A+ A A-

ΤΑ ΑΓΟΥΡΑ ΒΕΡΙΚΟΚΑ

της Νίκης Eideneier

Αυτό το βιβλίο δεν πωλείται, χαρίζεται. Αρκεί να αποταθείτε στον συγγραφέα-ποιητή (βλ. στο τέλος). Γιατί είναι αφιερωμένο στους Έλληνες της διασποράς στη Γερμανία, στους μετανάστες της εργατιάς και του πνεύματος, στους «γκασταρμπάιτερ» – με τον πρώην γνωστό όρο. Στους παλιούς. Για τους νεοαφιχθέντες κι αυτούς που θα ακολουθήσουν, άλλοι θα βρεθούν να τραγουδήσουν την «μήνιν» τους, αυτοί που θα μπουν στην ελληνική παράδοση της «ξενιτιάς» και θα «ποιήσουν», αφού πρώτα φτιάξουν τη ζωή τους. «Erst kommt das Fressen und dann die Moral», λέει ο Μπέρτολτ Μπρεχτ. Πρώτα έρχεται η μάσα κι έπειτα τα λόγια, δηλαδή η ηθική πλευρά του θέματος. Αλλά γιατί η πνευματική αντιμετώπιση ήρθε κι εδώ αργά; Για να είναι πιο καθαρή, πιο ηθική, χωρίς τσιριτζάντζουλες και φιοριτούρες, τη σκάφη σκάφη και τα σύκα σύκα,

...μια φωτεινή στιγμή,

να βλέπαμε τι απογίνονται οι ψυχές

που πριν σμιλέψει ο χρόνος, επέπλεαν σαβούρα

στα σαπιοκάραβα που μπάρκαρε η νιότη μας. («Ψυχοπνίχτες», σελ. 14)

Ένα βιβλίο μεστό, απλό, μα τόσο καλαίσθητο που και η όψη του σε συγκινεί, έτσι απέριττα διακοσμημένο με σχέδια σα σκιές του Γιάννη Πούλιου, και με περιεχόμενο αυστηρά επιλεγμένο από πακτωλό υλικού. Μια ποιητική συλλογή με παρόν, παρελθόν και μέλλον, έτσι που είναι καταταγμένο χρονολογικά ανάποδα, ακολουθώντας τη ροή της μνήμης: 2009-1998, 1997-1991, 1990-1981, 1980-1973. Ένα αγνό βιβλίο του ύψους και του βάθους. Γιατί κάθε παρόν, στο παρόν της τεσσαρακονταετίας όπου γράφτηκε, όσο ζόρικο κι αν είναι, έχει παρελθόν, επίσης ζόρικο – αλλιώς προς τι η μετανάστευση;

Ας μου συγχωρηθεί αν επιμείνω κάπως περισσότερο, λόγω και προσωπικής εμπειρίας, στην πρώτη αυτή επταετία, που δεν συμπίπτει μεν ακριβώς με την επταετία των συνταγματαρχών, αλλ’ όμως την ενέχει εφιαλτικά παρ’ όλες τις ελπιδοφόρες νύξεις μιας νεαρής πολιτικής άνοιξης, που, αλίμονο, έμελλαν να αποδειχθούν φρούδες. Όπως ενέχει, πιο έντονα από τις άλλες ενότητες, και τις σχετικά πρόσφατες προηγούμενες ηλικιακές περιόδους του ποιητή, το παρελθόν δηλαδή, που αναβιώνει βασανιστικά καθημερινά στην προσπάθεια να βρεθούν τα κλειδιά του αινίγματος Ελλάδα, δικτατορία-τρομοκρατία, αντίσταση, Γερμανία, μετανάστευση και ό,τι αυτή συνεπάγεται, τις ιστορικές δηλαδή συγκυρίες με την άμεση ιδιωτική πραγματικότητα. Κι αν δεν τα έζησε ο ίδιος πάνω στο πετσί του!

...Απληροφόρητοι

τυφλά ενημερωμένοι

προετοιμάζουνε ανίδεους

που ψάχνουν την αλήθεια. («Στέρηση», σελ. 129)

Μα ας μη βιαστεί ο αναγνώστης να συμπεράνει, ε καλά, αυτά μας τα ’παν κι άλλοι, πού βρίσκεται το ιδιαίτερο; Το ιδιαίτερο είναι ότι, όπως πάντα στην καλή ποίηση, όλα συμβαίνουν ακροθιγώς. Χωρίς μεγάλα λόγια, χωρίς εξεζητημένες έννοιες, με μιαν απλότητα που σε ζεσταίνει, ακόμη κι αν πρόκειται για φιλοσοφικές ανησυχίες.

Κάποτε φάνταζαν οι λέξεις

οάσεις στη νεκρή έρημο.

Τώρα η ερήμωση, μια λέξη

γραμμένη από σκόνη της ερήμου.

 

Κάποτε πέταγαν οι λέξεις

πέρα από την έρημο.

Τώρα καθηλωμένες στο χαρτί. («Έπεα πτερόεντα», σελ. 51)

Αυτό που λέγεται συχνά ότι, αν καταφέρεις κι έχεις το ταλέντο να διατυπώσεις το βάσανο τού είναι σου σε λέξεις, σε μια μορφή με την οποία μπορείς να κάνεις κοινωνούς και τους αναγνώστες, εδώ ανατρέπεται. «Ου τόπος» ούτε για μιαν ανάσα. Μήπως λοιπόν ακόμη και η ποίηση παραμένει μια ουτοπία; Κι αν και η ίδια η λέξη δεν είναι παρά σχήμα λόγου, που με το ένδυμά της θα μπορούσες να κάνεις και κατατάξεις του τύπου «ουτοπική ποίηση», σε τι αποβλέπει; Τι αποκομίζει ο κοινωνός της;

Σε μια δερμάτινη βαλίτσα

του πηγεμού ήταν από χαρτί

συμμάζεψα πουλόβερ, παντελόνια και πουκάμισα,

οι αρβύλες μου ελπίζω να μην χρειαστούν.

 

Με αυτά τα υποτυπώδη σκηνικά

θα στήσω τον επαναπατρισμό μου.

Και με τα τελευταία χίλια μάρκα. («Άνευ μετοικεσίας», σελ. 124)

Ας πάμε λοιπόν στην πραγματικότητα, να γευτούμε τους καρπούς της «μετοικεσίας», το «νόστιμον ήμαρ», κατά τον Όμηρο:

Της τύχης μου ειρωνεία, που μαζί μου παίρνω

εσένα, νόθο παιδί της ξενιτιάς

τώρα που επιστρέφω στην ξένη μου πατρίδα. («Το Κομπολόι της Φρανκφούρτης», σελ. 123)

Δεν πρέπει ωστόσο να δημιουργηθεί η εντύπωση πως η ποίηση του Αρνάκη περιστρέφεται συνολικά γύρω από τον εαυτό του και τη μετανάστευση, έστω κι αν αυτή είναι η αφορμή της ποιητικής έκφρασης. Η αιτία βρίσκεται αλλού. Γεννιέται μαζί του, ανήκει ίσως και στην παιδεία του, που την έλαβε μέσα σ’ αυτό το μαγικό κλίμα της Θεσσαλονίκης. Δεν μιλάμε εδώ για επιρροές, για περιρρέουσα ατμόσφαιρα μιλάμε, ακόμη κι όταν με την τσακαλοπαρέα του έκλεβε «Τα άγουρα βερίκοκα» και στο μυαλό του είχε ήδη την «Αναβολή στο παραμύθι», θέμα που το αντάμωσε κάπου και σε ποίημα του Αναγνωστάκη.

Θέλω να πω στο γιο μου ένα παραμύθι

που να μη μιλάει για δράκους

μήτε και για ρηγάδες.

Θέλω να γίνει ο κόσμος μας,

έστω για μια μονάχα μέρα,

ωραίο παραμύθι. (σελ. 154)

Απόσταγμα ζωής; Μάλλον ιδιαίτερα βιωμένα στιγμιότυπα ιδιωτικής ιστορίας, συνυφασμένα αδιάρρηκτα με τα πιο έντονα ιστορικά γεγονότα του δεύτερου μισού του προηγούμενου αιώνα και με τις απολήξεις του ως τις μέρες μας.

Ο Ανδρέας Αρνάκης γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη, έζησε συνειδητά την Κατοχή, την πείνα και τον Εμφύλιο, τελείωσε την εγκύκλια παιδεία του στη γενέτειρα κι έφυγε για τη Γερμανία, για να σπουδάσει δουλεύοντας. Εργάστηκε στα γιαπιά, σε ορυχεία και χυτήρια και τις νύχτες στα συνεργεία καθαρισμού στην OPEL. Η δεκαετία του ’60 τον βρίσκει να σπουδάζει Πολιτική Οικονομία στο πανεπιστήμιο της Φρανκφούρτης, ενώ συνάμα δημοσιογραφεί, στην αρχή στο Ελληνικό Πρόγραμμα του Μονάχου, που ιδρύθηκε το 1964, και στη συνέχεια από το 1966 στη Ραδιοφωνία της Έσσης με την πασίγνωστη δίγλωσση εκπομπή «Ραντεβού στη Γερμανία», η οποία έπαιξε βασικό ρόλο στην ενδυνάμωση του δημοκρατικού και αντιστασιακού εναντίον της Χούντας στην Ελλάδα φρονήματος των Ελλήνων της Γερμανίας, πράγμα που του στέρησε το ελληνικό διαβατήριο και έπειτα και την ελληνική ιθαγένεια. Τον καιρό της Δικτατορίας διηύθηνε επίσης και το θρυλικό ρεστοράν της Φρανκφούρτης «Κομπολόι», όπου έβρισκαν κατανόηση και θαλπωρή Γερμανοί και Έλληνες δημοκράτες και αγωνιστές. Το 1982 επέστρεψε στην Ελλάδα, όπου προσπάθησε να «περάσει» στα πλαίσια της ΕΡΤ ένα ειδικό ραδιοτηλεοπτικό πρόγραμμα για τον απόδημο Ελληνισμό. Γραφειοκρατικές και ουσιαστικές διαφορές σκέψης δεν επέτρεψαν την πραγματοποίησή του, ώστε το 1990 ξαναπήγε στη Γερμανία, όπου εξέδιδε το περιοδικό ΓΡΑΜΜΑ, ώσπου το 1998 επέστρεψε οριστικά πλέον στην Ελλάδα. e-mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

Τα άγουρα βερίκοκαΤα άγουρα βερίκοκα
Ανδρέας Αρνάκης
Εισαγωγή: καθ. Δρ. Γ.Δ. Φαράντος
Επίλογος: Δρ. Ελένη Π. Γύζη
Έκδοση του Ιστορικού Φωτογραφικού Αρχείου Νεώτερης Ελλάδας

 

ΦΙΛΙΚΑ SITE

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Email:
Θέμα:
Μήνυμα:

ΠΤΟΛΕΜΑΙΩΝ 4 (ΠΛΑΤΕΙΑ ΠΡΟΣΚΟΠΩΝ)
11635 ΑΘΗΝΑ, ΤΗΛ.-FAX: 210-7212307
info@diastixo.gr

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

*  Το email σας:

ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΔΙΚΤΥΑ

facebook icontwitter icongoogle plus iconpinterest iconyoutube iconrss icon

Με την υποστήριξη του diastixo.gr - Designed by: artspr