Andrew Lane: συνέντευξη στη Μάριον Χωρεάνθη

Andrew Lane: συνέντευξη στη Μάριον Χωρεάνθη

Ο Άντριου Λέιν αποτελεί ιδιάζουσα όσο και άκρως ενδιαφέρουσα περίπτωση συγγραφέα. Τα περισσότερα βιβλία του, αν και πρωτότυπα ως προς την πλοκή, στηρίζονται σε προϋπάρχοντα πρόσωπα και «σύμπαντα» κλασικών λογοτεχνικών έργων, καθώς και τηλεοπτικών σειρών και κινηματογραφικών ταινιών. Μεταξύ άλλων, έχει γράψει μυθιστορήματα, διηγήματα και δοκίμια βασισμένα στη θρυλική, μακροβιότατη (προβάλλεται στην αγγλική τηλεόραση από το 1963) οικογενειακή σειρά επιστημονικής φαντασίας «Doctor Who», καθώς και στο «παράρτημά» της, «Torchwood» (αναγραμματισμός του «Doctor Who»), που απευθύνεται αποκλειστικά στους ενήλικες. Λάτρης του Άρθουρ Κόναν Ντόιλ και του εμβληματικού του ήρωα Σέρλοκ Χολμς, ο Άντριου Λέιν έγινε ευρύτερα γνωστός χάρη στα οχτώ ως τώρα μυθιστορήματά του με πρωταγωνιστή τον ιδιοφυή ερευνητή σε εφηβική ηλικία, τα οποία κυκλοφορούν στην Ελλάδα από τις εκδόσεις Μεταίχμιο, σε μετάφραση του Ανδρέα Μιχαηλίδη. Με αφορμή την ελληνική έκδοση του πιο πρόσφατου βιβλίου της σειράς, με τον τίτλο Νυχτερινή εισβολή, ο επιβλητικός στην όψη και στη φωνή, αλλά ήπιος και προσιτός στον χαρακτήρα Βρετανός συγγραφέας μάς ξεναγεί πρόθυμα, με αφοπλιστικό, σχεδόν παιδιάστικο ενθουσιασμό στους φανταστικούς κόσμους που τον συναρπάζουν, τον εμπνέουν και τον «φιλοξενούν». 

Ενώ κυκλοφορούν πολλά βιβλία, για παιδιά και για ενήλικες, με ήρωα τον Σέρλοκ και άλλα πρόσωπα κλασικών μυθιστορημάτων, συνήθως πρόκειται για «crossover» («διασταύρωση») ειδών και θεματολογίας. Συνδυάζουν, δηλαδή, το αστυνομικό μυστήριο με το στοιχείο του φανταστικού – βρικόλακες, ζόμπι, φαντάσματα, εξωγήινους. Η δική μου στάση στο θέμα αυτό ήταν κάθετη. Δεν θα ακολουθούσα την πεπατημένη. Θα έγραφα βιβλία που να στέκονται επάξια δίπλα στην «καθαρόαιμη» αστυνομική λογοτεχνία.

Πώς αποφασίσατε να γράψετε για τον Σέρλοκ Χολμς;

Πάντα ήμουν λάτρης των ιστοριών του. Το πρώτο βιβλίο που αγόρασα με το χαρτζιλίκι μου ήταν η Σπουδή στο Άλικο. Πρέπει να ήμουν δέκα ή δώδεκα χρονών. Το είχα βρει μεταχειρισμένο σε κάποιο φιλανθρωπικό παζάρι. Είχε σκληρό εξώφυλλο και ήταν σε άθλια κατάσταση. Στις σελίδες του όμως ανακάλυψα έναν χαρακτήρα με στοιχεία του εαυτού μου, ο οποίος αντιπροσώπευε όλα όσα θα ήθελα να είμαι και να γίνω. Και αυτό λέω στα παιδιά όποτε μιλάω σε σχολεία: κάθε αγόρι σε κάθε γωνιά της γης θα ήθελε να είναι ο Σέρλοκ. Ο ήρωας αυτός είναι μια «σταθερά», μια διαρκής παρουσία στη λογοτεχνία, στην τηλεόραση, στον κινηματογράφο. Άρα είναι λογικό να δεσπόζει και σε μορφές «υποκουλτούρας» [ο όρος εδώ χρησιμοποιείται χωρίς αρνητική σημασία, με την καθαρή έννοια της υποδιαίρεσης/υποκατηγορίας, για την απόδοση του αγγλικού «subculture»] που απευθύνονται στα παιδιά και κυρίως στα αγόρια. Πάντα είχα την επιθυμία να γράψω ένα δικό μου βιβλίο με ήρωα τον Σέρλοκ Χολμς, για ενήλικους αναγνώστες. Αλλά ο ατζέντης μου, που με εκπροσωπεί εδώ και 25 χρόνια –είμαστε πια σαν παντρεμένοι– συνεργάζεται επίσης με τον αμερικανικό εκδοτικό οίκο Macmillan, που τότε επρόκειτο να δημοσιεύσει την αλληλογραφία και άλλα ανέκδοτα έργα του Κόναν Ντόιλ. Σε ένα δείπνο με τους απογόνους του συγγραφέα, του ήρθε η ιδέα μιας σειράς βιβλίων για την εφηβική ηλικία του Σέρλοκ, μια και στα βιβλιοπωλεία τα ράφια της λογοτεχνίας για νεαρούς ενήλικες πολλαπλασιάζονται ραγδαία. Τα νέα παιδιά διαβάζουν μανιωδώς, πράγμα ιδιαίτερα ενθαρρυντικό. Είναι λοιπόν σημαντικό να γράφονται καλά βιβλία γι’ αυτές τις ηλικίες. Όταν μου έγινε η σχετική πρόταση, τη δέχτηκα ασυζητητί. Έστειλα για δείγμα τα τρία πρώτα κεφάλαια του Νέφους θανάτου και έλαβα ενθουσιώδη απάντηση. Πιστεύω πως τους άρεσε για τον εξής λόγο: ενώ κυκλοφορούν πολλά βιβλία, για παιδιά και για ενήλικες, με ήρωα τον Σέρλοκ και άλλα πρόσωπα κλασικών μυθιστορημάτων, συνήθως πρόκειται για «crossover» («διασταύρωση») ειδών και θεματολογίας. Συνδυάζουν, δηλαδή, το αστυνομικό μυστήριο με το στοιχείο του φανταστικού – βρικόλακες, ζόμπι, φαντάσματα, εξωγήινους. Η δική μου στάση στο θέμα αυτό ήταν κάθετη. Δεν θα ακολουθούσα την πεπατημένη. Θα έγραφα βιβλία που να στέκονται επάξια δίπλα στην «καθαρόαιμη» αστυνομική λογοτεχνία. Θα έδινα πειστικές, αληθοφανείς ερμηνείες για την ιδιοσυγκρασία και τις συνήθειες του Σέρλοκ.

Και αυτό, όπως φαίνεται, το εκτίμησαν και οι αναγνώστες.

Υποθέτω ότι αρχικά, τουλάχιστον, ήταν ρίσκο για τον Άγγλο εκδότη μου να βγάλει «ιστορικό αστυνομικό μυθιστόρημα» –ας το ορίσουμε έτσι– για νεαρούς ενήλικες, που απ’ ό,τι έμαθα, εδώ στην Ελλάδα δεν είναι άγνωστο είδος. Στην Αγγλία, όμως, δεν το έχουμε συνηθίσει. Ωστόσο, δεν αρνήθηκε την πρόκληση. Εξάλλου, ο Σέρλοκ είναι κοσμαγάπητος. Δεν υπήρχε περίπτωση να αγνοηθεί από το κοινό.

Από πού εμπνέεστε τις νέες περιπέτειες του Σέρλοκ;

Αυτό είναι το πιο δύσκολο κομμάτι. Συνήθως ξεκινώ με ένα έγκλημα που η διαλεύκανσή του φαίνεται αδύνατη. Πρέπει να περάσω στην «απέναντι πλευρά» για να του βρω μια ικανοποιητική εξήγηση. Και τότε, αίφνης, βγάζει νόημα. Αλλά η διαδικασία είναι επίπονη και χρονοβόρα. Όχι σπάνια, παίρνω ιδέες από τον ίδιο τον Κόναν Ντόιλ – βρέθηκαν, ξέρετε, ημιτελή του χειρόγραφα στα οποία υπάρχουν ανεκμετάλλευτα στοιχεία, όπως η κόκκινη βδέλλα, που την αξιοποίησα στο δεύτερο βιβλίο της σειράς. Την εποχή εκείνη οι βδέλλες ήταν το μέσο αντιμετώπισης για τις θρομβώσεις του αίματος και ο «κακός» της ιστορίας, που πάσχει από ανάλογη ασθένεια, τις κολλάει σ’ όλο του το σώμα. Σε άλλο βιβλίο, ένας τύπος που έχει ξεχάσει την ομπρέλα του γυρίζει πίσω να την πάρει και δεν ξαναβγαίνει απ’ το σπίτι του – έχει γίνει άφαντος. Μου πήρε μήνες ολόκληρους να σκεφτώ μια λογική εξήγηση για την εξαφάνισή του.

Πρέπει να ακολουθείτε αντίστροφο συλλογισμό κάθε φορά.

Ακριβώς. Και όταν το πετυχαίνω, το αποτέλεσμα είναι πολύ καλό. Σε κάποιες περιπτώσεις, βέβαια, αν «ψειρίσει» κανείς τα δεδομένα, η εξήγηση δεν στέκει. Έχω την εντύπωση ότι σε ένα δυο βιβλία μου δεν το έχω αποφύγει αυτό, αλλά τα παιδιά είναι αμφίβολο αν θα το πάρουν είδηση. Σου έρχεται μια ωραία ιδέα, που δεν είναι πάντα εύκολο να την υποστηρίξεις – καμιά φορά η εξήγηση είναι τόσο μπερδεμένη, ώστε λογικά δεν θα μπορούσε να ισχύει. Ευτυχώς, όμως, το μυαλό «τρέχει» πολύ γρήγορα και οι τυχόν ανακρίβειες τού διαφεύγουν. Είναι όπως στη μουσική – αν παίζεις με αυτοπεποίθηση, και λάθος να κάνεις, δεν πρόκειται να το προσέξει κανείς. Ίσως μάλιστα το περάσεις και για άποψη! Αυτό, κατά σύμπτωση, κουβεντιάζαμε με τον ταξιτζή που με έφερε στο ξενοδοχείο από το αεροδρόμιο, ενώ ακούγαμε στο ραδιόφωνο ένα τραγούδι του Λέοναρντ Κοέν, ο οποίος επισκεπτόταν πολύ συχνά την Ελλάδα – και παρεμπιπτόντως, σε έναν στίχο του (από το τραγούδι First We Take Manhattan) λέει: «And I thank you for those items that you sent me, the monkey and the plywood violin» [«Σ’ ευχαριστώ για τα πράγματα που μου έστειλες, τη μαϊμού και το ψεύτικο βιολί»]. Που είναι και πρώτης τάξεως θέμα για ιστορία του Σέρλοκ: Η παράδοξη υπόθεση της μαϊμούς και του ψεύτικου βιολιού. Σ’ ένα από τα μυθιστορήματά μου για τον Doctor Who, αναφέρω έναν άλλο στίχο του Κοέν, από το άλμπουμ του The Future [Το Μέλλον]: «There is a crack in everything. That’s how the light gets in» [«Σ’ όλα υπάρχει μια ρωγμή. Από κει μπαίνει το φως»]. Πάντα αγαπούσα αυτόν τον στίχο...

Που είναι σαν να γράφτηκε ειδικά για τον «Doctor Who».

Όντως. Αν το σκεφτούμε σε συνάρτηση με τον «Doctor Who», είναι και λίγο τρομακτικό. Μέσα σε λίγες λέξεις, καταφέρνει να «πιάσει» άθελά του όλη την ουσία της σειράς.

Πριν ασχοληθείτε συστηματικά με τη συγγραφή, γράφατε για χόμπι ιστορίες με πρωταγωνιστές τους αγαπημένους σας ήρωες;

Ναι, βέβαια. Από παιδί μού άρεσε το γράψιμο. Στην αρχή, γύρω στα δεκάξι με δεκαοχτώ, έγραφα κυρίως fanfiction [«ανεπίσημες» ιστορίες με πρωταγωνιστές τους ήρωες γνωστών βιβλίων, ταινιών και τηλεοπτικών σειρών, γραμμένες συνήθως σε ερασιτεχνικό επίπεδο από φανατικούς αναγνώστες και θεατές τους] για τον Doctor Who. Οι πρώτες μου απόπειρες ήταν ό,τι γράφει και διαβάζει ένα παιδί σ’ αυτή την ηλικία – γεμάτες δράση και περιπέτεια. Σιγά σιγά όμως, καθώς ωρίμαζα, άρχισαν να με απασχολούν και άλλα πράγματα. Όπως, ας πούμε, τι απογίνονταν οι κατά καιρούς συνταξιδιώτες του Doctor Who όταν στο τέλος τον αποχωρίζονταν. Φαντάζομαι πως θα ήταν διαλυμένοι συναισθηματικά και δεν θα μπορούσαν να ενταχθούν ξανά στον γήινο, «φυσιολογικό» τρόπο ζωής. Έγραφα λοιπόν ιστορίες με τέτοια θέματα. Έτσι γεννήθηκε το ενδιαφέρον μου για την ανάπτυξη των χαρακτήρων. Κι αυτό με βοήθησε πολύ στο να κατανοήσω και να κατακτήσω τους μηχανισμούς της συγγραφής. Δημοσίευσα κείμενα για πρώτη φορά σ’ ένα ελεεινά πολυγραφημένο fanzine [«χειροποίητο» ερασιτεχνικό περιοδικό] που μοιραζόταν από χέρι σε χέρι. Πολλοί απ’ τους αναγνώστες έστελναν γράμματα με τα σχόλια και τις παρατηρήσεις τους, που σ’ εμένα, τουλάχιστον, φάνηκαν εξαιρετικά χρήσιμα. Δυστυχώς, οι συγγραφείς «πραγματικών» βιβλίων δεν έχουν τόσο άμεση επικοινωνία με το κοινό τους...

Το fanfiction είναι ίσως ένας τρόπος να εξασκηθεί κανείς στο γράψιμο. Έχω μάλιστα την υποψία ότι μερικές ιστορίες που ξεχωρίζουν για το προσεγμένο τους ύφος, είναι γνωστών συγγραφέων που τις ανεβάζουν με ψευδώνυμο.

Διόλου απίθανο. Συμβαίνει βέβαια και το αντίθετο, όπως με τις 50 αποχρώσεις του γκρι – κακογραμμένο ερωτικό fanfiction για το Λυκόφως, όπου η συγγραφέας άλλαξε απλώς τα ονόματα των πρωταγωνιστών και το πλάσαρε ως πρωτότυπο μυθιστόρημα. Το οποίο, ωστόσο, χάλασε κόσμο! Και μπράβο της γι’ αυτό. Δεν ξέρω αν έχετε υπόψη σας το slash – είναι ένα είδος fanfiction όπου τα πρόσωπα (κατά κανόνα του ίδιου φύλου) έχουν ερωτική σχέση. Οι πρώτες ιστορίες αυτού του τύπου είχαν ήρωες τον Captain Kirk και τον Mr. Spock, από το Star Trek. Από κει βγήκε και ο όρος «slash» – από την κάθετο [slash στα Αγγλικά] που χώριζε τα ονόματά τους: Kirk/Spock.

Αναπόφευκτο, θα έλεγα.

Δεν λέτε τίποτα! Και γι’ αυτό, κάθε φορά τρέμω μην πέσω πάνω σε τέτοιου είδους fanfiction για τον Σέρλοκ Χολμς, με πρωταγωνιστές τον ίδιο και τον Γουότσον. Οπωσδήποτε θα υπάρχει, αλλά δεν έχω διαβάσει... Τέλος πάντων. Από την άλλη, συμβαίνει το εξής: κάποιοι ανεβάζουν δικά τους κείμενα σε δημοφιλή ηλεκτρονικά καταστήματα, όπου και τα πουλάνε με το όνομα διάσημων συγγραφέων και εξώφυλλα που θυμίζουν τα πραγματικά βιβλία των συγγραφέων αυτών. Σαν να αγοράζεις, ας πούμε, μια τσάντα που είναι απομίμηση γνωστής μάρκας. Πολλά από αυτά πρέπει να είναι «μεταποιημένα» fanfiction, σαν τις 50 αποχρώσεις του γκρι. Και οι «γνήσιοι» συγγραφείς έχουν γίνει πυρ και μανία – όχι άδικα, διότι έτσι χάνουν μέρος του αναγνωστικού τους κοινού. Δεν είναι, βέβαια, μόνο οικονομικό το πρόβλημα, ή μάλλον, δεν είναι πρωταρχικά οικονομικό. Είναι πάνω απ’ όλα ζήτημα ηθικής τάξης – και επομένως, πολύ ανησυχητικό. Έλα όμως που το διαδίκτυο επιτρέπει, αν όχι ενθαρρύνει, παρόμοια φαινόμενα...

Το διαδίκτυο έχει προσφέρει υπερβολικές ελευθερίες. Είναι εκπληκτική εφεύρεση, αλλά πολύ εύκολα χρησιμοποιείται με παραβατικό τρόπο.

Όταν άρχισα να γράφω fanfiction για τον Doctor Who, ο σκοπός μου –και όχι μόνο δικός μου– ήταν να εξερευνήσω και να ερμηνεύσω πράγματα που έμεναν ασαφή στις «επίσημες» ιστορίες. Σε ορισμένες περιπτώσεις, η εξήγηση μπορούσε να είναι τόσο περίπλοκη ώστε δεν έφτανε ένα βιβλίο για να την αναπτύξεις! Ως και μια απλή σεναριακή παραδρομή γινόταν αφορμή για πραγματείες ολόκληρες. Το διαδίκτυο μας έδωσε την ευκαιρία να δημοσιοποιούμε τις εναλλακτικές αυτές εκδοχές – άρα του οφείλουμε ευγνωμοσύνη. Όταν οι παραγωγοί του «Doctor Who» αποφάσισαν να επεκτείνουν το σύμπαν της σειράς και στον χώρο της λογοτεχνίας, στράφηκαν σ’ εμάς τους «ερασιτέχνες», που είχαμε ήδη εντρυφήσει στο θέμα και γνωρίζαμε τα πάντα γι’ αυτό. Ήταν πιο πρακτικό από το να προσλάβουν έναν «καθιερωμένο» συγγραφέα, στον οποίο θα έπρεπε να τα εξηγήσουν όλα απ’ την αρχή. Κι έτσι οι ιστορίες που σκάρωνα για το κέφι μου, κατά κάποιον τρόπο «νομιμοποιήθηκαν». Ένα όνειρο που έγινε κυριολεκτικά πραγματικότητα... Έχω γράψει το κείμενο ενός audiobook (ηχογραφημένου βιβλίου) στο οποίο ακούγεται η φωνή του Κόλιν Μπέικερ, έκτου ή έβδομου Doctor (ο Doctor Who κατά περιόδους «ξαναγεννιέται» με διαφορετική μορφή, οπότε αλλάζει και ο ηθοποιός που τον υποδύεται). Για μένα, η εμπειρία αυτή ήταν μοναδική: έβλεπα και άκουγα ένα ίνδαλμά μου να διαβάζει το δικό μου γραπτό στο στούντιο! Συναντήθηκα κιόλας μαζί του μια δυο φορές – είναι εξαιρετικά μορφωμένος, αλλά και δύστροπος. Αν σε ένα κείμενο υπάρχει η παραμικρή ασυνταξία, ανοίγει καβγά και αρνείται να το διαβάσει. Επίσης, η γυναίκα μου, που είναι φωνητική ηθοποιός (δανείζει τη φωνή της σε κινούμενα σχέδια και βιντεοπαιχνίδια), τυχαίνει να είναι φίλη με την Κέιτι Μάνινγκ, η οποία έπαιζε τον ρόλο της Τζο Γκραντ –συνταξιδιώτισσας του τρίτου Doctor– και, μικρός, ήμουν ερωτευμένος μαζί της. Πολύ περίεργη σύμπτωση. Ο Doctor Who με κυνηγάει συνέχεια... Αλήθεια, η εκσυγχρονισμένη εκδοχή του πώς σας φαίνεται;

Μου αρέσει πολύ, αν και διαφέρει αρκετά από τις προηγούμενες. Ο αρχικός Doctor Who είχε μια αθωότητα. Ήταν ένα υπέροχο, νοσταλγικό παραμύθι που δεν κρυβόταν πίσω από καμιά σοβαροφάνεια. Τα ειδικά εφέ ήταν πρωτόγονα και απλοϊκά σε σχέση με τα σημερινά, αλλά τα παιδιά ξετρελαίνονταν.

Ακριβώς. Τώρα πια τα παιδιά ξέρουν ένα σωρό πράγματα, καταλαβαίνουν τα πάντα και δεν γίνεται να τα «ξεγελάσεις» με τα ίδια εκείνα μέσα. Παλιότερα, τα πιτσιρίκια κατατρόμαζαν με εφέ που σήμερα θα τους φαίνονταν αστεία. Ο αρχικός Doctor Who ήταν για τα παιδιά ο πολυμήχανος και παντοδύναμος θείος που θα ήθελαν να έχουν, ενώ τον Ντέιβιντ Τέναντ ή τον Ματ Σμιθ, ας πούμε (που ενσάρκωσαν πρόσφατα τον ήρωα), τον βλέπουν σαν έναν ιδανικό μεγαλύτερο αδελφό. Αφήστε που τα πρώτα επεισόδια της σειράς είχαν έναν ρυθμό απίστευτα αργό. Στις μέρες μας η πλοκή εξελίσσεται με απείρως μεγαλύτερη ταχύτητα. Με τα μέτρα της δεκαετίας του ’60, ένα σημερινό σαρανταπεντάλεπτο επεισόδιο θα κρατούσε πάνω από μιάμιση ώρα!

Ο Doctor Who, όπως και ο Σέρλοκ Χολμς, είναι χαρακτήρες στους οποίους επιστρέφει διαρκώς το κοινό.

Βεβαίως – και τώρα που το λέτε, όντως έχουν πολλές ομοιότητες. Είναι και οι δυο περίπλοκοι – και για τον Doctor Who, ένα μέρος της περιπλοκότητας οφείλεται στο ότι αλλάζει συνεχώς μορφή. Με το που πας να συνηθίσεις έναν ηθοποιό στον ρόλο του, ξαφνικά εμφανίζεται κάποιος άλλος...

Στην επόμενη σεζόν, μάλιστα, θα τον υποδυθεί γυναίκα.

Ναι. Και η είδηση ξεσήκωσε μεγάλη κατακραυγή. Κάποιοι ωρύονται ότι τέτοιο πράγμα είναι αδιανόητο, αλλά εγώ το βρίσκω πολύ ενδιαφέρον. Μου έχει εξάψει την περιέργεια. Για να πω την αλήθεια, είχα αρχίσει να ανησυχώ βλέποντας στον κεντρικό ρόλο ηθοποιούς όλο και νεότερους από μένα! Κατάφερα όμως να το ξεπεράσω. Η καινούρια Doctor θα είναι 6.000 ετών, οπότε δεν υπάρχει πρόβλημα. Ορισμένοι έχουν θεμιτές πραγματολογικές απορίες – τι θα γίνει, για παράδειγμα, αν μια γυναίκα που ταξιδεύει στον χωροχρόνο «προσγειωθεί» σε μια εποχή όπου οι γυναίκες δεν είχαν τα ίδια προνόμια με τους άντρες; Η δική μου απάντηση είναι πως θα κάνει απλώς τη δουλειά της! Κι έπειτα, στην ουσία, δεν είναι γυναίκα. Όπως δεν είναι ούτε άντρας. Είναι «The Doctor», τελεία και παύλα. Ένα πλάσμα από άλλον πλανήτη, που έτσι κι αλλιώς δεν υπακούει στα γήινα στερεότυπα. 

Είμαι βέβαιος ότι ο Κόναν Ντόιλ, που ήταν γιατρός στο επάγγελμα, είχε δει από κοντά μανιοκαταθλιπτικούς και ψυχαναγκαστικούς ασθενείς, γιατί αυτήν ακριβώς τη συμπεριφορά περιγράφει. Και αν δεν κάνω λάθος, ήταν ο πρώτος που δημιούργησε, ουσιαστικά, έναν αντιήρωα, έναν εύθραυστο, «πληγωμένο» πρωταγωνιστή – μα αυτός είναι και ο λόγος που τον αγαπάμε τόσο. Οι παραξενιές του είναι αξιολάτρευτες.

Άλλωστε ο Doctor δεν είναι καν άνθρωπος, παρά την ανθρώπινη όψη του.

Φυσικά! Και αν το καλοσκεφτείτε, ούτε ο Σέρλοκ είναι άνθρωπος. Συμπεριφέρεται σαν εξωγήινος, αν όχι και σαν ρομπότ. Το μυαλό του δουλεύει σαν ηλεκτρονικός υπολογιστής. Ο Μπένεντικτ Κάμπερμπατς, που ενσαρκώνει μια μοντέρνα εκδοχή του στη σειρά του BBC, το αποδίδει αυτό αριστουργηματικά. Σε ένα επεισόδιο του «Doctor Who», ο Doctor αποκαλεί τη συνταξιδιώτισσά του «κηδεμόνα» του – ό,τι ακριβώς είναι και ο Γουότσον για τον Σέρλοκ: έχει αναλάβει τη φροντίδα του, ώστε να μη χρειάζεται να φροντίζει ο ίδιος τον εαυτό του. Και όπως, μέσω της επαφής με τους ανθρώπους, ο Doctor καταλήγει να αποκτήσει ανθρώπινες ιδιότητες, κάτι αντίστοιχο συμβαίνει και στον Σέρλοκ. Τα κοινά τους στοιχεία είναι αμέτρητα...

Επίσης δεν ξέρουμε σχεδόν τίποτα για το παρελθόν κανενός απ’ τους δυο.

Ελάχιστα πράγματα. Δεν μαθαίνουμε ποτέ πού γεννήθηκε και μεγάλωσε ο Σέρλοκ, πώς ήταν η οικογένειά του, σε ποιο σχολείο πήγε, ποιοι ήταν οι παιδικοί του φίλοι... Ξέρουμε μονάχα ότι έχει έναν μεγαλύτερο αδελφό, τον Μάικροφτ, και ότι η μητέρα του καταγόταν από οικογένεια Γάλλων καλλιτεχνών. Αυτό είναι όλο. Είχα λοιπόν το πεδίο εντελώς ελεύθερο για να αυτοσχεδιάσω όπως ήθελα. Η πρώτη μου δουλειά ήταν να απομακρύνω με κάποιον τρόπο τους γονείς του Σέρλοκ, γιατί δεν μπορούσα να τον φανταστώ να μεγαλώνει μέσα σε μια συμβατική οικογένεια και να εξελίσσεται στο πρόσωπο που γνωρίζουμε. Έστειλα λοιπόν τον πατέρα του στην Ινδία με τον αγγλικό στρατό και σκαρφίστηκα μια βαριά αρρώστια για τη μητέρα του (η οποία πεθαίνει σε ένα από τα επόμενα βιβλία). Ο ίδιος ο Σέρλοκ σίγουρα ήταν μοναχικό παιδί, απ’ την άλλη, όμως, αναρωτήθηκα τι είδους άτομα θα μπορούσαν να είναι οι φίλοι του, αν είχε. Θα χρειαζόταν τουλάχιστον κάποιον για να κουβεντιάζει – κάποιον που θα έπρεπε να είναι το εκ διαμέτρου αντίθετό του, όπως αργότερα ο Γουότσον, προκειμένου να λειτουργεί εξισορροπητικά. Πιστεύω πως ακόμα και τότε, θα του έφτανε ένας και μοναδικός φίλος. Ο Σέρλοκ, άλλωστε, ως ενήλικας κινείται στο μεταίχμιο δυο αντικρουόμενων κόσμων: από τη μια είναι ψυχρός και λογικός αναλυτής στοιχείων και, από την άλλη, φιλότεχνος και ταλαντούχος μουσικός. Σκέφτηκα να αποδώσω την αντίφαση αυτή στην επιρροή δυο ισχυρών «πατρικών» μορφών. Ο ένας είναι ο κυνηγός και ιχνηλάτης Άμιους Κρόου, που μαθαίνει στον νεαρό Σέρλοκ να παρατηρεί την κάθε λεπτομέρεια, και ο άλλος ο βιολιστής Ρούφους Στόουν, ο οποίος εκπροσωπεί έναν φανταχτερό και «μποέμικο» τρόπο ζωής. Και οι δυο προοπτικές τον ελκύουν εξίσου, οπότε δεν ξέρει ποιο δρόμο να ακολουθήσει.

Δεν θα έλεγα ότι είναι διχασμένη προσωπικότητα, έχει όμως αρκετά αντιφατικά στοιχεία.

Ως ενήλικας, είναι εμφανέστατα μανιοκαταθλιπτικός. Όσο ερευνά μια υπόθεση, βρίσκεται ακατάπαυστα σε εγρήγορση, δεν τρώει ούτε κοιμάται. Μόλις όμως φτάσει στη λύση της, «πέφτει» απότομα και καταφεύγει στην κοκαΐνη (αυτό δεν γινόταν φυσικά να γραφτεί σε βιβλίο για παιδιά). Είναι επίσης ψυχαναγκαστικός – ξέρει απ’ έξω κι ανακατωτά όλα τα δηλητήρια και τα συμπτώματα που προκαλούν. Είμαι βέβαιος ότι ο Κόναν Ντόιλ, που ήταν γιατρός στο επάγγελμα, είχε δει από κοντά μανιοκαταθλιπτικούς και ψυχαναγκαστικούς ασθενείς, γιατί αυτήν ακριβώς τη συμπεριφορά περιγράφει. Και αν δεν κάνω λάθος, ήταν ο πρώτος που δημιούργησε, ουσιαστικά, έναν αντιήρωα, έναν εύθραυστο, «πληγωμένο» πρωταγωνιστή – μα αυτός είναι και ο λόγος που τον αγαπάμε τόσο. Οι παραξενιές του είναι αξιολάτρευτες...

Και η ευάλωτη πλευρά του συγκινεί τους αναγνώστες.

Το ίδιο συνέβαινε και με τον Mr. Spock, από τη σειρά «Star Trek» της δεκαετίας του ’60. Πολλές γυναίκες, κυρίως, είχαν ερωτευτεί τον Λέοναρντ Νιμόι στον ρόλο αυτόν, γιατί ένιωθαν την ανάγκη να τον αγκαλιάσουν. Πίστευαν πως με τη στοργή τους θα κατάφερναν να τον «γιατρέψουν». Έτσι και με τον Σέρλοκ: οι γυναίκες αισθάνονται την επιθυμία να τον προστατέψουν – και ελπίζω να μη σας προσβάλλω μ’ αυτό που είπα.

Και βέβαια δεν με προσβάλλετε. Για μας τις γυναίκες είναι συνήθως ενστικτώδες το να θέλουμε να προστατέψουμε κάποιον που δείχνει αδύναμος. Τον βλέπουμε σαν μικρό παιδί...

Και είναι απόλυτα φυσικό. Για μας τους άντρες, πάλι, είναι πιο μπερδεμένα τα πράγματα – βάζουμε τον εαυτό μας στη θέση του. Παριστάνουμε τους γενναίους και τους απτόητους, ενώ μέσα μας μπορεί να είμαστε ψυχικά ράκη. 

Με τα βιβλία που γράφω συμβαίνει κάτι αντίστοιχο με τα ημισφαίρια του εγκεφάλου, από τα οποία το αριστερό ελέγχει τη λογική σκέψη και το δεξί τη δημιουργικότητα. Στη σειρά με τον Σέρλοκ, λόγου χάρη, υποχρεώνομαι να λαμβάνω υπόψη μου ένα πλήθος περιορισμών, εξαιτίας του ότι αναφέρομαι σε παλιότερη εποχή. Με τον «Doctor Who», πάλι, συμβαίνει μάλλον το αντίθετο, αφού έχω σχεδόν απεριόριστη ελευθερία.

Έχετε γράψει βιβλία με εντελώς πρωτότυπο θέμα και ήρωες;

Έχω εκδώσει στην Αγγλία μια σειρά δύο ως τώρα βιβλίων, με τον γενικό τίτλο «Lost Worlds» [«Χαμένοι κόσμοι»]. Αναφέρεται στη σύγχρονη εποχή και μιλάει για μια παρέα παιδιών που επισκέπτονται αλλόκοτα εξωτικά μέρη, αναζητώντας πλάσματα που η επιστήμη δεν έχει ακόμα ανακαλύψει και ψάχνοντας για ίχνη γενετικού υλικού που μπορεί να βοηθήσουν, για παράδειγμα, στη θεραπεία ασθενειών. Στη διάρκεια σχετικής έρευνάς μου, έμαθα πως οι επιστήμονες έχουν καταγράψει μόλις το 25% των μορφών ζωής που υπάρχουν στη Γη. Πρόκειται για τρομακτική στατιστική, αν συνειδητοποιήσουμε ότι τα υπόλοιπα τρία τέταρτα μας είναι παντελώς άγνωστα! Τα περισσότερα βρίσκονται κάτω απ’ το νερό, σε απάτητα βουνά ή παρθένα δάση. Έχω επίσης ξεκινήσει μια άλλη σειρά βιβλίων, με τον γενικό τίτλο «AWOL (Agents Without License)» –του χρόνου βγαίνει το τρίτο, ενώ οι εκδόσεις Μεταίχμιο έχουν αγοράσει τα δικαιώματα των δυο προηγούμενων– με πρωταγωνιστή έναν έφηβο που βρίσκεται μπλεγμένος σε δίκτυο κατασκοπείας. Ομολογώ πως το να γίνει πιστευτή μια παρόμοια ιστορία ήταν πρόκληση. Πώς είναι δυνατόν να συμβεί αυτό σε έναν πιτσιρικά; Υπάρχουν, βέβαια, μυθιστορήματα με ήρωες «εξιδανικευμένα» παιδιά τυπικών μεσοαστικών οικογενειών, τα οποία λίγο πολύ σώζουν τον κόσμο απ’ την καταστροφή. Εγώ κάθισα και σκέφτηκα με ποιον ρεαλιστικό τρόπο ένα νέο παιδί θα ανακατευόταν με κάτι τέτοιο. Παρατήρησα λοιπόν τον θετό μου γιο –έχω ήδη έναν βιολογικό, με τη γυναίκα μου, αλλά κατά καιρούς γινόμαστε ανάδοχοι γονείς– και εμπνεύστηκα από τη δική του περίπτωση. Είναι «γκοθάς», με το πρόσωπο κρυμμένο κάτω απ’ το μαλλί, ντύνεται στα ολόμαυρα και φοράει κάτι μπότες με πανύψηλες σόλες. Πώς θα μπορούσε ένα τέτοιο παιδί να έχει δοσοληψίες με κατασκόπους; Το συγκεκριμένο θέμα ήταν συναρπαστικό και για μένα τον ίδιο. Εννοείται φυσικά ότι έχω κι άλλες πολλές ιστορίες να πω – φτάνει να εξακολουθούν να ενδιαφέρουν τους εκδότες μου...

Η σειρά με τον Σέρλοκ θα συνεχιστεί;

Κατά πάσα πιθανότητα. Ο Γερμανός εκδότης με πιέζει να του παραδώσω το ένατο βιβλίο. Και όπως φαίνεται, δεν θα το γλιτώσω! Έτσι κι αλλιώς θα το έγραφα, γιατί αφορά το ταξίδι του Σέρλοκ στην Ινδία, προκειμένου να συναντήσει τον πατέρα του. Η όγδοη ιστορία διαδραματίζεται στην Αίγυπτο, για λόγους άκρως περίπλοκους, αλλά και πρακτικούς – η Αίγυπτος δεν είναι υπερβολικά μακριά απ’ την Ινδία!

Πώς προσαρμόζετε τις ιστορίες του Σέρλοκ στις συνθήκες του καιρού του; Σήμερα θεωρούμε ορισμένα πράγματα δεδομένα, ιδίως όσον αφορά τις μεθόδους εξιχνίασης των εγκλημάτων. Τότε όμως ήταν πολύ διαφορετικά...

Έχετε δίκιο, αυτό ήταν όντως μια «παγίδα». Γιατί η βικτωριανή εποχή ήταν και μια καμπή της Ιστορίας όπου οι συνθήκες μεταβάλλονταν συνεχώς. Χρειάστηκε λοιπόν να κάνω εντατική έρευνα. Τότε, ας πούμε, δεν φρόντιζαν τα δόντια τους όπως σήμερα. Δεν μπορούσα επομένως να γράφω ότι ο Σέρλοκ βούρτσιζε τα δόντια του πριν πάει στο σχολείο. Όλο και κάποιος θα το πρόσεχε και θα μου έλεγε πως δεν υπήρχαν τότε οδοντόβουρτσες. Χρησιμοποιούσαν μια σκόνη με βάση την τριμμένη κιμωλία ή το σαπούνι, την οποία διέλυαν σε νερό. Σε τέτοιες περιπτώσεις, η έρευνα είναι ύψιστης σημασίας. Έκανα βέβαια μερικούς συμβιβασμούς – στο θέμα της γλώσσας, για παράδειγμα. Δεν ξέρω αν μπορεί να εξηγηθεί αυτό στα Ελληνικά, αλλά ο σύγχρονος προφορικός λόγος στα Αγγλικά περιέχει πολλές εκθλίψεις, αφαιρέσεις και αποκοπές, που αποδίδονται γραπτά με την απόστροφο. Το ιδανικό θα ήταν να διατηρήσω αυτούσιο το ύφος της βικτωριανής εποχής, όπου κάτι τέτοιο δεν συνηθιζόταν. Όμως ένα κείμενο γραμμένο έτσι θα ήταν αδύνατον να διαβαστεί από ένα σημερινό παιδί. Οπότε, κατέφυγα αναγκαστικά στον σύγχρονο τρόπο γραφής.

Το ότι έχετε εντρυφήσει σε σύμπαντα τόσο διαφορετικά μεταξύ τους αλλά και τόσο συγγενικά, σας επηρεάζει όταν γράφετε τα αμιγώς δικά σας μυθιστορήματα;

Όχι, καθόλου. Πριν αφοσιωθώ ολοκληρωτικά στη συγγραφή, ήμουν αρθρογράφος σε εφημερίδα – είχα, δηλαδή, μια «κανονική» δουλειά. Επίσης έχω σπουδάσει φυσική, πράγμα που με βοηθά να σκέφτομαι πρακτικά και λογικά. Με τα βιβλία που γράφω συμβαίνει κάτι αντίστοιχο με τα ημισφαίρια του εγκεφάλου, από τα οποία το αριστερό ελέγχει τη λογική σκέψη και το δεξί τη δημιουργικότητα. Στη σειρά με τον Σέρλοκ, λόγου χάρη, υποχρεώνομαι να λαμβάνω υπόψη μου ένα πλήθος περιορισμών, εξαιτίας του ότι αναφέρομαι σε παλιότερη εποχή. Με τον «Doctor Who», πάλι, συμβαίνει μάλλον το αντίθετο, αφού έχω σχεδόν απεριόριστη ελευθερία. Το ίδιο και με τα καθαρά δικά μου βιβλία. Είναι σαν να έχεις ένα κουτί με εργαλεία: κάθε φορά βγάζεις μονάχα όσα χρειάζεσαι και τα υπόλοιπα τα αφήνεις στην άκρη ώσπου να σου ξαναχρειαστούν. Και το ότι πρόκειται για σύμπαντα που διαφέρουν διαμετρικά μεταξύ τους, ας είναι και «δανεικά», μου δίνει την ευκαιρία να ανανεώνω διαρκώς τον τρόπο σκέψης μου, καθώς πρέπει να εφευρίσκω συνεχώς καινούργια πράγματα. Αν επικεντρωνόμουν αποκλειστικά σε ένα θέμα ή ένα είδος, θα «βάλτωνα»...

 

Νυχτερινή εισβολή
Οι περιπέτειες του νεαρού Σέρλοκ Χολμς
Άντριου Λέιν
Μετάφραση: Ανδρέας Μιχαηλίδης
Μεταίχμιο
360 σελ.
ISBN: 978-618-03-0476-3
Τιμή: €13,30
001 patakis eshop

Η Μάριον Χωρεάνθη είναι συγγραφέας, κριτικός, εικαστικός, μουσικός και προγραμματίστρια Η/Υ.
Άλλα κείμενα:

 

Τα σχόλια σας

Κάντε το σχόλιο σας, με σύνδεση από το facebook ή συμπληρώστε τα στοιχεία σας, στην παρακάτω φόρμα.

 


Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ > ΞΕΝΟΙ
Michael F. Patton: συνέντευξη στον Ελπιδοφόρο Ιντζέμπελη

Ο Μάικλ Φ. Πάτον είναι καθηγητής φιλοσοφίας και συντονιστής του προγράμματος φιλοσοφικών και θρησκευτικών σπουδών στο Πανεπιστήμιο του Μοντεβάγιο. Ζει στο Μοντεβάγιο της Αλαμπάμα με τη σύζυγό του...

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΕΙΣ

ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΙ

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Το μήνυμά σας

Διεύθυνση

Πτολεμαίων 4
(Πλατεία Προσκόπων)
11635 Αθήνα,
Τηλ.-fax: 210.7212307
info@diastixo.gr
ISSN: 2585-2485

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

Εγγραφείτε τώρα στο newsletter μας και μάθετε πρώτοι τα τελευταία νέα για το βιβλίο και για τις τέχνες.

 

Το email σας: