«Το σχολείο των πουλιών» της Ελένης Χωρεάνθη

«Το σχολείο των πουλιών» της Ελένης Χωρεάνθη

«Κατσαρίδα» μ' έλεγε ο χοντρός ο Κόκκινος, ο διερμηνέας των Εγγλέζων που είχαν κατσικωθεί στο σπίτι μας στο χωριό, που να μην έσωναν, και είχαν πάνω στο ξύλινο τραπέζι της σάλας σωρούς τις λίρες που μοίραζαν από δω κι από κει στους Έλληνες και συντηρούσαν τον Εμφύλιο, που να μην έσωναν!

Και καλά, δεν καταλάβαινα εγώ που ήμουνα ένα νιάνιαρο, οι άλλοι κουτόχορτο έτρωγαν; Κι ο πατέρας που ήταν του σχολαρχείου και πρόεδρος εσαεί της κοινότητας είχε μαύρα μεσάνυχτα και καμάρωνε που φιλοξενούσε τους συμμάχους.

Τώρα όμως εγώ με τόσες εμπειρίες και τόση πείρα που έχω αποκτήσει, έχω κι ένα μυαλό ξυράφι που πιάνει πουλιά στον αέρα, που λέει ο λόγος. Το έχω καταφέρει κι αυτό. Και τι δεν έχω κάνει, Θεέ και Κύριε! Όποια πέτρα κι αν σηκώσεις, από κάτω θα με βρεις, που λέει ο λόγος. Ε, δεν έχω κλωνοποιηθεί ακόμα. Μπορεί να γίνει κι αυτό. Πού ξέρεις; Η επιστήμη προχωράει, όπως η ανεργία και η φτώχεια, με ασύλληπτους ρυθμούς, καλπάζοντας.

Στα σοβαρά τώρα, έχω πιάσει πουλιά στον αέρα. Πρώτα δυο γέρικους παπαγάλους που είχαν φαίνεται ελευθερώσει τα αφεντικά τους, από γενναιοδωρία, για να πεθάνουν ελεύθεροι. Κι αυτοί, οι αμάθητοι, οι απαίδευτοι, δεν ήξεραν από ελευθερία κι ήρθαν «σαν τ' μπούφ' του π'λί» κι έπεσαν στην ποδιά μου ενώ καθόμουν στο σαλόνι και ρέμβαζα. Ποιος ξέρει τι σκάρωνα. Τίποτα ιστορίες για αγρίους υποθέτω – εκ των υστέρων, βέβαια.

Νόμισα τότε πως ήταν καλοί οιωνοί και πως «θα πιάσω την καλή». Αγόρασα αμέσως ένα υπέροχο κλουβί, το στόλισα δεόντως με πλουμιά πιστεύοντας πως είναι ζευγάρι και βγήκαν σεργιάνι για τον «μήνα του μέλιτος». Αλλά, φευ! Εκείνα τα ανεπρόκοπα πουλιά ήθελαν σώνει και καλά να πεθάνουν σκλάβοι! Την πρώτη νύχτα του υποτιθέμενου γάμου τους πέθαναν. Τουλάχιστον πέθαναν σκλάβοι, αλλά στα πούπουλα. Η ελευθερία τους κράτησε όσο το πέταγμα από το ένα κλουβί στο άλλο.

Έπιασα όμως κι ένα εντελώς ελεύθερο σπουργίτι που είχε την αφέλεια να μπει στο σχολείο, προφανώς θα νόμισε πως ήταν «Το σχολείο των πουλιών», όπου μάθαιναν γράμματα τα πουλιά εκείνον τον παλιό καλό καιρό. Εμένα μου λες «παλιό καλό καιρό»; Τα μαύρα του τα χάλια είχε και τότε ο κόσμος κι ο καιρός και πολύ χειρότερα, μπορώ να πω εγώ που έζησα σ' εκείνο τον «καλό καιρό που έδεναν τα σκυλιά με τα λουκάνικα!» – εμένα μου λες...

Το άτυχο σπουργίτι, καθώς δεν βρήκε πουλιά μορφωμένα στο σχολείο αλλά παιδιά και δασκάλους, έτυχε να περάσει πάνω από το κεφάλι μου, εγώ έμπαινα, αυτό έβγαινε απογοητευμένο, σήκωσα το χέρι μου και χραπ! το τσάκωσα. Έτσι απλά. Το χούφτωσα, μια μπουκιά ζωής πράμα ήταν. Το κράτησα λίγο, σκέφτηκα τα άλλα που πέθαναν στο κλουβί και το άφησα κι έφυγε. Δεν ήθελα να πεθάνει σκλάβος σε πουπουλένιο κλουβί. Από γεννησιμιού του ήταν ελεύθερο, αλλά δεν το ήξερε. Ίσως να το υποψιάστηκε τότε που άνοιξα τη χούφτα μου και το 'σκασε μ' ένα γενναίο πέταγμα που θα το θυμόταν σε όλη την υπόλοιπη ζωή του, τρόπος του λέγειν.

Αυτό το τσιλιβήθρι, όμως, μου έφερε γούρι. Ήταν καλός οιωνός. Την ίδια μέρα είχα κερδίσει μια μεγάλη υπόθεση. Δεν θα την πω. Είναι μυστικό. Θα εκμυστηρευτώ δημόσια κανένα από εκείνα τα ερωτικά, βουκολικά δράματα με τις αποτυχημένες απαγωγές και τα πανωπροίκια.

Όπως έβλεπα το σπουργίτι να πετάει κουτσουλώντας την τρομάρα του με την ευδαιμονία που του έδινε η χαρά της ελευθερίας, διαπίστωσα πόσο ταίριαζαν οι αντιθέσεις, ενώ αναιρούσε η μία έννοια την άλλη. Έτσι, εκείνη την οριακή, τη φευγαλέα στιγμή, τσάκωσα την ιδέα να πετάξω – όχι που θα την άφηνα να μου φύγει μέσα από τα χέρια μου μια τόσο φαεινή ιδέα, όπως άφησα να φύγει ο σπουργίτης!

Ακολουθώντας το πέταγμα του πουλιού με τη φαντασία μου, γύρισα πίσω στον καιρό της αθωότητας, πήρα μολύβι και χαρτί κι άρχισα να καταγράφω χύδην, όπως μου έρχονταν στο νου, ό,τι θυμόμουν από την παιδική και την εφηβική μου ηλικία.

Έκατσα σ' ένα τραπέζι και τσάκα, τσάκα σκάρωσα μια συγκλονιστική, κατά τη γνώμη μου, ιστορία για το «Πώς πεθαίνουν στα πούπουλα οι σκλάβοι», που θα μπορούσε να προταθεί για Νόμπελ Λογοτεχνίας, όμως πήγε στράφι. Έμεινε στα αζήτητα, όπως όλα τα σπουδαία έργα που από γεννησιμιού τους είναι προορισμένα για το ράφι. Από τότε δεν ξαναπήρα κλουβί για πουλιά. Συνέχισα όμως να σκαρώνω μηχανορραφίες, αστυνομικές και άλλες ιστορίες, να καταγράφω ερωτικά σκάνδαλα, παραμύθια, τίποτα της ωφελιάς. Όπου βρισκόμουνα, στο δρόμο, στο λεωφορείο, γραφείο δικό μου ήταν όλος ο χώρος, «ανδρών γαρ επιφανών πάσα γη τάφος», κάπως έτσι, κατά που λέει κι ο Θουκυδίδης, μεθερμηνευόμενο το «ανδρών» σημαίνει «ανθρώπων» όπερ περιέχει και το «γυναικών».

«Όταν έχεις χαρτί και μολύβι, συγγράφεις, όπως συρράπτεις, κάνεις έργο», είπα στον εαυτό μου, «δημιουργείς έναν κόσμο όπως τον θέλεις, τον φέρνεις στα μέτρα σου και βάζεις πλαίσιο και τελείες όπου σε συμφέρει περισσότερο, γίνεσαι δημιουργός. Αυτό θα κάνω, θα δημιουργήσω έναν κόσμο όπως μου αρέσει κι όπως θα ήθελα να αρέσει και στους άλλους».

Να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους. Γράφομε γιατί θέλομε να μάθει ο κόσμος αυτό που κουτσουλάει το μυαλό μας. Εκείνο το περίεργο σπουργίτι φταίει για όλα με τις κουτσουλιές που ήταν το «ευχαριστώ» του για την ελευθερία που του χάρισα.

Άρπαξα την ευκαιρία από τα μαλλιά, τρόπος του λέγειν, μολύβια Φάμπερ εννοώ, νούμερο 2, μαλακά, και χαρτί ριγωτό, για να ευθυγραμμίζομαι προς πάσα κατεύθυνση, τα μέσα που μπορούσα να έχω στη διάθεσή μου, ένα βάζο γεμάτο ξυσμένα μαλακά μολύβια, Φάμπερ είχα, όπως ο Άγγελος Σικελιανός, και μια γομολάστιχα να σβήνω τα περιττά, κάθισα στο τραπέζι της κουζίνας και μπήκα στον πειρασμό να γράφω στίχους στην αρχή, τα «Λίγα λουλούδια» μου. Ε, από εκεί και μετά, πήρα φόρα. Έφτασα μάλιστα στο σημείο να έχω στη διάθεσή μου και γραφείο μοντέρνο και υπολογιστή, πάει κι η θρυλική γραφομηχανή που αχρήστεψε μολύβια φάμπερ και στιλό διαρκείας, έγινα κυρά και δούλα του υπολογιστή μου, αντιστράφηκαν οι όροι τώρα, τώρα κινούμαι άνετα στον κυβερνοχώρο. Όχι παίζομε!

Αυτά. Για να μη χανόμαστε.


 

Τα σχόλια σας

Κάντε το σχόλιο σας, με σύνδεση από το facebook ή συμπληρώστε τα στοιχεία σας, στην παρακάτω φόρμα.

 


Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ > ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ
«Τι κακό μάς βρήκε» της Ντίνας Σαρακηνού

Δεν της έφτανε η μέρα. Πόσο λαχταρούσε να επιμηκύνει τον χρόνο, να γινόταν ένα θαύμα, να είχε η ώρα εξακόσια λεπτά. Στα εξήντα της χρόνια, τυραννισμένα τα περισσότερα, ένιωθε σαν τη Σταχτοπούτα. Στη...

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ > ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ
«Δύο αυτοκτονίες» του Φιόντορ Ντοστογέφσκι

μετάφραση: Ελένη Κατσιώλη Το διήγημα «Δύο αυτοκτονίες» δημοσιεύθηκε τον Οκτώβριο του 1876 στο Ημερολόγιο του συγγραφέα, το μηνιαίο φιλοσοφικό και λογοτεχνικό περιοδικό που εξέδιδε ο Φ. Ντοστογέφσκι από το 1876 έως το 1877...

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΕΙΣ

ΕΙΔΗΣΕΙΣ

ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΙ

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Το μήνυμά σας

Διεύθυνση

Πτολεμαίων 4
(Πλατεία Προσκόπων)
11635 Αθήνα,
Τηλ.-fax: 210.7212307
info@diastixo.gr
ISSN: 2585-2485

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

Εγγραφείτε τώρα στο newsletter μας και μάθετε πρώτοι τα τελευταία νέα για το βιβλίο και για τις τέχνες.

 

Το email σας: