Τρία ποιήματα του Θεοδόση Βολκώφ

Τρία ποιήματα του Θεοδόση Βολκώφ

Δώσε μου χρόνο

Ω δώσε, Κύριε, να φτάσω στα ογδόντα
με το κορμί και το μυαλό μου ακέριο,
κι εγώ ναό θα Σου πυργώσω στέριο
που θα δοξάζει και θα υμνεί πάντα τα όντα.

Αν όχι, ευδόκησε να φτάσω στα εξήντα,
κι ορκίζομαι πως θα ’χω ως τότε χτίσει
κάστρο τρανό μες στην τρανή σου φύση
και με το αίμα μου βαμμένο αντί για τίντα.

Κι αν όχι, κάνε με να φτάσω στα σαράντα,
κι ας αρκεστείς σε τούτον τον πυργίσκο
που έχω μέχρι τώρα κατορθώσει.

Στον μισοτελειωμένο αυτόν ναΐσκο  
εκείνος που γνωρίζει θ’ αναγνώσει
την πυρωμένη τη σφραγίδα Σου – για πάντα.

 

 

Σαρδανάπαλος

Εγώ που τρόμαζα την πάσα γη
και που διαφέντευα μυριάδες τόπους,
ο κοσμοξάκουστος μες στους ανθρώπους,
που κάθε λέξη μου ήταν διαταγή,

πώς με κυκλώνει τώρα η σιγή,
το ξίφος μου πώς πέφτει από το χέρι
και στον αυχένα νιώθω το μαχαίρι
που το μηδέν τροχίζει και με σβει…

Με τους στερνούς, αδύναμούς της χτύπους
όλα η καρδιά μου τ’ αποχαιρετά,
τις οδαλίσκες μου, τους άγριους ίππους,

που δίχως μου δεν θα ’ναι άλλο πια…
Και τούτο ακόμη το καλό μου ασλάνι…
Ό,τι αγάπησα μαζί μου θα πεθάνει.

 

  

Μicrotractatus

O Λόγος που απ’ τη Σάρκα σου δονείται
την Ομορφιά να εξεικονίσει αποτυγχάνει.
Απόψε κάτι άστραψε κι εφάνη

εκείνο που ποτέ δεν εξηγείται
μα ερμητικό τον εαυτό του αρνείται
βορά της όποιας γνώσης μας να κάνει.

Ο Λόγος που τη Σάρκα σου αφηγείται
κι ενίοτε το Σώμα παριστάνει
γνωρίζει πως στο ελάχιστο αρκείται

αφού ως Σώμα πρέπει πρώτα να πεθάνει.

***

Όσοι εξ υμών τον Λόγο διακονείτε
στου δόλου του πιασμένοι το δοκάνι
και για να παραστήσετε σχεδόν δεν ζείτε

πλεγμένοι στης εκφράσεως την πλεκτάνη
ενώπιον των σωμάτων διαπορείτε.
Κι αν διά του Λόγου εσείς φιλοδοξείτε

να λυτρωθείτε απ’ των σωμάτων το χαρμάνι
και ως Λόγοι κραταιοί ν’ αναστηθείτε
τους Λόγους των νεκρών ας θυμηθείτε.

Εδώ – κι ο νικητής τα πάντα χάνει.
Ό,τι προσθέτει ως Λόγο τού αφαιρείται.
Το νήμα απ’ την αρχή ο καθένας πιάνει.

Η Ομορφιά ποτέ δεν εξαντλείται
κι ό,τι εγράφη ή θα γραφτεί – δεν φτάνει.
Με κάθε ποίημα ήττα ομολογείται

μέχρι ο Κόσμος ή ο Λόγος να πεθάνει.

 

 

Ο Θεοδόσης Βολκώφ γεννήθηκε το 1980 στην Αθήνα. Βιβλία του: Σονέτα (Γαβριηλίδης, 2016), Sexus (Γαβριηλίδης, 2015), Ο Pietro Aretino εν έτει 2013 (Παρισιάνου, 2013), Μissa Brevis (Παρισιάνου, 2012), Γιουβενάλης (Παρισιάνου, 2012), Τα τραγούδια της Ψυχής και της Κόρης (Γαβριηλίδης, 2004).  

 

«Δύο ποιήματα για τον Γιώργο Ζουγανέλη» της Ελένης Λιντζαροπούλου

«Δύο ποιήματα για τον Γιώργο Ζουγανέλη» της Ελένης Λιντζαροπούλου

Στην Ασίζη

Κλαίω σαν μωρό
σαν συλλογίζομαι τα γόνατά σου
πληγωμένα απ’ τις
πέτρες
Το σώμα σου
τσακισμένο
– με τα σημάδια των καρφιών
και της λόγχης
να ζωντανεύουν –
Κι εσύ
να μην σηκώνεις κεφάλι
απ’ την αγωνία.

 

Μήνυμα

Απ’ όταν αρπάχθηκες
Αιφνίδια
Μέσα από τα χέρια μου
Άνοιξα λογαριασμούς
Με τον θάνατο
Ή δεν ήταν τότε;
Δεν ξέρω.
Αυτό που ξέρω
Είναι
Πως
Ενώ γνωρίζω ότι
Είσαι νεκρός
Με κάποιον τρόπο
–μυστικό–
Ακόμη περιμένω
Να γυρίσεις.

 

Από την υπό έκδοση συλλογή Η αναιδής σκιά, η οποία θα κυκλοφορήσει μέσα στο 2017.

 

«Για αγάπη ακούμε τις φωνές» της Ειρήνης Μαργαρίτη

«Για αγάπη ακούμε τις φωνές» της Ειρήνης Μαργαρίτη

Η εν τοις ουρανοίς

Απομακρύνθηκε, τις στέγες άφησε, το τζάκι. Κι η προγιαγιά που τρόμο έσπερνε
στον τοίχο σε μια κορνίζα κλείστηκε να κλαίει. Μήτηρ ημών η εν τοις ουρανοίς,
η ούτε που ξέρω πόσο καιρό στο θάνατο χαμένη και στις κουρελούδες.
Σταμάτα πια με δάκρυα λιμνούλες να κεντάς. Στο λέω εγώ αφού κι η ιστορία
έτσι μιλά. Τα χρόνια οι αιώνες. Καθώς κρεμιούνται αγιάζουν οι Σοφούλες.
Με το τσιγκέλι και τον αργαλειό.

 

(για αγάπη)

Η πόρτα ήτανε κλειστή. Καμιά φωνή από μέσα. Και τα κεριά περίμεναν τους
ζωντανούς. Μες στα πλευρά μου χτυπάει μια καρδιά δική σου. Εκεί πιο δίπλα
που θυμάται. Τα πρόσωπα, τις ιστορίες. Πως ήταν οπωσδήποτε σημαντικά. Και στα
παιχνίδια κόσμος άλλος δεν υπήρχε. Μόνο μια θάλασσα μικρή μας σκέπαζε όλους.
Για αγάπη ακούμε τις φωνές όταν ξυπνάμε. Την πόρτα όταν ανοίγει

 

Το θαύμα

Γεννήθηκε τα χρόνια να θυμάσαι εκτελέσεις. Παιδιά φωνάζουν. Εφτά, οχτώ,
δεκατριών στο δρόμο του νεκρά. Πόλεμος λέει. Παράθυρα κλειστά. Τις κατσαρόλες
κυνηγούσαν τότε. Λίγο ψωμί. Το λάδι. Κι όταν τους πήραν τα κουτάλια τους, μήτε
ασημένια ήταν μήτε τίποτα. Στη μέση εκεί, στο σπίτι το παλιό, είδε το θαύμα.
Πως πήγε λέει δρόμο μακρύ, σε μια σπηλιά. Και σώθηκε αυτός. Και σώθηκε. Παιδί
φωνάζει. Όλος

 

Η Ειρήνη Μαργαρίτη γεννήθηκε το 1979. Σπούδασε θέατρο κι εργάζεται ως ηθοποιός και σκηνοθέτης. Το 2014 κυκλοφόρησε η πρώτη της ποιητική συλλογή: Φλαμίνγκο (εκδόσεις Μελάνι), για την οποία απέσπασε το βραβείο «Γιάννης Βαρβέρης» της Εταιρείας Συγγραφέων για πρωτοεμφανιζόμενους ποιητές. Ζει στην Αθήνα. Προσεχώς θα εκδοθεί το βιβλίο της Επιλεγμένα είδη (εκδόσεις Μελάνι).

 

«Τα παιδιά γίναν κύματα» της Άννας Γρίβα

«Τα παιδιά γίναν κύματα» της Άννας Γρίβα

τα παιδιά γίναν κύματα
ναυάγια οι γλώσσες τους
μας βουλιάζουν

 

Μπορείς;

Μπορείς να πιάσεις
το πιάτο
χωρίς να το σπάσεις;
Μπορείς να γράψεις
το άλφα καλύτερα;
Μπορείς να μαζέψεις
τα παιχνίδια σου
χωρίς φασαρία;

Δε θέλω πιάτο
μπορώ να φάω
στον ουρανό.
Ούτε το άλφα μ’ αρέσει
έτσι και αλλιώς
γράφω αόρατα
με την προβοσκίδα μου.
Ησυχία μπορώ να κάνω
μονάχα
αν κοιμάται ο θεός.
Κοιμάται ο θεός;

Ο θεός πάντα κοιμάται
κι εμείς υπάρχουμε
στα ωραία του όνειρα.

 

Στο μυρμήγκι

Έλα μικρό μου
να σου κλείσω τον δρόμο
μ’ ένα κλαδάκι
απ’ τα στάχυα του κήπου.

Έλα μικρό μου
μην τρέχεις ανάποδα
δεν μου ξεφεύγεις
θα σε βάλω στο χέρι μου.

Έλα μικρό μου
μη με φοβάσαι
δεν χωρώ στη φωλιά σου
μεγάλωσα πια
δεν είμαι σποράκι

μου είπαν παλιά
ήμουν σπόρος μικρούλης
μα εγώ δεν τους πίστεψα
θα είχα γίνει λουλούδι
όχι αυτό το περίεργο
με χέρια και πόδια.

 

Στον καθρέφτη

Τα άλλα παιδιά πιάνουν το βλέφαρο
και το γυρνάνε έξω
και γίνεται το μάτι τους
σαν δράκουλας.
Προσπαθώ τόσες ώρες
το άσπρο κοκκίνισε
το μαύρο τυφλώθηκε
και ο κόσμος θολός
απ’ την άχνα μου.

Με βλέπει ο παππούς
και φωνάζει αγριάδες
πως τα μάτια μας είναι
το καπάκι του ύπνου
και όταν χαλάσει
θα περνάω τα βράδια
σαν σβούρα στο σπίτι

καλύτερα να φύγω
μακριά απ’ τον καθρέφτη
κι ας μην μάθω ποτέ
πώς να γίνομαι απαίσια.

 

Η Άννα Γρίβα γεννήθηκε το 1985 στην Αθήνα. Σπούδασε Ελληνική Φιλολογία στην Αθήνα και Ιστορία της Λογοτεχνίας στη Ρώμη. Έχει εκδώσει τρεις ποιητικές συλλογές. Ποιήματα, μεταφράσεις και δοκίμιά της δημοσιεύει σε διάφορα λογοτεχνικά περιοδικά.

 

«Το μάτι και η νύχτα» του Δημήτρη Λεοντζάκου

«Το μάτι και η νύχτα» του Δημήτρη Λεοντζάκου

Punctum Caecum (ποιήματα χωρίς ποίηση)

  1. Η ποίηση δεν είναι έκφραση. Δεν έχει σχέση με καμιά καλλιτεχνία. Η ποίηση είναι δημιουργία. Δημιουργία απ’ το τίποτα. Αντικείμενο της ποίησης είναι η έλλειψη, το αδύνατο. Αυτό που λείπει γράφει ποίηση. Το υποκείμενο της ποίησης δεν υπάρχει. Είναι απόν.

    Η ποίηση λείπει.
  2. Η ποίηση δεν έχει σχέση, δεν είναι σχέση. Είναι χωρισμός, είναι διαζευκτική. Δεν προέρχεται, ούτε απευθύνεται σε τίποτε το ανθρώπινο. Μετέρχεται τον άνθρωπο, αλλά τείνει ̶ εκκινεί και κινείται ̶ στο άπειρο.
  3. Ποίηση παράγεται μέσα στην γλώσσα. Έχει ανάγκη την γλώσσα. Είναι σκέτη γλώσσα. Ποίηση είναι γλώσσα μείον τον άνθρωπο.

    Γλώσσα που δεν έχει καμία αναγνώριση, δεν υπάρχει κανένας να την αναγνωρίσει. Καμιά εγγύηση, δεν υπάρχει κανείς να την εγγυηθεί.

    Γλώσσα απάνθρωπα εκκρεμής.
  4. Η ποίηση είναι μια χαμένη υπόθεση. Όχι επειδή έχει χαθεί απ’ τον κυρίαρχο λόγο σήμερα. Αντιθέτως. Για αυτόν ακριβώς τον λόγο πρέπει να υποτεθεί. Να κατασκευαστεί ως υπόθεση.

    Η υπόθεση λοιπόν της ποίησης, με την αυστηρά λογική, μαθηματική έννοια του όρου.
  5. Πρέπει να δώσουμε ξανά στην ποίηση τα πραγματικά της ονόματα. Τρεις τρομερές μορφές ανατέλλουν στις πύλες των ορίων του κόσμου.

    Το Ακατανόητο. Το Αγέννητο. Το Τρομερό.
  6. Ποίημα είναι ο τελευταίος, ο πιο απελπισμένος τρόπος να σωπάσουμε, να αποσπάσουμε κάτι απ’ τον κόσμο. Αποσπάει τον κόσμο, είναι ένα θραύσμα το ποίημα.
  7. Ο ποιητής υψώνει το ανίκανο ̶ το αναγκαίο ̶ στο αδύνατο. Μέσα στην εκκωφαντική σιωπή της λαβυρινθώδους απουσίας του κόσμου, αγγίζει, βλέπει με τις λέξεις τον κόσμο. Τις μεγάλες χειρονομίες της ποίησης μιμούμενος, ο ποιητής βουβά μεταφράζει.

    Το τυχαίο. Το αδύνατο. Το ασύμπτωτο.


Από την υπό έκδοση συλλογή Το μάτι και η νύχτα

Ο Δημήτρης Λεοντζάκος γεννήθηκε στην Καβάλα το 1974. Σπούδασε μουσική. Ζει και εργάζεται στη Θεσσαλονίκη. Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές: Κόμικ (Τα Τραμάκια, 2001), Η Κίρκη ξαφνικά (Μεταίχμιο, 2004), Κινέζικα (Νεφέλη, 2010), Τα σκυλιά του Ακταίωνα (Νεφέλη, 2014), Τίγρεις σε ενυδρείο (Σαιξπηρικόν, 2016). Υπό έκδοση είναι η συλλογή του Το μάτι και η νύχτα (Νεφέλη).

 

Τρία ποιήματα του Δημήτρη Χ. Φωτόπουλου

Τρία ποιήματα του Δημήτρη Χ. Φωτόπουλου

Αγαπητέ Σαλβαδόρ…

Έψαχνα χτες όλη μέρα να βρω υποστηρίγματα.
Τα θέλω ξύλινα, από βελανιδιά.
Είναι θέμα οσμής, αφής και αισθητικής.
Κοίταξα παντού.
Στο κελάρι, στη σοφίτα, στην αποθήκη.
Μόνο μικροπράγματα,
κάποιας ωστόσο συναισθηματικής αξίας.
Μια πείσμων ανοιξιάτικη έξαρση,
μια σουπιέρα κινέζικη με κίτρινα φύλλα,
έξι πορτρέτα φωτιάς στο κλαβιέ του παλιού πιάνου.
Προσπέρασα την άβολη στιγμή,
συνέχισα την αναζήτηση.
Έπρεπε να στηρίξω τις σάρκες μου, ήταν επείγον.
Πρώτα και κύρια αυτές του προσώπου που κρέμονταν
σαν το ρολόι τσέπης σταματημένο στις δωδεκάμισι.
Εξάντλησα το σπίτι.
Το κατεδάφισα ψάχνοντας.
Λίγο πριν σκοτεινιάσει,
στάθηκα απέναντι στο δειλινό.
Στην άκρη του δάσους είδα επιτέλους το δέντρο.
Με κοίταξε, εισέπνευσα το ρόγχο του.
Με το στόμα ορθάνοιχτο, τα μάτια μισόκλειστα
και κλαδιά απλωμένα οριζόντια
περίμενε την επόμενη σταύρωση.

 

 

Βίνσεντ

Με το βλέμμα του Βίνσεντ,
το πυρρόχρωμο γένι
και πουκάμισο κουμπωμένο ως το μήλο του Αδάμ,
κοιτάζω τον άλλον στον καθρέφτη.
Με καπέλο ενίοτε ψάθινο.
Ούτε ίχνος χαμόγελου στα μαρμάρινα μάτια του
εξόν τα ρούχα, κάτι κουρέλια κρεμασμένα
και πίνακες στους μπλε τοίχους του μικρού δωματίου.
Κι απέξω, τα μαύρα πουλιά,
στον αγρό ο σπορέας,
και τ’ αστέρια τούφες χρυσές.
Οι νύχτες που επιστρέφουν ουρλιάζοντας
ασελγούν στα αυτιά μου
και αθροίζονται στις ωδίνες του νου.
Και πάλι ο θόλος ψηλά να χορεύει μαινόμενος.
Αυτός ο επίπεδος ουρανός
ποτέ δεν θα είναι ο δικός μου.

 

 

Θυμάσαι;

Για το περιεχόμενο δεν έχει άποψη.
Διατηρεί κάποιες επιφυλάξεις.
Του άρεσε όμως ο τρόπος που τα ψυχρά χρώματα δένουν τις φόρμες.
Το μεσημέρι σαν έφευγε, αισθάνθηκε την ανάγκη να φιλοφρονήσει τον ζωγράφο με λόγια ζεστά, πλην όμως λόγια.
Φιλόδοξο να γεμίσεις καμβά τέτοιων διαστάσεων.
Καμία επιδίωξη δεν ευδοκιμεί δίχως εργασία και νιώθω πως κόπος ενσωματώνεται στη δουλειά σας.
Εργάζεστε νυχθημερόν, υποθέτω.
Σπουδαία δουλειά, τα ξαναλέμε.
Έκλεισε την πόρτα του ατελιέ ξεπροβοδίζοντας τον επισκέπτη.
Μέτρησε, ζύγιασε, αναρωτήθηκε, μα δεν κατάφερε να καταλήξει.
Ωστόσο έμεινε με μια γεύση απελπισίας και μια ανακούφιση.
Συναισθήματα με μηδενικό νοητικό βάρος.
Πήρε το μεσημεριανό ύπνο κάτω από τις λεύκες, χωρίς αναπόληση.
Ονειρεύτηκε μιαν απορία μαζί και το τελευταίο αμφίσημο έργο του.

 

 
Ο Δημήτρης Χ. Φωτόπουλος γεννήθηκε στην Αθήνα το 1955. Σπούδασε πολιτικές επιστήμες στο Πανεπιστήμιο της Λουντ στη Σουηδία και στο Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης στις ΗΠΑ. Ταξίδευε από μικρός, καθώς ο πατέρας του εργάστηκε σε ελληνικές πρεσβείες σε χώρες της Ευρώπης. Το 2015 εξέδωσε τη συλλογή διηγημάτων Το πέταγμα του φλαμίνγκο από τις Εκδόσεις Αιώρα.

 

«Κυψέλες» του Γιώργου Αλισάνογλου

«Κυψέλες» του Γιώργου Αλισάνογλου

Σινικό

Μέλισσες
κατά μήκος του Σινικού Τείχους
λειτουργούν σαν το συναίσθημα
νεαροί αντάρτες στο χαρούμενο αίμα
ο χυμός τους έχει τελειώσει
όμως πετάνε πάνω απ’ τα βουνά

Δημιουργούν τους δικούς τους όρους
μόλις αρχίζει η κίτρινη βροχή
μπορούν να μεταφέρουν το σκηνικό
κάπου αλλού

Για παράδειγμα, στο δωμάτιό μου
τότε κλείνω την τηλεόραση
και μου δημιουργείται
μια εντελώς απερίγραπτη λαχτάρα

για κάτι εντελώς καινούργιο
σ’ έναν παμπάλαιο κόσμο

 

 

Βασίλισσα

Αγαπημένη μου βασίλισσα,

όταν μίλαγες για νύχτα
μίλαγες για το στόμα της νύχτας;

κι όταν μίλαγες για δύναμη και πάθος
μίλαγες για τις φωτεινές πέτρες της Τιπαζά;

Και τώρα που φτάσαμε τόσο κοντά
τώρα που τα μεγάλα σου μάτια
αγγίζουν τις πέτρες μου
σαν τη σκιά της λευκής πορσελάνης

θα έλεγες άραγε πως με γνώρισες σ’ ένα
σκλαβοπάζαρο της Αλγερίας;
ο κόσμος μια στοά
μια κυψέλη – στάζει ρητίνη
αδυνατεί να επουλωθεί

Τώρα που φτάσαμε τόσο κοντά
(στην ελευθερία)
χορδισμένοι στην ακίνητη ώρα
θα με συντρίψεις;
θα μάθεις στα μάτια μου να κοιμηθούν;

 

 

Τρεις μαύρες μέλισσες είναι σκοτάδι που βλέπει

Το τρένο σταμάτησε
κατέβηκα μα ο βόμβος
μ’ ακολουθεί
τρεις μέλισσες
στο πλάι μου
αρμοσμένες στον άνεμο
στο ύψος της καρδιάς

Δεν ήταν τίποτα το
ιδιαίτερο
παρά μόνον
μια ρωγμή σκοτεινού τριγμού
μια λάμψη στη λεκάνη
του καμένου ουρανού
που μου έδειχνε τον δρόμο

Μια υποψία ελευθερίας
(που πια είχε χαμηλώσει
στο ύψος των ποδιών)
όπου κανείς δεν γνώριζε
ότι υπάρχει

 

 

Ο Γιώργος Αλισάνογλου γεννήθηκε στην Καβάλα το 1975. Σπούδασε κοινωνιολογία. Από το 2005 διατηρεί το βιβλιοπωλείο και τις εκδόσεις Σαιξπηρικόν στη Θεσσαλονίκη. Το πρόσφατο ποιητικό του βιβλίο Παιχνιδότοπος κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κίχλη.

 

«Γυναίκα του Δεκέμβρη» του Αλέξιου Μάινα

«Γυναίκα του Δεκέμβρη» του Αλέξιου Μάινα

Sweet December
(2η εκδοχή φωτογραφίας)

Ανεπίδοτοι διάλογοι.

 

Η σιωπή
αυτή η παράφορα
θλιμμένη θάλασσα
ακούγεται από τα κύματα
όποτε μου χαμογελάς
στον ορίζοντα του τελευταίου
περίπατου στην προβλήτα.

 

 

Οδηγίες για την κατάποση του ψωμιού

Τριαντάφυλλα από μαύρο καρότο.

 

Κορδέλες κενού και στεφάνια
έλατο και κισσός
που μαραίνεται στο μπαλκόνι σου

κι ο βωμός με τ’ αλληγορικά κεριά
κι η ανέσπερη φλόγα που καίνε

το τζάκι δηλαδή με τη χόβολη

και πάνω της ο νεκρός,
αυτή η λέξη που πάντα
θα μας ενώνει

δηλαδή ο καημός
και τα χρόνια.


maninas 23122016 eswt

 

Ανάμνηση
(Απόδειπνο)

Auch ein Klaglied zu sein der Geliebten...

 

Η σταλίδα
κυλά
στη ραφή
του παλτού
κάτω απ’
τ’ άσπρο κλαδί
της σημύδας

ένα βήμα και

στέκομαι
στη δική σου
αχλή
ανάμεσα
στα χωράφια
της κράμβης.

 

Από την ανέκδοτη συλλογή Ο διαμελισμός του Αδάμ.

 

Ο Αλέξιος Μάινας γεννήθηκε στην Αθήνα το 1976. Σπούδασε Φιλοσοφία στη Βόννη και ασχολείται με τη μετάφραση. Ατομικές ποιητικές συλλογές του: Το περιεχόμενο του υπόλοιπου (εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2011), Το ξυράφι του Όκαμ (εκδόσεις Μικρή Άρκτος, 2014). Προσεχώς θα εκδοθεί η συλλογή του Ο διαμελισμός του Αδάμ.

 

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΕΙΣ

ΕΙΔΗΣΕΙΣ

ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΙ

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Το μήνυμά σας

Διεύθυνση

Πτολεμαίων 4
(Πλατεία Προσκόπων)
11635 Αθήνα,
Τηλ.-fax: 210.7212307
info@diastixo.gr
ISSN: 2585-2485

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER