Γιώργος Κούβας: «Καρμπόν»

Γιώργος Κούβας: «Καρμπόν»

Είναι άπειρες οι συζητήσεις που γίνονται για την ψυχαγωγική επίδραση του μεταμοντερνισμού στη σύγχρονη πραγματικότητα, που αφορά τη μορφή που αυτή λαμβάνει, από τον τρόπο δόμησης και τη φάση που διανύει μέχρι την οριστική της θέαση, μέχρι την τελική αποδοχή. Ποιο είναι το ζητούμενο, λοιπόν, όταν έχεις ένα τέλειο μυθιστόρημα, ένα άψογο γλυπτό, έναν συγκλονιστικό πίνακα ζωγραφικής, ένα διαδραστικό θεατρικό έργο, ένα φιλμ κινηματογραφικά τολμηρό, μια φωτογραφία καρμπόν της αληθινής εικόνας; Μα ασφαλώς αν το συγκεκριμένο έργο τέχνης αποπνέει συναίσθημα, διαχέει ψυχή. Κάτι που, από όποια σκοπιά και αν το προσεγγίσεις, δυστυχώς δεν συμβαίνει. Και δεν συμβαίνει σχεδόν ποτέ, όχι γιατί δεν έχει κατασκευαστεί με αγάπη προς το αντικείμενο του μόχθου, αλλά απλώς και μόνο γιατί η συλλογιστική παραγωγής στρέφει τον δημιουργό σε άλλες πιο δύσβατες διεξόδους, σε άλλες πιο τυποποιημένες μορφές παράθεσης. Το γεγονός ότι σήμερα, τουλάχιστον, ένα μεμονωμένο έργο στερείται λειτουργίας, καθώς στερείται ύφους αλλά, θα έλεγα, και «δημιουργικής αντοχής», μας στρέφει ολοκληρωτικά προς παλαιότερες μορφικά εμπνεύσεις, που άντεξαν στον χρόνο και κλασικά βρίσκονται σε πλήρη επεξεργασία από πολλούς τωρινούς δημιουργούς. Μέσα σε αυτή τη λογική εντάσσεται και το μυθιστόρημα του πρωτοεμφανιζόμενου (κυριολεκτικά, όμως, αφού είναι το πρώτο του λογοτεχνικό έργο, χωρίς να έχει γράψει, δηλαδή, απολύτως τίποτα που να αφορά τον έντεχνο λόγο) Γιώργου Κούβα, όπου μας παρουσιάζει μια ολοκληρωμένη εικόνα ενός χαμένου στο εγώ του πρωταγωνιστή, ο οποίος προσπαθεί να αποκτήσει ταυτότητα μέσα από τη ζωή, τη δουλειά και την προσωπικότητα ενός ανθρώπου της Τέχνης, πράγμα που πετυχαίνει με πολλές στερήσεις –ακόμη και της ελευθερίας του– και εξίσου πολλές παλινδρομήσεις ζωής υπάρχοντας ουσιαστικά ως ωτακουστής.

Ο ήρωας του Κούβα, λοιπόν, έχει άστατα παιδικά χρόνια, μεγάλωσε όχι φυσιολογικά, ήρθε στην πρωτεύουσα και έπιασε δουλειά. Ζει σε ένα διαμέρισμα έχοντας την τύχη ή την ατυχία στον απάνω ακριβώς όροφο να κατοικεί ένας ταλαντούχος αλλά και μπονβιβέρ ζωγράφος, ο οποίος διοργανώνει πολύβουα πάρτι με γυναίκες, αλκοόλ και ναρκωτικά. Μετά από μια παράνομη είσοδο στο διαμέρισμα του ζωγράφου, αποφασίζει να συμπεριφέρεται πλέον ως ωτακουστής, παρακολουθώντας όλες τις κινήσεις του ατόμου-προτύπου, και τα καταφέρνει, φτάνοντας μέχρι του σημείου ακόμη και να ζωγραφίσει την ώρα που ο καλλιτέχνης κάνει το ίδιο. Ουσιαστικά έχουμε δύο σε έναν ακόμη και μετά τη γνωριμία τους. Έτσι, όταν η αστυνομία τους πιάνει στα πράσα, ο ήρωάς μας παίρνει τη θέση του ζωγράφου, δικάζεται και φυλακίζεται ωσάν να ήταν εκείνος (λέω ολοκληρωμένη την επιλογή του Κούβα, καθώς ούτε έξοδος υπάρχει ούτε κορύφωση, αλλά μια χαρακτηριστική πτυχή μεταμοντερνισμού, μια υπεκφυγή, μεταπήδηση ή αποφυγή). Έτσι, με δυο λόγια, ένας παντελώς χαμένος άνθρωπος, χωρίς συναίσθημα, ψυχή και ταυτότητα, βρίσκει τρόπο να υπάρξει, έστω και λάθρα, και μέσω του συμβολισμού της πράξης του κυριολεκτικώς βρίσκεται, για να μην πω πλησιάζει ή αν όχι αγγίζει, στην παράνοια και την ψυχασθένεια. 

[Ο Γιώργος Κούβας] μας παρουσιάζει μια ολοκληρωμένη εικόνα ενός χαμένου στο εγώ του πρωταγωνιστή, ο οποίος προσπαθεί να αποκτήσει ταυτότητα μέσα από τη ζωή, τη δουλειά και την προσωπικότητα ενός ανθρώπου της Τέχνης, […] υπάρχοντας ουσιαστικά ως ωτακουστής.

Το μυθιστόρημα Καρμπόν του Γιώργου Κούβα είναι συνολικά ένα άψογο μυθιστόρημα και από τεχνικής πλευράς, και από εκφραστική άποψη (η ατμόσφαιρα είναι ουδέτερη, ενώ δεν επιχειρείται υφολογική προσαρμογή). Δεν μπορώ να ξέρω την αναγνωστική του διαδρομή, δεν μπορώ να γνωρίζω την εμπορική του αξία, δεν μπορώ να εκφέρω γνώμη για τη συγγραφική του «ηθική», είμαι πολύ μπερδεμένος με την κριτική του προσέγγιση, είναι αμφίβολη η από στόμα σε στόμα διαφημιστική του επικοινωνία, ο χρόνος θα δείξει, το σίγουρο όμως είναι ότι ως πρώτη προσπάθεια ενός συγγραφέα, ο οποίος δεν έγραψε ποτέ ούτε ένα ποίημα ή ένα διήγημα ή ένα κριτικό σχόλιο, το αποτέλεσμα είναι άκρως ενθαρρυντικό, είναι αληθινά εμπνευσμένο και πεζογραφικά οριακό.

Θα ήθελα να τελειώσω κάπως διαφορετικά, αναλύοντας συνοπτικά –όσο και αν δεν είναι και τόσο δόκιμο σε ένα κριτικό κείμενο– τη λογοτεχνική έκδοση απ’ την ποιοτικότατη Κίχλη τέτοιων έργων, εμπνευσμένων από την αγγλοσαξονική λογοτεχνική παράδοση, πρωτότυπων εν κατακλείδι, που παρατηρείται, δίνοντας μάλιστα και χαρακτηριστικό χρώμα σε αυτόν τον νέο αλλά πολλά υποσχόμενο οίκο, ο οποίος επιθυμεί να παίξει σημαντικό ρόλο στα σύγχρονα εκδοτικά πράγματα. Συγγραφείς όπως ο Μητάς, ο Παπαντώνης, ο Κούβας και εν μέρει ο Τσίτας και ο Μακρόπουλος –τόσο διαφορετικοί αλλά και τόσο όμοιοι μεταξύ τους– διακονούν ένα είδος διηγήματος, νουβέλας ή μυθιστορήματος εντελώς έξω απ' την ελληνική –την τόσο βαθιά χαραγμένη στη λογοτεχνία απ’ τους εκπροσώπους των αρχών του αιώνα, τη γενιά του ’30, τους Μεταπολεμικούς, και τους Μεταπολιτευτικούς, μέχρι τις μέρες μας– παράδοση, είναι δημιουργίες με βάση το τελειότερο του παρόντος αιώνα, αποδεικνύοντας τη φιλοσοφία των εκδόσεων Κίχλη, για το τι πρέπει να διαβάζεται σήμερα, για το ποιες είναι οι προτάσεις τους, για το τι οφείλουν οι σύγχρονοι αναγνώστες να κρατούν ανοιχτό στη βιβλιοθήκη τους. Έτσι, από τη μια η συλλογιστική ενός οίκου άκρως ποιοτικού και από την άλλη μια πλειάδα πεζογράφων –οι ποιητές αντιμετωπίζονται με άλλα κριτήρια– με επισημάνσεις μοντέρνων ιδεών, σκηνικών και ιδεογραμμάτων, ενώνουν δυνάμεις και προκαλούν θετικά ή αρνητικά, κερδίζοντας όμως και περισσότερη αποδοχή αλλά και περισσότερη εκτίμηση.

 

Καρμπόν
Γιώργος Κούβας
Κίχλη
248 σελ.
ISBN 978-618-5004-61-3
Τιμή: €14,50
001 patakis eshop


 

Τα σχόλια σας

Κάντε το σχόλιο σας, με σύνδεση από το facebook ή συμπληρώστε τα στοιχεία σας, στην παρακάτω φόρμα.

 


Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
ΚΡΙΤΙΚΕΣ > ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ
Ξενοφών Ε. Μαυραγάνης: «Εφτά και κάτι νύχτες»

Ο Ξενοφώντας Ε. Μαυραγάνης (Πλωμάρι, 1940), δικηγόρος και δημοσιογράφος για πολλά χρόνια στη Θεσσαλονίκη, πάντα ανήσυχος και δραστήριος, μετά τη συνταξιοδότησή του επιστρέφει ορμητικά στη γενέτειρά...

ΚΡΙΤΙΚΕΣ > ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ
Κώστας Λογαράς: «Τα πουλιά με το μαύρο κολάρο»

Η ιδιαίτερη περίπτωση του Κώστα Λογαρά ως συγγραφέα (ζητώ συγνώμη εκ των προτέρων για τον διθυραμβικό τόνο που θα ακολουθήσει, καθώς δεν βρήκα διαβάζοντας τίποτα το αρνητικό στο βιβλίο), και όχι...

ΚΡΙΤΙΚΕΣ > ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ
Βασίλης Δανέλλης: «Νεκρές ώρες»

Μέσα στη χορεία των αντιηρώων-πρωταγωνιστών της λεγόμενης νουάρ αστυνομικής σχολής, εξέχουσα θέση κατέχει ο πληρωμένος δολοφόνος, το μισθωμένο πιστόλι, ο εκτελεστής. Τούτο όχι πάντοτε για λόγους...

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΕΙΣ

ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΙ

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Το μήνυμά σας

Διεύθυνση

Πτολεμαίων 4
(Πλατεία Προσκόπων)
11635 Αθήνα,
Τηλ.-fax: 210.7212307
info@diastixo.gr
ISSN: 2585-2485

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

Εγγραφείτε τώρα στο newsletter μας και μάθετε πρώτοι τα τελευταία νέα για το βιβλίο και για τις τέχνες.

 

Το email σας: