόγου.

Το βιβλίο χωρίζεται σε πέντε ενότητες. Η πρώτη ενότητα περιλαμβάνει ποιήματα αντιπροσωπευτικά της θεματικής ποικιλίας των τριών επόμενων ενοτήτων, ενώ η πέμπτη αποτελείται από τις σκέψεις του ποιητή για την υψηλή τέχνη της Ποίησης, την οποία χρησιμοποιεί για να εκφράσει το νοητικό του σύμπαν και να θεραπεύσει τον τραυματισμένο ψυχικό κόσμο του. Έχει κανείς την αίσθηση ότι η πρώτη ενότητα είναι η πληροφοριακή πινακίδα της εισόδου στη συλλογή, τι θα βρούμε δηλαδή μέσα στα τείχη της, και η πέμπτη το κλειδί της διαφυγής του ποιητή, ενδεχομένως και του αναγνώστη, για να βγει έξω από αυτή.

Ο ποιητής σε ολόκληρη τη διαδρομή του βιβλίου είναι πανεπόπτης, είτε εκφράζεται μονολογώντας σε πρώτο πρόσωπο, είτε κοιτάζει από τη γωνία ως παρατηρητής. Αποφαίνεται πάντα σε τόνους χαμηλούς, με γλυκό και, όχι κακώς εννοούμενο, διδακτικό ύφος, λόγω και της σπουδαίας μορφωτικής πανοπλίας του –δάσκαλος φιλόλογος και όχι μόνο φιλόλογος– με οξύνοια και συγκαταβατική οξύτητα παρατήρησης.

Στο αυτοβιογραφικό του ποίημα «Μήνες», μέσα από την κοινή πορεία ενός ζευγαριού διαγράφεται η πορεία της μετεμφυλιακής φτωχής Ελλάδας και του μεταπολεμικού κόσμου μέχρι και τις μέρες μας. Ο ποιητής πατά γερά στο παρελθόν του και στις απόψεις του, έχει σχηματίσει τη διεισδυτική του ματιά, δεν διαμαρτύρεται με γενικότητες, γνωρίζει τι ήταν ο ίδιος και ο τόπος του και επισημαίνει τι ακριβώς λείπει από αυτόν τον τόπο και τους ανθρώπους του. Όπως και σε όλη τη συλλογή, ο λόγος του είναι μεστός, ζεστός, βαρύνων, τρυφερός και εξομολογητικός. Είναι ο λόγος του ώριμου ανθρώπου, του κατασταλαγμένου που εκεί στη μέση ηλικία νιώθει την υποχρέωση να διαμαρτυρηθεί και όπου μπορεί να προτείνει. Η πρόταση είναι που τον ξεχωρίζει, άλλωστε, από ανάλογους στη θεματολογία ομότεχνούς του, και μάλιστα τους νέους. Το συγκεκριμένο ποίημα θα έλεγε κανείς ότι αποτελεί την επιτομή του συνόλου των προβληματισμών του σε κοινωνικό, πολιτικό και υπαρξιακό επίπεδο. Το ζευγάρι, δηλαδή ο άνθρωπος, πλησιάζοντας προς το τέλος της ζωής του, χτυπημένο κοινωνικοπολιτικά, θεωρεί πληρότητα τη λευκή γραμμή των εμπειριών που αφήνει το ταξίδι του στη θάλασσα της ζωής και την καθημερινά καθαρή συνείδηση μέχρι το βιολογικό τέλος, που πλησιάζει. Εξαιρετικά συγκινητικοί οι στίχοι:

Ένα ταξίδι στο χρόνο μας είμαστε,
το άγγιγμα των ημερών μας στα πράγματα γύρω μας
η γλυκιά μελαγχολία
καθώς τα χέρια μας δεν ακούνε πια το άγγιγμά μας
καθώς κοιτάζουμε έναν έναν τους μήνες μας που σβήνουν.

Η ιστορία του ζευγαριού είναι η ιστορία όλων των συνομηλίκων του ποιητή. Μετά τον μεγάλο πόλεμο, ο εχθρός δεν είναι έξω από την πόλη μας για να τον πολεμάμε από τους πύργους και τις πολεμίστρες. Τι ειρωνεία! Είναι μέσα στα τείχη του τόπου μας, και προπάντων μέσα μας. Ποιος είναι αυτός; Είναι η ατολμία μας να κάνουμε υπερβάσεις «το χέρι τους δεν έγινε ποτέ γροθιά», γιατί οι αντικειμενικές συνθήκες συνέτριψαν τα προσωπικά όνειρα, «οι φτερούγες που ξεφόρτωσαν κάποτε στου χωριού μας την πλατεία ήταν όλες μικρά νούμερα για παιδιά· δεν μας ταίριαζαν». Είναι η απουσία αντίβαρων στη μικρή φτερούγα που μας έκανε λειψούς ανθρώπους, χωρίς ολοκληρωμένη προσωπικότητα, να περιφερόμαστε περιδεείς σε δρόμους που έχουν φτιάξει άλλοι για μας, «σου παίρνουν το πρόσωπο, το βάζουν στη μέσα τσέπη του παλτού τους. Για να νιώθεις ασφαλής, σου λένε». Ταυτόχρονα και συνειδητά, οι περισσότεροι φτιάξαμε μια ζωή κενή, στηριγμένη στην ύλη. Και το αντιφατικά περίεργο είναι ότι, ενώ ξέρουμε την κενότητα, αυτή μας αρέσει. «Σπάσαμε της μέρας μας δύο-τρία δόντια για να φαίνεται παιδί και στις γιορτές την ντύσαμε κλόουν, να διασκεδάζουμε. Και όλα αυτά της άρεσαν πολύ!» σαρκάζει ο ποιητής, χρησιμοποιώντας σχήμα κατά το νοούμενο...

Ο Άγγελος Λάππας μας δείχνει με έμμεση σαφήνεια ότι αγαπά τη ζωή. Γιατρεύεται όμως για το αναπόφευκτο του θανάτου με δύο παρηγορητικά φάρμακα: τη μνησιπήμονα μνήμη του ως πορεία αντίστροφη στο μέλλον και την πεποίθηση ότι την ουσία της ύπαρξης και της προσφοράς του ανθρώπου στο φθαρτό και το μάταιο αυτού του προσωρινού κόσμου συνιστούν οι κάθε λογής αγώνες του, τα πολλά ταξίδια του με τη φορεσιά του Κολόμβου, με τα ναυάγιά του, με τους χαμένους έστω προορισμούς, με την οργή του κύματος.

Οι ουλές των ταξιδιών μας τελικά είμαστε... Κι η αθανασία! Τι
χρειά έχει αν δεν τη ζεις; Αυτό είναι των δακτύλων μας αποτύπωμα.

Σύμφωνα πάντα με τον ποιητή, αυτό το αποτύπωμα της ύπαρξής μας, το οποίο ψάχνει, υπονομεύουν τα τείχη του φόβου και της δειλίας μας. Επιμένουμε αταξίδευτοι «στων μπαξέδων μας την αυτάρκεια, ανάμεσα στις βεβαιότητες» και δεν ακούμε «την άγρια μουσική της καταιγίδας», ούτε παίρνουμε τους δρόμους «που έχουν φτιαχτεί για να ταξιδεύουν», σύμφωνα με το ωραίο σχήμα λόγου από το ποίημα «Οι δρόμοι». Κάποιοι, βέβαια, κάνουν την έκπληξη, την ανατροπή, έστω κι αργά «εγκαταλείπουν τις επίπεδες βεβαιότητες», βγαίνουν από τα τείχη «και μ’ έρωτα πρωτόγνωρο αγγίζουν τα πράγματα», αναζητώντας έτσι την ουσία των πραγμάτων και την υπαρξιακή τους αυτοσυνειδησία.

Στο παρακμιακό ευρύτερο, βέβαια, κοινωνικοπολιτικό «γίγνεσθαι» πιο ευάλωτος στάθηκε ο τόπος μας. Είναι οξύμωρο, θα λέγαμε, τόσο ωραία ποιήματα να αποτυπώνουν το ροκανισμένο μέλλον και το αβέβαιο παρόν αυτού του τόπου, το φαγωμένο από τα ξενικά φτιασίδια πρόσωπό του, την ξεφτισμένη ηθική των εκπροσώπων του, την υποταγή τους στην ξένη κηδεμονία προς ίδιον όφελος. Ενός τόπου που οδεύει εδώ και καιρό «στο ναυάγιο με ωραίο κρουαζιερόπλοιο, ενώ τα εδώλια των ενόχων είναι κενά και τα βάθρα των ηρώων του ορφανά, με τα μαρμαρένια αλώνια του γεμάτα μπάζα, χωρίς Διγενή και Θεμιστοκλή, αλλά με ανθρώπους των υπόγειων καπηλειών που τους φορέσαμε τον εθνικό ύμνο, τους στήσαμε φρουρούς στον Άγνωστο Στρατιώτη, τους ντύσαμε Ηρακλείς του Στέμματος». Μια δεκάδα πολιτικών ποιημάτων στα οποία ο ποιητής κραυγάζει την αγωνία του, αλλά και ψελλίζει ελαφρά την αισιοδοξία του. Αυτό ίσως το ψήγμα αισιοδοξίας το θεμελιώνει στη μικρή εφεδρεία των αδιάφθορων ανθρώπων αυτού του τόπου, σ’ αυτούς που πασχίζουν να κρατήσουν ένα ουσιαστικότερο πρόσωπο γι’ αυτόν μέσα από τον πλούτο της παράδοσης, σ’ εκείνους που αναζητούν τη φύση και την αλήθεια της, στο σπουδαίο ιστορικό παρελθόν του, στο φως και στην τραχιά φύση του τοπίου του.

Στον αγώνα αυτό του σύγχρονου ανθρώπου, και μάλιστα του Έλληνα, σπουδαίος αρωγός είναι η Τέχνη και η ιαματική αλήθεια που εκφράζει, φτάνει να μη γυρίζουμε εύκολα την πλάτη στην πολυεπίπεδη ερμηνεία και τα διδάγματά της. Ας το δούμε αυτό με πολλαπλές αναγνώσεις, στο ποίημα «Οι Πέρσες», που αφορά τους αναποφάσιστους και παρακμιακούς και τους πολιτικούς που δεν παίρνουν αποφάσεις για τους γνωστούς λόγους. Και σ’ αυτό το σημείο συστρατευόμαστε με τον Άγγελο Λάππα, όχι μόνο γιατί μας έδειξε τη στυφή γεύση του εφήμερου της ύπαρξής μας και της αποτυχίας μας τα τελευταία σαράντα χρόνια, αλλά και γιατί μας καλεί μέσω της δραστικότητας του δικού του ποιητικού λόγου να βρούμε τη διέξοδο μέσα από τα υψωμένα γύρω μας τείχη και να φτάσουμε στο βιολογικό μας τέλος σώοι και πλήρεις τουλάχιστον στην ψυχή, επειδή αγωνιστήκαμε.

Ο ίδιος, ωστόσο, με πλεονέκτημα απέναντί μας λόγω ταλέντου, δεν διαβάζει μόνο. Γράφει ποίηση καταγγέλλοντας κι αντιστεκόμενος μέσα απ’ αυτήν: «με των άστρων το μέτρημα ξενυχτώ κι αντιστέκομαι», «Να γράφεις βοηθάει τη μνήμη να ταξιδεύει στο μέλλον/ βοηθάει να ταξιδεύεις/ και όταν ακόμα δεν περνάνε τρένα». Επειδή «περιφερόμαστε σε μια πόλη που της λείπει ο ουρανός». Διέξοδος λοιπόν στο σημερινό αδιέξοδο στόχων και οραμάτων που βιώνει ο ίδιος και άλλες σκέψεις του για την ποίηση βρίσκονται στα τελευταία έξι ποιήματα – κλειδιά για να βγούμε από τα τείχη ανεπαισθήτως;

Και τώρα στη μορφή. Είναι βέβαιο ότι ο Άγγελος Λάππας μας έδωσε με ποιητικό τρόπο θέματα απόλυτα συμβατά και με το παρόν μας, γι’ αυτό ζωντανά κι ενδιαφέροντα. Ταυτόχρονα αυτά τα θέματα τα υπηρέτησε με την πρωτοτυπία της σύλληψης της ποιητικής ιδέας και με την ευρηματικότητα της έμπνευσης. Τα παραπάνω συνίστανται στην αρμονική συνομιλία των επιρροών από τον Όμηρο, από την καβαφική τεχνική, από τον σεφερικό εσωτερικό μονόλογο και από την επιλεκτική χρήση της γνώσης του ιστορικού παρελθόντος. Με αυτό το υλικό, πολλές φορές η γραφή του είναι πολυεπίπεδη, με δισημίες ή πολυσημίες, κινούμενη με ευφυή ευελιξία ανάμεσα στο παρελθόν, το παρόν και το μέλλον. Ας σταθούμε π.χ. στο εξαιρετικό ποίημα «Οι Πέρσες», το οποίο έχει πολλαπλές αναγνώσεις.

Παρότι πολλά από τα ποιήματα της συλλογής είναι εκτεταμένα, διαθέτουν εσωτερικές συνδέσεις με άξονα κυρίως το παιχνίδι με τον χρόνο, ενώ συχνά ολοκληρώνονται δομικά μ’ ένα συμπέρασμα, μερικές φορές σαν απόφθεγμα, στο οποίο ο ποιητής εκτός από την άποψη καταθέτει και το συναίσθημά του. «Μα δε βλέπουν τη σταγόνα το αίμα στο λευκό τους ρούχο; Οι απρόσεχτοι!» Τα μικρότερης έκτασης ποιήματα μπορεί να είναι υπέροχες πινελιές σε μια εικόνα ή να έχουν τον χαρακτήρα επιγράμματος, π.χ. «Η ομπρέλα», «Η κυρία με το φουλάρι» και «Η μέτρηση»: «Τον εαυτό σου πώς να μετρήσεις/ επώδυνο το “μέτρον άριστον”». Μιλάμε εξάλλου για έναν γνήσιο, σύγχρονο ποιητικό λόγο, όπου ο στίχος είναι ελεύθερος, οι στροφές, αν υπάρχουν, άνισες μεταξύ τους σε ποσότητα στίχων, όπως και οι στίχοι σε κάθε στροφή, ενώ οι διασκελισμοί είναι συχνότατοι: «Χθες τους βρήκαν ναυαγούς με σπασμένη την καρίνα του τελευταίου/ τους ταξιδιού/ μπάλωναν τα ερείπια της αυριανής μέρας».

Η στίξη τίθεται σχεδόν σε κανονική ροή και υπηρετεί με όλα τα σημεία της την ανάδειξη των νοημάτων και των συναισθημάτων, όπως τα ορίζει ο ποιητής, και βγαίνουν από μια γλώσσα απλή αλλά και φιλτραρισμένη από την καλή γνώση της χρήσης της. Δεν λείπουν κάποιες λόγιες λέξεις, π.χ. περιδεής, ηχητικές λέξεις, π.χ. κροταλίζουν, αλλά και λίγες λαϊκές. Οι διάλογοι στα εκτεταμένα ποιήματα αποτελούν δομικό εργαλείο του ποιητή και εντείνουν τη θεατρικότητα και τη δραματικότητα, στοιχείο διάχυτο στη συλλογή. Μέσα από αυτούς τους διαλόγους ή τις αποφθεγματικές φράσεις εκχέεται η ειρωνεία, ο σαρκασμός, η αναπόληση, η πικρία, η μελαγχολία, η απαισιοδοξία και συνάμα η διακριτική αισιοδοξία του ποιητή. Ο τόνος του είναι εξομολογητικός, χαμηλός, ο λόγος έχει την κουβεντιαστική εκφορά του, η ειλικρίνεια, η παρρησία αλλά και ο αυθόρμητος σκεπτικισμός καλύπτονται από τη συχνή χρήση των αλληγοριών και των συμβόλων που κάνουν τον λόγο κρυπτικό, κάποτε οριακά δυσνόητο.

Πρόκειται, επομένως, για μια σύγχρονη οπτική ποιητική προσέγγιση που κινείται στον χώρο του λυρικού συμβολισμού, με πολλά υπέρκομψα υπερρεαλιστικά στοιχεία. Τόσο τα σύμβολα θάλασσα, νερό, δρόμος, βροχή, σκαραβαίος, όσο και το κίτρινο χρώμα της θαμπάδας, φράσεις ελυτικού περιεχομένου όπως «δύο ρώγες κορίτσι άρωμα/ και να στάζουν τα μαλλιά θάλασσα» και οι συχνές και σκοτεινές αλληγορίες, όπως «το κίτρινο γατί», υπηρετούν πιστά τα νοήματα και τις ιδέες του ποιητή, μαζί με την επιλεκτικά λειτουργική χρήση του επιθέτου. Δυνατή φαντασία, εικόνες ευρηματικές, ανατρεπτικές φράσεις, «έντυσες την κάμαρη με το αγοραίο σου φόρεμα», τολμηρές μεταφορές, συχνά οξύμωρα σχήματα και προσωποποιήσεις δημιουργούν κοσμητικό φόρτο που δεν βαραίνει το ύφος, το μετατρέπει όμως συχνά σε σιβυλλικό. Παρατηρούνται προσωπικά υφολογικά στοιχεία, π.χ. καράβια δεν πάνε να ξεκινήσουν, ενώ υψηλός βαθμός αφαίρεσης επιτυγχάνεται με την υπέρβαση στη σύνταξη και τις προσφιλείς στον ποιητή μετωνυμίες «σπάζει όμως τη σιωπή των δακτύλων, λείοι και ολοστρόγγυλοι».

Ολοκληρώνοντας, επισημαίνουμε ότι πρόκειται για ένα εξαίσιο ποιητικό σύνολο, αληθινά ανθρωποκεντρικό, στο οποίο ο Άγγελος Λάππας κατάφερε να συνενώσει την ατομική, την ανθρώπινη υπαρξιακή αγωνία με τα κρίσιμα προβλήματα του παρόντος. Επειδή τη δεσπόζουσα θέση στη συλλογή κατέχει η διαμαρτυρία του για τη συλλογική εθνική μας αποτυχία, θα ευχηθώ προοδευτικές συλλογικές ρήξεις, ώστε ο ποιητής να δώσει μια καινούργια οπτική, «εκτός των τειχών».

Εντός των τειχών
Άγγελος Λάππας
Ιωλκός
126 σελ.
Τιμή € 10,00

Βρείτε το εδώ.

 

Διαβάστε επίσης
ΠΟΙΗΣΗ
Κυριάκος Χαρίτος: «Το Επί ματαίω» κριτική της Ανθούλας Δανιήλ

Πρόκειται για την πρώτη και καθ’ όλα αξιόλογη ποιητική συλλογή του Κυριάκου Χαρίτου, γνωστού κυρίως από την ενασχόλησή του με την παιδική λογοτεχνία. Ω, Κύριε, χρονιά μου έδωσες κακή: Με αυτό τον...

ΠΟΙΗΣΗ
Ελένη Γκίκα: «Εν ύπνω» κριτική της Ελένης Χωρεάνθη

Η Ελένη Γκίκα ως δημοσιογράφος, ως συγγραφέας, πρωτίστως ως αισθαντική ποιήτρια και ως κριτικός λογοτεχνίας, είναι γνωστή και καταξιωμένη. Ωστόσο, με κάθε καινούργια της ποιητική συλλογή ανοίγει ένα...

ΦΙΛΙΚΑ SITE

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Email:
Θέμα:
Μήνυμα:

ΠΤΟΛΕΜΑΙΩΝ 4 (ΠΛΑΤΕΙΑ ΠΡΟΣΚΟΠΩΝ)
11635 ΑΘΗΝΑ, ΤΗΛ.-FAX: 210-7212307
info@diastixo.gr

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

*  Το email σας:

ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΔΙΚΤΥΑ

facebook icontwitter icongoogle plus iconpinterest iconyoutube iconrss icon

Με την υποστήριξη του diastixo.gr - Designed by: artspr