Κωνσταντίνος Κωνσταντόπουλος: «Μάντυ Μήδεια»

Κωνσταντίνος Κωνσταντόπουλος: «Μάντυ Μήδεια»

Ίσως θα μπορούσαμε να πούμε ότι η ζωή, με θεατρικούς όρους, είναι πρόβα και παράσταση μαζί. Θέατρο – θέα – Θεός. Ποια είναι η θέα του βίου μας όταν εμείς οι ίδιοι «γράφουμε», «σκηνοθετούμε» και «παίζουμε» όλα όσα αποκαλούμε ζωή;

Ποιος είναι ο μίτος της θεατρικής τετραλογίας του Κωνσταντίνου Κωνσταντόπουλου, που ξεκινά την περιπέτειά της από το πρωτότοκο έργο Της μητρός και του υιού για να καταλήξει στη Μάντυ Μήδεια;

Ανοίγουμε το βιβλίο. Ανοίγουμε την αυλαία. Στην σκηνή ενός θεάτρου, θα δούμε, αυτό που βλέπουμε: ένας ώριμος άντρας, ο Θωμάς Ευσταθίου, σκηνοθέτης και δάσκαλος, γράφει ένα θεατρικό έργο με τίτλο Μάντυ Μήδεια, καθώς περιμένει την παλιά του μαθήτρια και νυν ηθοποιό, τη Μάντυ, για να ξεκινήσουν την πρόβα. Η Μάντυ έχει ζητήσει από τον αγαπημένο της δάσκαλο να τη σκηνοθετήσει στη Μήδεια του Ευριπίδη. Στο μεταξύ, ο Θωμάς Ευσταθίου δέχεται ένα τηλεφώνημα από το αγαπημένο του πρόσωπο… Πίσω του, στην οθόνη, εκτυλίσσεται μια άλλη ιστορία, μακρινή στον χρόνο, κάπου στην Αγγλία, ενός άλλου Θωμά, του Τόμας Γιόρκλαντ.

Θα πρότεινα, όμως, καλύτερα να ακολουθήσουμε την προτροπή του κυνικού φιλοσόφου Αντισθένη, και να επιτρέψουμε στα ονόματα να μας «επισκεφθούν». Ας επιδοθούμε σε μια μικρή ανασκαφή των ονομάτων…


Όνομα 1ο, Μάντυ: Υποκοριστικό του ονόματος Αδαμαντία, όνομα της μητρός του πρωτότοκου θεατρικού έργου του Κωνσταντίνου. Αδαμαντία, όπως Αμάντα, όνομα μιας άλλης μητέρας Αμερικανίδας, από τον Γυάλινο κόσμο του Τενεσσί Ουίλιαμς. Στη Μάντυ Μήδεια η Αδαμαντία θα δανείσει το όνομά της στη Μάντυ, την ηθοποιό που πρόκειται να σκηνοθετήσει ο Θωμάς Ευσταθίου. Το όνομα «Αδαμαντία» ίσως προέρχεται από το στερητικό «α» και το ρήμα «δαμάζω», και σημαίνει την «αήττητη», την «ακατανίκητη».

Όνομα 2ο, Μήδεια: Η λέξη προέρχεται από το αρχαίο ρήμα «μέδω», που θα πει: άρχω, κυβερνώ, βασιλεύω, επινοώ, μηχανεύομαι. Παράγωγο είναι η λέξη «μέζεα». Τα «μέζεα» – δηλαδή: τα γεννητικά μόρια, τα αιδοία. Η σύντομη αυτή ανασκαφή μάς οδήγησε στο συμπέρασμα πως εδώ πρόκειται για την αδάμαστη θήλεια δύναμη, και στον ισχυρισμό του Καρλ Γιουνγκ ότι «κάθε άνδρας διαθέτει τη θήλεια όψη της ψυχής του –την anima– και κάθε γυναίκα την ανδρική όψη τής ψυχής της – τον animus». 

Η Μήδεια διόλου δεν φαίνεται να νοιάζεται για ειρήνη, αρμονία, καταλαγή των παθών. Έχει κι αυτή «άγριον ήθος στυγεράν τε φύσιν», αλλά είναι και κωμική. Είναι μια γλωσσοκοπάνα Αδαμαντία, με αγοραία γλώσσα, τολμηρή, οξυδερκής, που ξέρει να χτυπάει εκεί ακριβώς που πονά περισσότερο ο δημιουργός της, στα μέζεα, στα γεννητικά όργανα, μπαινοβγαίνοντας στη σκηνή και κάνοντας τα πάντα γυαλιά καρφιά.

Κάτω από τον τίτλο του έργου, ο συγγραφέας του έχει προσθέσει: «Πρόβα – μάθημα», κι έτσι το έργο συστήνεται ευθύς εξ αρχής. Πρόκειται για μια πρόβα θεάτρου, ένα μάθημα ζωής – ή ένα μάθημα θεάτρου, πρόβα ζωής. Ο συγγραφέας θα απαλείψει τα όρια του χώρου, χρόνου, τόπου. Οι χαρακτήρες του έργου θα δέχονται επισκέψεις από ένα χωροχρονικό συνεχές. Καταργώντας τα χωροχρονικά όρια επιδιώκει να καταργήσει, κατά μία έννοια, τον θάνατο και να ξανοιχτεί σε μια ολική κατάφαση της ζωής.

Όνομα 3ο, Θωμάς: Στην αραμαϊκή γλώσσα σημαίνει δίδυμος. Και κάποια αρχική παράδοση λέει ότι ο αμφιβάλλων απόστολος –για το μέγα σκάνδαλο, της Ανάστασης του Κυρίου του– είχε μια δίδυμη αδελφή ή αδελφό. Θωμάς, λοιπόν, όπως Τομ, ο γιος της Αμάντα, αλλά και Τόμας, Τόμας Γιόρκλαντ, καθηγητής κλασικών σπουδών στην Αγγλία, ο οποίος πρόκειται –κι αυτός– να ανεβάσει με τους φοιτητές του τη Μήδεια του Ευριπίδη. Το επώνυμο του Θωμά δεν χρειάζεται σχόλιο – Ευσταθίου: «ο αμφιβάλλων αναζητεί ευστάθεια».

Η αλληλεπίδραση προσώπων-ρόλων, χαρακτήρων-προσωπείων, ζωής-θεάτρου είναι προσφιλές θέμα στη λογοτεχνία, στο θέατρο και στον κινηματογράφο. Στη Μάντυ Μήδεια, ως κύριο χαρακτηριστικό της πλοκής έχουμε τρία αλληλοτεμνόμενα τρίγωνα. Αρχικά, το τρίγωνο Θωμάς-Μάντυ-Μήδεια. Έπειτα, το τρίγωνο Τόμας-Μαγκνταλένα (η σύζυγός του)-Πάτρικ (ο αμαξάς του). Και, τέλος, το τρίγωνο Ευριπίδης-Μήδεια-Μάντυ. Όπως έχει γίνει ήδη αντιληπτό, αυτό που ενώνει το μαγματικό υλικό των ιστοριών είναι φυσικά η Μήδεια του Ευριπίδη, η οποία διδάχτηκε στα μεγάλα Διονύσια το 431 π.Χ. και απέσπασε το τρίτο βραβείο. Θέμα της: ο ιοβόλος έρωτας, η προδοσία, η ζήλια, το πάθος της εκδίκησης – σε πρώτο επίπεδο, αν ο αναγνώστης-θεατής δεν λησμονήσει πως αυτή η μυθική γυναίκα από τη Σκυθία μαζεύει, με τη βαθιά γνώση που διαθέτει, βότανα που φύονται από το αίμα που στάζει το κομματιασμένο ήπαρ του Τιτάνα Προμηθέα, και πως μ’ αυτά κατασκευάζει τα ελιξήριά της. Η σοφή αυτή ξένη έχει ευεργετήσει τους Κορίνθιους, τους οποίους έσωσε από λιμό. Όλο την θεωρούν μοναδική. Και εκεί θα στεγάσει την οργή και την ταπεινωμένη, αρχέγονη γυναικοκρατική της γνώση – πριν γίνει παιδοκτόνος, αυτή «η βάρβαρη γυναίκα που συμπεριφέρεται ως Έλληνας άντρας».

Στη Μάντυ Μήδεια υπάρχει η δυνατότητα, μέσω της θεατρικής πράξης, να απεκδυθούμε της πλάνης πως είμαστε αυτό που δεν είμαστε και να διεισδύσουμε σε μια χαραμάδα του αρρήτου, αυτού που δεν μπορεί να λεχθεί, και εν τέλει να δούμε αυτό που δεν βλέπουμε, επειδή η σκηνή είναι τόπος του οράν, του βλέπω και βλέπομαι, του τόπου όπου ο άνθρωπος δύναται να ιαθεί από το τραύμα της ύπαρξης και την εμπλοκή του στον κόσμο. Η σκηνή είναι ο τόπος της τρισδιάστατης θέας του ανθρώπινου όντος. Ή, ένας τόπος να βάλει ο άνθρωπος όρια εις το σκότος αυτού.

Αλλά, τι θα μάθουν τα δρώντα πρόσωπα του έργου; Πώς θα προκληθεί η εσωτερική σχάση από τα ανομολόγητα πάθη τους; Τι θα έρθει, επιτέλους, στο φως από εκείνα που αποκρύπτουν από τον εαυτόν τους και από τους άλλους; Μήπως ότι είμαστε αφάνταστα τρωτοί; Ευάλωτοι; Κτητικοί; Και δεν το ξέρουμε;

Το ξέρουμε;…

Οι ψυχολόγοι λένε πως «κανείς δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί άνθρωπος, αν δεν έχει έρθει αντιμέτωπος με την εμπειρία της κτητικότητάς του. Επειδή, μόνον αυτή του αποκαλύπτει, ολοτελώς, τη σκοτεινή του πλευρά. Επειδή αυτή, ακριβώς, θέτει ενώπιόν του τη μετριότητα και τη μηδαμινότητά του».

Ο Camus, εξάλλου, λέει κάπου (Εξέγερση) πως «όλοι φέρουμε εντός μας το κατέργό μας, τα εγκλήματα και τις καταστροφές μας. Όμως, καθήκον μας δεν είναι να τα εξαπολύουμε ανάμεσα στον κόσμο. Το καθήκον μας συνίσταται στο να τα πολεμήσουμε μέσα μας, και έξω με τους άλλους».

Το θέατρο, άλλωστε, έχει πυρηνικό του στοιχείο τη σύγκρουση. Η σύγκρουση είναι συστατικό στοιχείο της ύπαρξης, και μέσω αυτής διαυγάζεται η ανθρώπινη συνείδηση. Αν δεν ήταν συστατικό της ύπαρξής μας η σύγκρουση, τότε γιατί να αναζητούμε διαρκώς ειρήνη και αρμονία; Λησμονώντας, τις περισσότερες φορές, πως η Αρμονία ήταν νόθο παιδί των θεών Αφροδίτης και Άρη, και αδελφή του Φόβου…

Ίσως, τελικά, όλοι οι γυναικείοι χαρακτήρες του έργου να είναι ταυτόχρονα και ανδρικοί, και το αντίστροφο. Ο φόνος, η ανθρωποθυσία θα συντελεστεί στη σκηνή για να μη συντελεστεί στη ζωή. Στη Μάντυ Μήδεια, όμως, η Μήδεια διόλου δεν φαίνεται να νοιάζεται για ειρήνη, αρμονία, καταλαγή των παθών. Έχει κι αυτή «άγριον ήθος στυγεράν τε φύσιν», αλλά είναι και κωμική. Είναι μια γλωσσοκοπάνα Αδαμαντία, με αγοραία γλώσσα, τολμηρή, οξυδερκής, που ξέρει να χτυπάει εκεί ακριβώς που πονά περισσότερο ο δημιουργός της, στα μέζεα, στα γεννητικά όργανα, μπαινοβγαίνοντας στη σκηνή και κάνοντας τα πάντα γυαλιά καρφιά: ιστορία, φιλοσοφία, πολιτική, και τραγική ποίηση.

Στις 31 εικόνες του έργου, το χιούμορ, η σάτιρα, η ειρωνεία, ο απόλυτος νατουραλισμός του διαλόγου, οι συνεχείς διακειμενικές αναφορές στους Μπέρχαρντ, Έκο, Πυθαγόρα τον Σάμιο, Ευριπίδη, Πλούταρχο, Νίκο Καρούζο, Βολταίρο, Αριστοτέλη και πολλούς άλλους καθιστούν το έργο ζωντανό, ανάλαφρο και παιγνιώδες.

Πριν κλείσω αυτή την προσέγγιση, θα ήθελα να προσθέσω πως, κάποιοι άνθρωποι, παραμένουν πεισματικά στη «μαύρη ρίζα της ευψυχίας», όπως έλεγε ο σπουδαίος δάσκαλος Τάσος Λιγνάδης. Κάποιοι χαρακτηρίζονται από διακαή επιθυμία προσφοράς, όταν οι καιροί βροντοφωνάζουν «άρπαξε». Εν μέσω των εκκωφαντικών «εγώ», κάποιοι προφέρουν με μέγιστη ηδύτητα το «εσύ». Είναι πολλοί, μόνον που δεν είναι οχληροί, γι’ αυτό μερικές φορές νομίζουμε πως δεν υπάρχουν. Ένας από αυτούς είναι και ο συγγραφέας.

Μέσα στο καθημαγμένο τοπίο της παιδείας μας, της θεατρικής εν προκειμένω, ο Κωνσταντόπουλος ποθεί και μοχθεί γι’ αυτό: να καταθέσει την μαρτυρία της ιχνηλασίας του στην εκφορά του τραγικού –και όχι μόνον– λόγου. Η εικοσάχρονη μαθητεία στη διδασκαλία τον εξόπλισε με μια εντελώς προσωπική μεθοδολογία περί υποκριτικής τέχνης. Καθώς τέχνη και τεχνική είναι έννοιες σύμφυτες στην ελληνική γλώσσα, τα κεφάλαια στα οποία ο δάσκαλος διδάσκει την ηθοποιό θα μπορούσαν να αυτονομηθούν με τίτλο «8 μαθήματα για τη Μήδεια».

 

Μάντυ Μήδεια
Πρόβα – μάθημα
Κωνσταντίνος Κωνσταντόπουλος
Αγγελάκης
165 σελ.
ISBN 978-618-81959-2-9
Τιμή: €15,00
001 patakis eshop

 

Τα σχόλια σας

Κάντε το σχόλιο σας, με σύνδεση από το facebook ή συμπληρώστε τα στοιχεία σας, στην παρακάτω φόρμα.

 


Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
ΚΡΙΤΙΚΕΣ > ΤΕΧΝΕΣ
Έλσα Μυρογιάννη: «Τα φαντάσματα του Θόδωρου Παπαγιάννη»

Ο Θόδωρος Παπαγιάννης γεννήθηκε το 1942 στο Ελληνικό Ιωαννίνων. Σπούδασε με υποτροφία στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών Αθηνών (1960-1965) και με υποτροφία του ΙΚΥ (1966-1968) ταξίδεψε στη Μεσόγειο...

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΕΙΣ

ΕΙΔΗΣΕΙΣ

ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΙ

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Το μήνυμά σας

Διεύθυνση

Πτολεμαίων 4
(Πλατεία Προσκόπων)
11635 Αθήνα,
Τηλ.-fax: 210.7212307
info@diastixo.gr
ISSN: 2585-2485

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

Εγγραφείτε τώρα στο newsletter μας και μάθετε πρώτοι τα τελευταία νέα για το βιβλίο και για τις τέχνες.

 

Το email σας: