Δύο ποιήματα του Λουάν Τζούλις

Δύο ποιήματα του Λουάν Τζούλις

ΑΛΗΘΙΝΕΣ ΑΜΑΡΤΙΕΣ

Στο πορτοφόλι μου,
πάντα θα βρεις ένα χρησιμοποιημένο νόμισμα,
ένα ληγμένο εισιτήριο από το τελευταίο ταξίδι,
τη φωτογραφία με τα κορίτσια μια χριστουγεννιάτικη μέρα
και τον μικρό εγγονό μόλις γεννημένο, μέσα μας…
Τους κρατώ σαν διαβατήριο.
Αν μια στιγμή αύριο
χαθώ στον γκρίζο αέρα της πόλης,
δεν πιστεύω πως θα με ψάχνουν πρώτα
οι ήρωες που σας ανέφερα.
Οι περαστικοί θα ρωτούν στα κοντινά ψυχιατρεία,
και στο πορτοφόλι μου,
το χαρτονόμισμα με ξεχασμένη αξία, θα εξαϋλωθεί.
Μόνο η αθωότητά μου κάτω από το δέρμα,
η επιθυμία να μην πεθάνω στο δρόμο,
οι αγάπες που δώρισα χωρίς χρόνο,
δεν θα σιωπούν.

Ίσως, κι ένα μυστικό ραντεβού
με τη μητέρα μου πεθαμένη.
Ο αληθινός μάρτυρας μέσα μου,
θα μετρήσει τις αμαρτίες…



Ο ΚΑΙΝΟΥΡΙΟΣ ΓΑΜΠΡΟΣ

Για φίλο,
η κόρη μου διάλεξε
αυτό το έγχρωμο αγόρι.
Αγαπητός σαν ουράνιο τόξο,
εργατικός,
χρόνο που δεν κουράζει τις ώρες.
Παρόλο που για μένα
το σκούρο χρώμα δεν είναι αγαπημένο,
δεν στεναχωρήθηκα απ’ τα στραβά χαμόγελα των γειτόνων.
Ούτε απ’ τους άσπρους συγγενείς μου,
που το μαύρο το κρύβουν κάτω από τη σάρκα.
Ο γαμπρός
έχει τη δροσιά της καλοκαιρινής σκιάς,
και το λαμπερό του χρώμα
βάφει τα δειλινά βράδια του Αυγούστου.
Στα μάτια,
εύκολα διαβάζεις το λευκό του αύριο
και στο βλέμμα,
γραμμένη έχει την πράσινη ελπίδα.
Για φίλο η κόρη μου
διάλεξε αυτό το χρωματιστό αγόρι.
Εγώ,
συμπλήρωσα τα χρώματα που έλειπαν.

[2015]

Ο Λουάν Τζούλις γεννήθηκε το 1955 στο Ντεβόλ της Κορυτσάς. Σπούδασε Βιομηχανική Χημεία και απ’ το 1995 ζει στην Ελλάδα ως οικονομικός μετανάστης με την οικογένειά του. Στα ελληνικά, έχουν εκδοθεί τα βιβλία του: Άγιος προδότης (Τόπος 2014), Πού να ζητήσω συγγνώμη (Ελληνικά Γράμματα 2009), Το κυπαρίσσι που τα έβαλε με τον ουρανό (παραμύθι, Ελληνικά Γράμματα 2008), Η βιογραφία των ματιών (Ελληνικά Γράμματα, 2006), Μυρίζω μήλο (Καστανιώτης 2003). Ποιήματά του έχουν δημοσιευτεί σε πολλά λογοτεχνικά ελληνικά περιοδικά. Είναι παντρεμένος και έχει δύο κόρες.

 

«Οι πειρασμοί του Μεγάλου Αντωνίου» του Στάθη Κομνηνού

«Οι πειρασμοί του Μεγάλου Αντωνίου» του Στάθη Κομνηνού

(Άτιτλα, αριθμημένα κι αυτοτελή αποσπάσματα από τα άσματα του έργου)

1
Άπατρις η φωνή και πώς ν’ αναγνωρίσεις;
Άπατρις η φωνή και πώς να προσδιορίσεις;
Άπατρις κι ο εντοπισμός χαμένος σε λαβύρινθο.

Άπατρις. Σ’ ένα πόθεν εναγώνιο ορκισμένη…

2
Και μια φωνή σε βγάζει εκτός

Λες κι ο Έρωτας τοξεύοντας ελιάς ρίζες να βγάλει
Από τις πόλεις έξω τον τροχό σου παρασέρνει
Για να σε πλάσει αυτοκίνητο των περιθωρίων
Των άκρων
       Κόκκινος κήπος
Των σιωπών
       Αρμοσμένο σπέρμα
Του αφουγκρασμού
       Πελεκάνο σαρκοβόρο

Ναι, η φωνή σε βγάζει εκτός
Κι ενίοτε πολύ…

3
«Ναι, η φωνή σε βγάζει εκτός»,
Μονολογεί ο ερημίτης.
«Άχρηστο τώρα να στραφείς, αδύνατον.
Σε προδικάζουν οι αρχές αν τους δοθείς, αν τις πιστέψεις
κι είναι δεμένοι οι δρόμοι μες στην αρχή του νήματος
κι εκεί ζωγραφισμένο στέκει το τέλος που θα σ’ εύρει.
Η έρημος σε πλάθει δέντρο.
Τα δέντρα δεν οπισθοβατούν.
Τα δέντρα δεν υποχωρούν.
Η έρημος σε πλάθει δέντρο.
Δέντρο γίνε γεμάτο μόνο μάτια.
Ανάγκη πια, το ξέρεις…,
Τα χρώματ’ όλα να χαθούν για να στηθεί παλέτα.
Και το γνωρίζεις πια καλά:
κρεμάστρες και πατήματα η λευτεριά δεν δίνει
όντας κρεμάστρα μόνη της και πάτημα που τρέμει.

Ναι, η φωνή σε βγάζει εκτός…
Δέντρο γίνε, λοιπόν, γεμάτο μόνο μάτια.
Γεμάτο μάτια δέντρο.
Γίνε.
Γίνε το εκτός που προσδοκάς.

4
Ποιο κατσαβίδι βίδωσε τις μέρες μου;
Ποιο κατσαβίδι μάς βιδώνει στο ξύλο της λαχτάρας μας;
Κι η βίδα είναι ο καημός;

Βιδωμένες στη ματαιότητα οι μέρες μου.
Καρφωμένες.
Βιδωμένες.
Βιδωμένες στη ματαιότητα οι μέρες μου.
Βιδωμένες στη ματαιότητα οι μέρες μου.
Στη ματαιότητα!
Οι μέρες μου!

       Εξέλιπον
Καρφωμένες. 
Πού ’ναι το άλμα στο κενό;
Πότε;
Γιατί χρονίζει η αρπαγή;

       Είμαι μια διαστροφή;
       Είμαι η διαστροφή;
       Είμαι παραχαράκτης;

                       Βοήθεια!

5
Στα σύνορα το φως πιο δυνατό.
Εκεί στα σύνορα που ρίζωσα,
Στα όρια που με διάλεξαν, το φως πιο δυνατό!

6
Θέλει χεροβολιές-χεροβολιές τον ερχομό
για να ξεγκαστρωθεί η όραση
Δεμάτια πορείας πολλά να βρει σημείο να κάτσει, ν’ απλωθεί
Αμέτρητα μίλια, χρόνους κυρτούς, για να φανεί το φως της
Εποχές μύριες σε παράταξη ν’ αγγίξει μ’ ένα ξάνοιγμα
τον [ξ]απλωμένο των αντικειμένων ουρανό
να τον φωτο-γραφήσει
να στήσει, όπως οι πέτρες στέκονται,
μια ρίζα θεμέλιο που να φέγγει. 
       Ω ναι, στα σύνορα το φως πιο δυνατό.
       Στα όρια που με διάλεξαν, το φως πιο δυνατό!

 

Ο Στάθης Κομνηνός σπούδασε κλασική φιλολογία, αρμονία και αντίστιξη (υπό τον καθηγητή Σπύρο Γαρδικιώτη) και ελληνική μουσική στη σχολή του Σίμωνος Καρά «Σύλλογος προς Διάδοσιν της Εθνικής Μουσικής». Έχει παράλληλη συμμετοχή σε μουσικολογικές έρευνες και μουσικές εμφανίσεις. Αρθρογραφεί στον έντυπο και ηλεκτρονικό Τύπο. Κάνει βιβλιοπαρουσιάσεις και βιβλιοκριτικές. Έχει συμμετοχή σε επιστημονικά συνέδρια και πραγματοποιεί ομιλίες σχετικά με την ποίηση, τη φιλοσοφία και τη μεσανατολική πολιτισμική παράδοση. Μεταφράζει από 12 γλώσσες. Μεταφράσεις του υπάρχουν σε πολλούς εκδοτικούς οίκους. Γράφει ποίηση, θέατρο, δοκίμιο, φιλοσοφία.

 

«Στον θάνατο του Ashraf Fayadh» της Ελένης Λιντζαροπούλου

«Στον θάνατο του Ashraf Fayadh» της Ελένης Λιντζαροπούλου

Καλά του κάνετε
Η ποινή του άξια λόγου είναι
Καλά του κάνετε του ποιητή
Να τον σκοτώσετε
Έτσι μονάχα θα πυροδοτήσετε
Τα γεγονότα
Κι έτσι μονάχα
Θα τον καταδικάσετε
Στην αιωνιότητα

Ξέρετε πόσοι θα λαχταρούσαν την τύχη του;

Όμως δεν καταδικάζονται
Γιατί δεν είναι όλοι ποιητές,
Κι ας γράφουν ποίηση.

 

Δύο ποιήματα της Σαντάλ Μαγιάρ

Δύο ποιήματα της Σαντάλ Μαγιάρ

μετάφραση: Νίνα Αγγελίδου

 

ΝΑ ΓΡΑΦΕΙΣ (αποσπάσματα)

να γράφεις

για να θεραπεύεις
στην ανοιχτή σάρκα
στον πόνο όλων
σ’ εκείνον το θάνατο που αναδύεται
από εμένα και που ανήκει σε όλους

να γράφεις

για να διώχνεις το άγχος που περιγράφει
τους κύκλους του κόνδορα
πάνω από το θύμα

όμως όχι στην ψυχή

στην ψυχή
η εκτίμηση του χρόνου που εκπνέει
και βρίσκεται επάνω
κάτι περισσότερο από τη σιωπή
με μισάνοιχτα μάτια

να γράφεις

σαν υπαινιγμός, σαν επανάσταση
χωρίς επιλογή
χωρίς παύση
γιατί το φως διαλύεται, οι δυνάμεις
εξαντλούνται
και ο άνθρωπος φεύγει πετώντας
στα νύχια ενός πτηνού
αρπαχτικού

[...]

να γράφεις για να θεραπεύεις
να γράφεις για να προστατεύεσαι
να γράφεις σαν να κλείνεις τα μάτια
για να μην τα κλείνεις
για να κινείς το χέρι και να παρακολουθείς την κίνησή του
για να αισθάνεσαι ζωντανή
ΑΚΟΜΑ
για να καθυστερείς το άγχος
σαν προσομοίωση
για να κατευθύνεις τον νου χωρίς να ξεπερνά τα όρια
για να ελέγχεις το ελεγχόμενο

να γράφεις

σαν κάποιον που αφήνει αναμμένο το φως
και κοιμάται όρθιος στηριζόμενος στον εαυτό του
για να ξοφλήσει τους λογαριασμούς με τον φόβο

να γράφεις
για να οργανώσεις ξανά

να γράφεις
χωρίς να κάνεις υποχωρήσεις

να γράφεις
σαν κάποιον που απ-ελπίζεται
για να καυτηριάσει
για να μετρήσει τον φόβο
για να ξορκίσει
για να δαγκάσει πάλι το δόλωμα της ζωής
για να μην ενδίδει

να γράφεις
για να βρίσκεις το στόχο

να γράφεις
με λέξεις κοφτές
λέξεις καθημερινές
λέξεις πολύ αληθινές
λέξεις μάτι
λέξεις ζώα
λέξεις στόμα του γάτου
στυφές κι από μέσα κι απ’ έξω
απαλές όπως το «ίσως»
λέξεις μαστίγιο
όπως το «υπερβολικά» και όπως το «αργά»

να γράφεις

για να μην ψεύδεσαι
για να πάψεις να ψεύδεσαι
με λέξεις αφηρημένες
για να μπορείς να λες μονάχα αυτό που αξίζει

να λες πως απόψε
στις έντεκα το βράδυ
ενώ το φως θα ζεσταίνει
την αριστερή πλευρά του προσκέφαλού μου
και το πράσινο σεντόνι θα ξεδιπλώνεται
στον καθρέφτη της ντουλάπας
εγώ θα είμαι
στο μέρος που συνήθως
βρίσκομαι
σ’ αυτό εδώ το μέρος καμωμένο από παράξενη
διάρκεια στο ίδιο
επαναλαμβάνοντας
την πονεμένη σάρκα
τα τραυματισμένα οστά
τα νεύρα, το τεντωμένο,
μωλωπισμένο δέρμα,
τα γκριζωπά μαλλιά
τη μοναχική, ματαιωμένη κραυγή,
κι απόψε στις έντεκα
το βράδυ απόψε
ενώ το φως ζεσταίνει
την αριστερά πλευρά του προσκέφαλού μου

πεθαίνει ένα βρέφος
ή δύο ή δεν ξέρω πόσα
πεθαίνουν και μια ηλικιωμένη ξεστομίζει
τις τελευταίες της λέξεις
ή δεν τις ξεστομίζει και πεθαίνει
και είναι κάποια άλλη που μιλάει
αλλά δεν μιλάει, λέει
σχεδόν λέει και πεθαίνει
χωρίς να πει
σχεδόν
τίποτε
και κάτι με πνίγει στο λαιμό
ίσως μια φωνή
δυνατή σαν οι έντεκα ώρες αυτής της νύχτας
ή ίσως η συνείδηση
που κοιμάται σαν φλόγα
αναμμένη η συνείδηση
όλων εκείνων που πεθαίνουν
σαν μια φωτιά
μια φοβερή πυρκαγιά
που μεταδίδεται στα παράθυρα
της πόλης και δεν σβήνει στη θάλασσα
μια συνείδηση παράλογη
ένας ορίζοντας πυρσός
η συνείδηση όλων εκείνων που ξέρουν
πως τελειώνουν
στα οστά τους από πυρσό
σήμερα, αύριο, πάντα

να γράφεις
όλοι οι θάνατοι είναι ο θάνατός μου
η κραυγή μου είναι η κραυγή όλων
και δεν υπάρχει συναίνεση
να γράφεις
για να συμφωνείς;
να γράφεις για να επαναστατείς!
δεν υπάρχει χώρος για προσευχές
δεν υπάρχει χώρος για γαλήνη
η καθαρότητα των ψυχών
γίνεται με επανάσταση

Είμαστε μόνες
κι ανήκουμε η μια στην άλλη.
Σ’ εμάς υπάρχει η δύναμη
είμαστε ένας λαός από ψυχές
σε επανάσταση
Ξύπνα!
Αυτά που γράφω εδώ
χαράζονται στον αέρα
ο πόνος είναι η οδός
ο πόνος είναι το μέσον
για τον πόνο η δύναμη
που μάχεται τον πόνο
και τον μετατρέπει
για τον πόνο διαλύω
τον πόνο μου για κάποιον άλλον
και τον άλλον σε δικό μου

να γράφεις
για να απ-ελπίζεις
για όλους εκείνους που υπάρχουν
για όλους εκείνους που υπήρξαν
τους αγνοούμενους
να γράφεις για να προσέχεις
τις εξ-αφανίσεις
για να τις συντηρείς
για να μη θολώσουν
όχι τόσο γρήγορα
όχι τόσο πάντα
γρήγορα

να γράφεις

 

ΚΑΙ ΟΜΩΣ

Και όμως,
και όμως,
και όμως... Δεν
μ’ εμπιστεύομαι. Τίποτε δεν έχει
διάρκεια. Ακόμα λιγότερο
η λέξη. Ούτε
κι αυτή,
ούτε κι αυτή,
ούτε κι αυτή. Δεν μ’ εμπιστεύομαι,
μην εμπιστεύεσαι εκείνον
που λέει, αυτόν
που μιλάει, αυτό
που λέγεται, αυτό που λες,
αυτό που λέω εγώ,
μη μ’ εμπιστεύεσαι,
δεν σ’ εμπιστεύομαι.
Η καθαρότητα είναι μια σπίθα, ένα
σχήμα συνείδησης
στα πολλαπλά σχήματα
της συνείδησης ή που διαμορφώνουν
συνειδήσεις, τα σχήματα
που μακραίνουν, επεκτείνονται,
συνεχίζονται και έτσι
ονομάζεται συνείδηση
εκείνη η συνέχεια.
Δεν μ’ εμπιστεύομαι, μην
εμπιστεύεσαι τα σχήματα
μακραίνουν,
μειώνονται,
εισβάλλουν,
χάνονται,
η καθαρότητα είναι μια στιγμή
μεταξύ των σχημάτων
παράθυρα στη μονάδα που
παραμένει κάτω
απ’ το φως του φακού που γίνεται σχήμα
και αισθάνεται κι αυτό
τους ίδιους σπασμούς.
Και όμως,
και όμως,
και όμως... αυτό
που διαισθάνομαι τώρα
θα χαθεί αύριο,
μετά,
τώρα,
μόλις γίνεται σκέψη,
συνείδηση: σχήμα. Αρπάζουμε
την αίσθηση που εισχωρεί στα σωθικά,
πολύ κάτω,
πολύ μέσα,
ομοιογενής, την αρπάζουμε
και τη μετατρέπουμε σε αυτό: σε «αίσθηση»,
της δίνουμε ένα όνομα,
την περιγράφουμε.. τη
χάνουμε. Ήδη
δεν είναι εκείνη, ήδη δεν είναι αυτό, δεν είναι πια αυτό.
Ακόμα είναι εκεί αλλά
δεν είναι αυτό που λέω,
είναι σχεδόν αυτό,
δεν είναι αυτό που ακούς,
δεν είναι αυτό, μη
μας εμπιστεύεσαι,
μη μ’ εμπιστεύεσαι,
δεν σ’ εμπιστεύομαι.

Ξανάρχεται το δειλινό,
το φως ελαττώνεται.
Τα χρώματα του φθινοπώρου έρχονται από τη δύση,
όπως έλεγε ο Κινέζος ποιητής.
Ο κόσμος είναι εντός μου.
Δεν θ’ απομακρυνθώ.
Αποδέχομαι όλα τα χρώματα, το
καλοκαίρι μέσα στο δικό μου φθινόπωρο,
γιατί ξέρω πως δεν
υπάρχει τέλος, πως δεν θα υπάρξει τέλος.
Όλα αρχίζουν και τελειώνουν σε μένα.
Εγώ είμαι ο ατέρμονας στόχος
επάνω από εμένα.
υπερίπταμαι.

 

Η Chantal Maillard, Ισπανίδα ποιήτρια και φιλόσοφος βελγικής καταγωγής (γεννήθηκε στις Βρυξέλλες το 1951), είναι δρ. Φιλοσοφίας και καθηγήτρια Αισθητικής και Θεωρίας Τεχνών. Έζησε στην πόλη Μπενάρες (Ινδία), στο πανεπιστήμιο της οποίας ειδικεύτηκε στην Ινδική Φιλοσοφία και Θρησκεία. Μέχρι το 2000 παρέδιδε μαθήματα στο Τμήμα Φιλοσοφίας του πανεπιστημίου της Μάλαγα, όπου προώθησε τις σπουδές Συγκριτικής Μελέτης, Φιλοσοφίας και Αισθητικής. Από το 1998 συνεργάζεται με τις γνωστότερες ισπανικές εφημερίδες στην κριτική φιλοσοφίας, αισθητικής και ανατολίτικης σκέψης. Είναι συγγραφέας πολλών δοκιμίων, ποιητικών τετραδίων και συλλογών. Μετέφρασε και εξέδωσε τον Henri Michaux και συνεργάστηκε με εκδοτικούς οίκους για τη διάδοση της ινδικής σκέψης. Τιμήθηκε, το 2004, με το Εθνικό Βραβείο Ποίησης της Ισπανίας για το έργο της Να δολοφονηθεί ο Πλάτωνας, ενώ για το έργο της Νήματα της απένειμαν το Βραβείο Κριτικής στην Ανδαλουσία και το Βραβείο Κριτικής καστελιάνικης ποίησης (2007).

 

«Κέρματα της καταγωγής» του Νίκου Κατσαλίδα

«Κέρματα της καταγωγής» του Νίκου Κατσαλίδα

Σταυροπόδι στα ρηγάτα της αντάρας ο συλλέκτης χάροντας μετράει τους συσσωρευμένους οβολούς του. Κι οι γεμάτες χούφτες μας με κέρματα Απειρωτάν από τους βαθυκόκκινους αμμόλοφους, σφραγίδες αναγλυφικές αθανασίας από τρυπημένες τσέπες των ξωμάχων. Αφού, να περάσεις τον Αχέροντα, ο πεισματάρης χάροντας ζητούσε οβολό, με δεδομένη την εξέχουσα του βασιλιά μας Πύρρου περικεφαλαία και ν’ ακούσει τη ντοπιολαλιά και να πειστεί από το ήρθαμαν και είδαμαν και φύγαμαν, της τονισμένης μας προπαραλήγουσας, πως ήμασταν συμπατριώτες. Και οι οικοδέσποινες ιέρειες γιαγιάδες γδέρνανε τα μάγουλά τους. «Φίδι που μας έφαγε, μαύρα μας αγγελούδια. Να τα πάτε αμέσως εκεί που τα βρήκατε στις ακροποταμιές τ’ αρχαία λύτρα. Κι ουκ εστίν συναλλαγές, όπως μας συμβουλεύουν οι προπάτορες, με οβολούς του χάρου. Και τι ωφελεί αν είμαστε από τα βόρεια βράχια Ηπειρώτες, συντοπίτες με τα ίδια δωρικά αλύγιστα κεφάλια; Κάνει το θεριό υποχωρήσεις για τα δρώμενα του Άδη; Από το σινάφι ξεκινάει και καταβροχθίζει ο άσπλαχνος βαρκάρης». Κι έσκυβα, συλλέγοντας πεσμένους οβολούς από του χάροντα τις φουσκωμένες τσέπες, σε μια άδεια χειροβομβίδα, λάφυρο από τα άγρια φονικά της οικουμένης.

Ο Νίκος Κατσαλίδας είναι ποιητής, πεζογράφος, μεταφραστής, δοκιμιογράφος. Το απόσπασμα είναι από την υπό έκδοση συλλογή Δαφνοπόταμο (Εκδόσεις Τυπωθήτω).

 

«Παρίσι, 13/11/2015» της Ελένης Λιντζαροπούλου

«Παρίσι, 13/11/2015» της Ελένης Λιντζαροπούλου

Γεμίζει η καρδιά μου δάκρυα
Πνίγουν τις λέξεις
Σαν σήμερα γέννησα το γιο μου
Πριν τριάντα ένα χρόνια
Κι ήθελα κάθε χρόνο να του γράφω ένα τραγούδι
Όμως δεν το έκανα
Τότε που ήμασταν ακόμη αθώοι
Δεν το έκανα
Τώρα γράφω
Όχι, το τραγούδι μου αυτό
δεν απευθύνεται σ’ εσάς, σε κανέναν από σας
Μη με διαβάσετε όσοι μισείτε
Κι όσοι έχετε μισηθεί, αγνοήστε με
Τα λόγια μου είναι για σας που
Θάψατε ό,τι πολυτιμότερο έχετε
Αύριο, Σήμερα, Χθες
Υπάρχουν ορίζοντες που πρέπει να ξεπεράσεις
για να δεις μπροστά σου
Γιγάντιες μελανές οπές
Υπάρχουν γεγονότα που πρέπει να σε ξεπεράσουν
για να δεις πίσω σου
Γιγάντιες μελανές οπές
Δεν ξέρουμε ακόμη πόσοι είναι οι νεκροί
Μάθαμε όμως πόσοι είμαστε οι μελλοθάνατοι.

[14/11/2015]

 

Τέσσερα ποιήματα της Σαντάλ Μαγιάρ

Τέσσερα ποιήματα της Σαντάλ Μαγιάρ

μετάφραση: Νίνα Αγγελίδου

 

ΕΝΑ

Ένα.
Γιατί υπάρχουν περισσότερα.
Περισσότερα βρίσκονται έξω.
Έξω απ’ το δωμάτιο.
Έξω απ’ τα υπόλοιπα δωμάτια.
Έξω απ’ το σπίτι.
Το σπίτι είναι υπερβολικά μεγάλο.
Επεκτείνονται όταν κοιμάμαι.
Γιατί επίσης υπάρχουν πολλά άλλα.
Πρόσφατα υπέστησαν καταστροφές.
Υγρά. Ολοσκότεινα.
Εξαρτάται απ’ τις ημέρες.
Εξαρτάται απ’ τα σύννεφα.
Ακόμα κι απ’ τις εικόνες.
Κυρίως όμως εξαρτάται από τα νήματα.

Το να φεύγεις είναι σαν να βηματίζεις έξω.
Έξω απ’ το δωμάτιο.
Από τη σκέψη, όχι:
δεν υπάρχει. Υπάρχει το νήμα.
Το να φεύγεις είναι να βηματίζεις
έξω απ’ το δωμάτιο με το νήμα.
Το ίδιο το νήμα.

Καμιά φορά κόβεται
το νήμα. Γιατί είναι εύθραυστο
ή γιατί το άλλο δωμάτιο
είναι σκοτεινό. Άθελα,
το τραβάμε και κόβεται.
Τότε μένει η σιωπή.

Όμως δεν υπάρχει η σιωπή.

Όχι όταν εκφράζεται
δεν υπάρχει. Υπάρχει το νήμα,
άλλο νήμα.
Η λέξη σιωπή μέσα.
Μέσα σου – μέσα σου.

 

ΧΩΡΙΣ

Να πλησιάσεις τον άλλο. Χωρίς
τον άλλο. Χωρίς να πλησιάσεις.
Να μη σφίγγεις τα δόντια.
Να ελευθερώσεις το θύμα. Χωρίς.

 

ΕΔΩ

Πες μου τι πρέπει να κάνω. Οι λέξεις
συνωστίζονται. Πες μου κάτι, λες, λέει
εκείνος. Εγώ, νομίζω
πως διαρκώς μιλάω. Όμως,
όταν το προσπαθώ –πες μου, λέει–, ακούω
κάτι σαν βογκητό, μονάχα ένα βογκητό
που καταλήγει σε λυγμό.

Πες μου τι πρέπει να κάνω. Πάρε με
εκεί που θα μου πουν τι πρέπει
να κάνω. Τα μάτια του. Τα
μάτια σου, τα δικά σου; ναι,
ζεστό βλέμμα-λίμνη, βλέμμα-εδώ.
Εδώ, σαν τα παιδιά
σαν τους ηλίθιους. Γι’ αυτό τα μάτια σου,
για να μείνω. Για να περιμένω
εδώ. Να περιμένω τι; Δεν έχει σημασία.
Για να περιμένω.

Ούτε μέσα ούτε στην επιφάνεια.
Εδώ, που τα παιδιά
και οι πτωχοί τω πνεύματι. Ένα εδώ
που παρατείνεται στα μάτια σου, στα μάτια του,
για να μπορώ να μείνω.
Πες μου τι πρέπει να κάνω.
Γράφω
ίσως γιατί δεν μιλώ. Όχι

μη μ’ αφήνεις.

 

[ΑΤΙΤΛΟ]

Να ’σαι πουλί.
Και κατ’ εκτίμηση.
Να βαδίζεις γυμνός. Οι πληγές
καυτηριασμένες απ’ τον αέρα.
Κρυμμένες ανάμεσα στις φτερούγες.
Κορμί δίχως βάρος, κίνηση.
Να πετάς. Να ’σαι

πουλί. Να θέτεις όρια μόνο
στην απρόβλεπτη παγωνιά ή στη σφαίρα ή

στην επιθυμία της σάρκας
για άλλη σάρκα ξένη...

Προαναγγέλλοντας την επείγουσα ανάγκη
για αποδημίες. Ποια.

Φτεροκόπημα.
Μια βοή
του ορίζοντα στον παλμό
που χτυπά.

 

Η Chantal Maillard, Ισπανίδα ποιήτρια και φιλόσοφος βελγικής καταγωγής (γεννήθηκε στις Βρυξέλλες το 1951), είναι δρ. Φιλοσοφίας και καθηγήτρια Αισθητικής και Θεωρίας Τεχνών. Έζησε στην πόλη Μπενάρες (Ινδία), στο πανεπιστήμιο της οποίας ειδικεύτηκε στην Ινδική Φιλοσοφία και Θρησκεία. Μέχρι το 2000 παρέδιδε μαθήματα στο Τμήμα Φιλοσοφίας του πανεπιστημίου της Μάλαγα, όπου προώθησε τις σπουδές Συγκριτικής Μελέτης, Φιλοσοφίας και Αισθητικής. Από το 1998 συνεργάζεται με τις γνωστότερες ισπανικές εφημερίδες στην κριτική φιλοσοφίας, αισθητικής και ανατολίτικης σκέψης. Είναι συγγραφέας πολλών δοκιμίων, ποιητικών τετραδίων και συλλογών. Μετέφρασε και εξέδωσε τον Henri Michaux και συνεργάστηκε με εκδοτικούς οίκους για τη διάδοση της ινδικής σκέψης. Τιμήθηκε, το 2004, με το Εθνικό Βραβείο Ποίησης της Ισπανίας για το έργο της Να δολοφονηθεί ο Πλάτωνας, ενώ για το έργο της Νήματα της απένειμαν το Βραβείο Κριτικής στην Ανδαλουσία και το Βραβείο Κριτικής καστελιάνικης ποίησης (2007).

 

Τρία ποιήματα της Τζούτζης Μαντζουράνη

Τρία ποιήματα της Τζούτζης Μαντζουράνη

ΠΑΡΑΛΗΠΤΗΣ ΧΩΡΙΣ ΑΠΟΣΤΟΛΕΑ

Μέρες απόγνωσης
νύχτες μοναξιάς
βδομάδες, μήνες, χρόνια
προσμονής...
Ένα σου χαμόγελο,
ένα χάδι
που ποτέ δεν έφτασε.
Κάτοικος άγνωστης πόλης
χωρίς διεύθυνση
χωρίς όνομα στο κουδούνι.
Αυτή ήταν πάντα η ζωή μου...

Ουρανός βαρύς και μουντός.
Μέρα βροχερή και υγρή
ενός χειμώνα που μπαίνει
και καταλαμβάνει κάθε κομμάτι
της ψυχής και του κορμιού.
Το ρίγος που σε διαπερνά
δύσκολα μπορείς να πεις
αν είναι από το κρύο
ή από τον φόβο.
Οι ώρες περνούν
χωρίς να μπορείς να διακρίνεις
την αλλαγή στο φως της μέρας.
Σαν να σταμάτησε ο χρόνος
και η ζωή.
Και συ, συνεχίζεις
σ’ ένα δρόμο που
δεν σε βγάζει πουθενά.

 

ΑΤΙΤΛΟ

Μιλούν οι σιωπές μας στα άδεια δωμάτια.
Μας βαραίνουν οι παρουσίες.
Απόντες εμείς, θεατές, λες,
βλέπουμε να φεύγουν ένας ένας
οι δικοί μας άνθρωποι
και μένουμε ολοένα και
πιο μόνοι.
Μας τσακίζει η ζωή σιγά σιγά
σαν θλίψη απογεύματος
μιας Κυριακής
που η Δευτέρα της
δεν θα ξημερώσει...

 

ΠΑΝΤΑ ΑΠΟ ΑΠΟΣΤΑΣΗ

Ματωμένα τα χνάρια σου στο χιόνι...
Για να μπορώ να σε ακολουθώ,
μόνο, ποτέ να μη σ’ αφήσω
κι ας κρατάω πάντα
την απόσταση ασφαλείας.
Πάντα πίσω σου βρίσκομαι,
φυλάω τα νώτα σου
και είμαι εκεί, σαν πέσεις
να τρέξω.
Έτσι είναι η αγάπη, μάτια μου.
Να περπατάς πάντα μονάχος
στον δρόμο που διαλέγεις
και να σε συντροφεύει
η παρουσία του άλλου
από απόσταση...

[Από την υπό έκδοση ποιητική συλλογή Τα αδέσποτα ποιήματα της πόλης, Εκδόσεις Φίλντισι.]

 

Η Τζούτζη Μαντζουράνη γεννήθηκε το 1959 και ζει στην Αθήνα. Σπούδασε Γαλλική Λογοτεχνία και Κριτική Γαλλικού Κινηματογράφου. Κυκλοφορούν τα βιβλία της: Μ’ ακούς; – Γράμματα σε έναν φανταστικό εραστή (έχει μεταφραστεί στα αγγλικά), Τα 24 γράμματα του αλφαβήτου (έχει μεταφραστεί στα ισπανικά), Καφές και τσιγάρα (έχει μεταφραστεί στα ισπανικά).  

 

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΕΙΣ

ΕΙΔΗΣΕΙΣ

ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΙ

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Το μήνυμά σας

Διεύθυνση

Πτολεμαίων 4
(Πλατεία Προσκόπων)
11635 Αθήνα,
Τηλ.-fax: 210.7212307
info@diastixo.gr
ISSN: 2585-2485

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER