A+ A A-

«Βραδινός περίπατος στις εξοχές της Νεάπολης Λακωνίας» της Ελένης Σαραντίτη

«Βραδινός περίπατος στις εξοχές της Νεάπολης Λακωνίας» της Ελένης Σαραντίτη
Αυτές τις μέρες παρακολουθήσαμε όλοι, άλλοι ταραγμένοι, άλλοι κατηφείς και άλλοι περίλυποι την καταστροφή μιας μικρής όμορφης πόλης, της Νεάπολης Λακωνίας, από τις ανεξέλεγκτες και μαινόμενες πυρκαγιές που θέριευαν και πολλαπλασιάζονταν λόγω των ισχυρότατων ανέμων. Δεν ήταν εμπρησμός, ήταν η πτώση ενός πυλώνα της ΔΕΗ. Οι φιλήσυχοι και εργατικοί κάτοικοί της, ναυτικοί ή επιστήμονες, εργάτες ή αγρότες, έμποροι, μικροεπαγγελματίες, ομολογουμένως υποδείγματα οικογενειαρχών, μαζί με τις δυνάμεις της πυροσβεστικής έκαναν ό,τι ήταν ανθρωπίνως δυνατόν για να αποτρέψουν την εξάπλωση του πυρός, που διαρκώς γιγαντωνόταν. Ευτυχώς, είχαν να πουν, που δεν θρηνήσαμε ανθρώπους. Θρηνήσαμε όμως περιουσίες και σπίτια, ελαιώνες, ζώα και πουλιά, δέντρα εκατόχρονα και λόφους καταπράσινους, θρηνήσαμε κόπους δεκαετιών, χτήματα, σεπτά ξωκλήσια και όνειρα μελλοντικά. Θρηνήσαμε την ανημπόρια του ανθρώπου εμπρός στην άμετρη και παράλογη δύναμη. Θρηνήσαμε την πόλη και τα γύρω χωριά, που έγειραν και παραδόθηκαν στον φλογισμένο άνεμο. Και τον τόπο μας, που θα χρειαστεί δεκαετίες ως να συνέλθει και να γιάνουν οι πληγές του. Και τη γνώση ότι θα πρέπει οι κάτοικοί του να παλέψουν μόνοι τους. Αυτοί αγάπησαν, αυτοί και θα εμφυσήσουν ξανά χαρά, ζωή και ελπίδα στην πόλη τους που τώρα κείτεται ανήμπορη, περιμένοντας φροντίδα και στοργή από τα παιδιά της. Τα οποία, ας σημειωθεί, «θα τα ξαναφτιάξουμε» υπόσχονται. Και το πιστεύουν. Μακάρι· και ας θυμηθώ μια ευχή των Ινδιάνων να τους στείλω: «Είθε να έχεις τον άνεμο πίσω σου και τον ήλιο μπροστά σου!» Να σε πηγαίνει πρίμα ο άνεμος και να φωτίζει την ψυχή σου ο ήλιος.

Περίλυπη κι εγώ για τη δοκιμασία των Βατικιωτών. Βλέπετε, είμαι γέννημα-θρέμμα της όμορφης Νεάπολης, που είναι και πατρίδα των προγόνων μου, και γι’ αυτό ξεχειλίζω πάντα από ευγνωμοσύνη για ό,τι μου έχει δώσει ο τόπος μου, που τόσο δοκιμάστηκε. Για να ανταποδώσω και γιατί ήμουν γεμάτη από όσα ωραία μού χαρίστηκαν, στα βιβλία μου τον πρώτο λόγο και τον πρώτο ρόλο έχει η Λακωνία γενικώς, μα και η Νεάπολη, που στα πόδια της ξεκουράζεται η απέραντη, κατακάθαρη θάλασσα του λακωνικού κόλπου, ενώ τα ιερά του Απόλλωνα και της Άρτεμης στον καβο-Μαλιά προστάτευαν εδώ και χιλιετίες τα ελεύθερα όνειρά της.

Στο βιβλίο μου Η Χαρούλα στους εφτά ουρανούς μια από τις δυο ηρωίδες, η γεννημένη στην Νεάπολη Ειρήνη, έφηβη με νου δραστήριο και φαντασία πολυταξιδεμένη, επιχειρεί έναν βραδινό περίπατο στις μυρωμένες εξοχές της Νεάπολης. Το απόσπασμα που δημοσιεύω ας είναι ένα προσκύνημα στη μνήμη μιας ασύγκριτης ομορφιάς.

«Βραδινός περίπατος στις εξοχές της Νεάπολης Λακωνίας» της Ελένης Σαραντίτη

ΒΡΑΔΙΝΟΣ ΠΕΡΙΠΑΤΟΣ ΣΤΙΣ ΕΞΟΧΕΣ ΤΗΣ ΝΕΑΠΟΛΗΣ ΛΑΚΩΝΙΑΣ

«...Διαρκώς τα ίδια έλεγε η γιαγιά Μαριάνθη και δεν αποφάσιζε να ξεκολλήσει τα μάτια της από τη Χαρούλα. Α, στις κρίσεις της αντίρρηση δεν έφερνα. Πρώτον, γιατί στη γιαγιά δεν αρέσουν οι αντιρρήσεις και οι αντιλογίες, ε, ναι, μουτρώνει και κλείνει το στόμα πεισματικά και επιδεικτικά και απομακρύνεται από τον αντιρρησία με το μέτωπο ψηλά, σαν κάποια αρχόντισσα που την πρόσβαλαν μπροστά στα πλήθη με λόγους ταπεινωτικούς, και δεύτερον, και σπουδαιότερο, δεν αντιδρούσα, διότι, πράγματι, η Χαρούλα ήταν ό,τι ωραιότερο είχα ιδεί μέχρι τότε, στην ηλικία δηλαδή των δεκαεπτά μου χρόνων.

»Ό,τι ωραιότερο από ανθρώπους, δηλαδή, για να γίνομαι σαφής. Γιατί κι αν δεν έχω αντικρίσει ομορφιές κι ομορφιές εγώ! Της φύσης δώρα και προσφορές, βέβαια, για την οποία τρέφω μια χαρούμενη και γεμάτη ευγνωμοσύνη αγάπη να, σαν να ’ναι δεύτερη μάνα μου, ας πούμε, ή σαν να ’ναι η γιαγιά Μαριάνθη με τα ακοίμητα μάτια της και με την ακοή σε επιφυλακή, όπως και εγώ, που συχνά πυκνά νιώθω τον κόσμο να με καλεί φλυαρώντας ακατάπαυστα, μα εμπιστευτικά, για να μου συστήσει τα μακάρια πλάσματά του και τις χάρες του τις ακαταμάχητες. Αχ, ναι, και τι δεν γνώρισα. Και τι δεν μου φανέρωσε. Και μυστικούς καταπράσινους όρμους πνιγμένους στα αμάραντα λουλούδια, τις γνωστές “σεμπρεβίβες” που μοσκοβολούν ήλιο και ωκεανό χάρηκαν τα μάτια μου, και σε απομακρυσμένες πλαγιές με χρυσαφένιες τουλίπες έχω περπατήσει, σε περιοχή που ελάχιστοι από εδώ γνωρίζουν· μα αν πεις για πουλιά και ζούδια, α, νιώθω πως τα κατέχω –κατά κάποιον τρόπο, βέβαια– εφόσον τ’ αγαπώ τόσο, ίσως κομμάτι αλόγιστα θα πει κανείς. Μα αν το πει δεν θα ξέρει ότι σ’ εκείνη ακριβώς την πλημμυρισμένη από άγριες ορτανσίες και αγριοτριαντάφυλλα ρεματιά του βουνού Βαβύλα, οπού μόνο κελαηδισμούς και νερά τρεχούμενα ακούς, σ’ εκείνον εκεί τον κήπο της Εδέμ, έτυχε να με πλησιάσει ένας βασιλαετός, από τους λιγοστούς που υπάρχουν πλέον στα βουνά της Πελοποννήσου, καθώς διάβασα.

»Κατέβηκε με ήρεμες, μελετημένες κινήσεις και προσγειώθηκε κοντά μου. Μα πολύ κοντά. Στο ένα μέτρο. Και ούτε. Τι ευχαρίστηση. Μα και τι έξαψη! Στάθμευσε και στεκόταν απέναντί μου με τις ώρες, ε, καλά, τόσο μου φάνηκε, και δεν εννοούσε να αποσύρει το βαθύ, στοχαστικό βλέμμα του από πάνω μου, ούτε να αποστρέψει το ηγεμονικό ανδρείο πρόσωπο από το δικό μου, που του γελούσε άφοβα και του έγνεφε. Αυτό συνέβη παλαιότερα, άνοιξη ήταν, λίγο πριν τον ερχομό της Χαρούλας, ψηλά, στην περιοχή του Πάρνωνα, όπου είχα ανηφορίσει ώρα απογευματινή, εν μέρει για να απολαύσω τον μυστικό μου κήπο και εν μέρει για ν’ ανάψω το καντηλάκι στο ξωκλήσι της Μυρτιδιώτισσας. Ολοφάνερο βέβαια πως πρόκειται για κτίσμα πανάρχαιο, στο οποίο, αφότου θυμάμαι, φωλιάζουν σαύρες και σαμιαμίθια, σκορπιοί, νυχτοπούλια, ασβοί, κάποτε και αλεπουδάκια αμέσως μετά τον αποθηλασμό τους. “Όλοι οι καλοί χωρούν”, λέει πάντα επιγραμματικά η γιαγιά σε περιπτώσεις συνωστισμού. Και στο εκκλησάκι της Μυρτιδιώτισσας ταιριάζουν μια χαρά τα λόγια της παλιάς παροιμίας. Κοσμοσυρροή. Ανεξαρτήτως αντιπαλοτήτων μεταξύ των διάφορων νυκτόβιων. Κι εξάλλου σκέπη και προστασία δεν είναι η εκκλησία; Για όλα τα πλάσματα του θεού, λέω γω.

»Το καντηλάκι, δυστυχώς, παρέμεινε σβηστό και άφεγγη η μαυρισμένη από την αρχαία πυρκαγιά εικόνα της Μυρτιδιώτισσας. Με το που αντίκρισα εμπρός μου τον περήφανο και πελώριο βασιλιά των πουλιών λησμόνησα και καντήλι και Παναγιά κι αφέθηκα στη γλυκιά αυστηρότητα των απαιτητικών ματιών του. Όταν πια συνήλθα, κι αφού εκείνος είχε απομακρυνθεί βιαστικά, μ’ ένα μονάχα άνοιγμα, ένα δυνατό πλανάρισμα των καστανών κι επιβλητικών, μήκους περίπου δυο μέτρων, φτερών του, ποιος ξέρει για πού, σ’ αναζήτηση της συντρόφου του ίσως, είχε νυχτώσει για τα καλά. Έβγαλα τον μακρύ κατήφορο ελαφρώς σκιαγμένη. Με φόβιζαν οι σκιές των δέντρων και τα συρσίματα των ερπετών. Τα κλαδιά, λέει, ήταν χέρια των ξωτικών που είχαν βάλει στο μάτι τα μακριά κατσαρά μαλλιά μου, και τα συρσίματα και οι πνιχτοί θόρυβοι ήταν βέβαιο πως προέρχονταν από φίδια και ανήσυχα πετούμενα ή και από άγνωστα κακόβουλα πλάσματα της νύχτας.

»Αλλά θαρρώ πως ήμουν υπερβολικά ευαίσθητη, γι’ αυτό και τρομαγμένη εκείνο το βράδυ· ίσως λόγω της γνωριμίας μου με τον βασιλαετό. Διότι, εδώ που τα λέμε, οι ήχοι ήταν σιγανοί και ειρηνικοί και ακούγονταν σαν να καλωσόριζαν τα άστρα που ό,τι εδραιώνονταν στον ουρανό. Ο έναστρος ουρανός, Θεέ μου! Τι πανηγύρι εκείνη τη νύχτα! Σαν να άνοιγε τις πύλες του το σύμπαν εκεί επάνω στις απάτητες απλωσιές του...

«Βραδινός περίπατος στις εξοχές της Νεάπολης Λακωνίας» της Ελένης Σαραντίτη

»Ή, το άλλο πάλι, και ας μην μπω σε πολλές λεπτομέρειες, πρώτη, και μου φαίνεται μόνη, εγώ από όλους τους γνωστούς και τους χωριανούς, τα τελευταία χρόνια, δεν αντίκρισα αυτό το ζώο, που όμοιό του στην ομορφιά και στην επιβολή δεν ξαναείδα; Εκείνο που έφερνε σε τεράστια γάτα, μια κούκλα, Χριστέ μου, μια καλλονή με μακριά πόδια και εξαίσιο τρίχωμα, που αλλάζει αναλόγως της περιοχής κατοικίας του, το σπάνιο αυτό ζώο που οι ντόπιοι ονομάζουν ρέσο, αλλά οι φυσικοί αγριόγατο το καλούν. Ή αγριογαλή. Υπάρχουν και άλλοι που ισχυρίζονται ότι ο ρέσος είναι ο λύγκας των Βαλκανίων. Νυκτόβιος. Σαρκοφάγος. Κάποτε είχα διαβάσει ότι στους αρχαίους λαούς ήταν γνωστός ως αίλουρος. Ήταν δε αρκετά σεβαστός. Πάντως γένος πολυπληθές. Στις μέρες μας, όμως, “τείνει να εξαφανισθεί”, γράφουν οι βιολόγοι. Σήμερα, στα μέρη μας, και στις δασωμένες πλαγιές, διηγούνται κάποιοι με ανατριχίλα φόβου, στήνει πολύωρες ενέδρες, και πως δεν έχει οίκτο για τα θύματά του. Ότι φυλά μοχθηρά αισθήματα μέσα του. Λένε. Καλός ή κακός ο ρέσος, ο αγριόγατος δηλαδή, δηλαδή ο αίλουρος, ή λύγκας, ή αγριογαλή να πούμε, είναι κι εδώ είδος υπό εξαφάνιση. Αφού σε ολόκληρη –την απέραντη– περιοχή του καβο-Μαλιά, πιστεύεται πως έχει μείνει μόνο ένας. Μάλιστα, δίχως το ταίρι του πια. Που στην αρχή του χαμού του το καλούσε με κραυγές απερίγραπτες, με ουρλιαχτά ανατριχιαστικά· μάλιστα, αν και από τότε έχουν περάσει τέσσερα-πέντε χρόνια, ακόμη θυμούνται τον θρήνο του στα αγροτόσπιτα.

»Όπως κι αν έχει, αυτόν τον ένα και μοναδικό είχα την τύχη να τον ανταμώσω ελόγου μου, έτσι, στα καλά του καθουμένου. Ήμουν δε μόνη. Ως συνήθως, σ’ αυτές τις εξορμήσεις μου. Ολομόναχη, και όμως στη θέα του δεν φοβήθηκα. Τόσος ο θαυμασμός μου. Κι άλλη τόση η έκπληξή μου. Μόνο που ίδρωσα. Αλλά αυτές οι οσμές, αυτές οι γεύσεις και όλα τα αισθήματα της αγάπης, ή του φόβου, ακόμη και της στενοχώριας, φυσικά και του θαυμασμού, της χαράς βέβαια, με τον ιδρώτα, ή μέσω άλλων οδών, διαχέονται στο περιβάλλον, λέει, και τις λαμβάνει ο άλλος. Και έτσι το μαγικό ζώο δεν με πείραξε, εκείνος εκεί ο πανέμορφος αγριόγατος στάθηκε φιλικός αντίκρυ μου. Μόνο που με κοιτούσε. Αλλά, Παναγιά μου, πώς με κοιτούσε! Πόσο βαθιά μ’ εξέταζε! Σαν να με γύμνωνε από το ιδρωμένο μακό μπλουζάκι. Ή σαν να έλεγε, “Εντάξει μέχρις εδώ, αλλά τώρα δεσποινίς μου δίνε του. Και κακώς ξάμωσες στην επικράτειά μου. Τι, δεν έχεις ακουστά πως όλη αυτή την περιοχή του Αϊ-Γιώργη και μακρύτερα ακόμη, μήπως και μέχρι τον Άγιο Θωμά τον εν Μαλεώ, ελόγου μου την κουμαντάρω έτσι και αρχίσει να απλώνεται το σκοτάδι κι ώσπου να ξημερώσει; Α, ναι, πώς και δεν συναπαντιέμαι με άλλους χωριανούς... Απλώς δεν συμπίπτουν οι ώρες μας. Ούτε και τα γούστα μας, υποθέτω. Αγαπώ τη νύχτα. Λατρεύω τη μοναξιά. Ε, ορίστε! Κι εσύ; Πώς από δω τέτοια ώρα; Ξεστράτισες ή είσαι καμιά ξωτικιά; Χμ... Αν είσαι το δεύτερο έχει καλώς”.

»Το φεγγάρι έλουζε το τοπίο, ώρα απόκοσμη, κι εκείνος στεκόταν ατάραχος σαν αυτοκράτορας μετά τη στέψη. Περήφανος, συγκαταβατικός, ακατάδεχτος. Και απόμακρος. Η νύχτα ήταν φωτόλουστη. Έβλεπα καλά το τρίχωμά του. Γυάλιζε από υγεία και καλή ζωή. Αρκετά μακρύ και γκριζωπό, με ραβδώσεις. Σαν τιγράκι, να πούμε. Κι εκείνα τα μάτια του! Άσ’ τα, αν δεν έδειχνε τόσο ανώτερος, τόσο αριστοκράτης πάππου προς πάππου, θα τα φοβόμουν εκείνα τα μάτια που, κάτω από το φως, οι κόρες τους έπαιρναν σχήμα κάθετης σχισμής, ενώ όταν τα χαμήλωνε κι αυτά σκιάζονταν, οι κόρες γίνονταν ολοστρόγγυλες. Κάτω από άλλες περιστάσεις –ποιες περιστάσεις, άραγε; Υπάρχουν άλλες πιο επίφοβες κι ανησυχητικές;– θα τα φοβόμουν τα μάτια του σκοτεινού μοναχού ζώου. Μα τότε απλώς με καθήλωναν. Τον στύλωνα. Το βλέμμα του δεν ξεκολλούσε από το δικό μου. Μόνο που αραιά και πού το έστρεφε προς τα κάτω, στα πόδια μου, που ήταν ξεκάλτσωτα και εκτεθειμένα στα σερπετά και στα φρυγμένα αγριόχορτα, στ’ αγκάθια. Ανάσαινε βαριά, Παναγιά μου!

»Πλοία διάβαιναν ανοιχτά του Κάβου, βάρκες ψάρευαν κοντύτερα, φωνές μεγεθυσμένες από την ησυχία της θάλασσας έφθαναν μέχρις εμάς, και τ’ άστρα στριμώχνονταν λαμπερά και αμέτρητα, θαρρείς για να μας δουν. Να δουν μια έφηβη στην ερημιά, μια απερίσκεπτη κοπέλα να σηκώνει το χέρι για να χαϊδέψει τη ράχη του ρέσου κι εκείνος, ο αιμοβόρος με τ’ όνομα, να στέκει σαν κατοικίδιο ήρεμο και μαλακό κι ευχαριστημένο και ν’ απολαμβάνει χάδια και γλυκόλογα. Για πολύ λίγο όμως ακόμη, καθώς το ζώο ξάφνου τέντωσε τα τριγωνικά αυτιά, αφουγκράστηκε, σκλήρυνε το κορμί του και με δυο σάλτους, μην τον είδατε. Ούτε που με κοίταξε. Θα οσμίστηκε κυνήγι, θήραμα. Κυνηγός από παλιά ο αίλουρος, σου λέει.

»Με άφησε με άδεια χέρια και άδεια καρδιά έτσι απρόσμενα που εγκατέλειψε τη συντροφιά μου. Τον ήθελα. Κι άλλο. Τον ήθελα κοντά μου για να λαχταρώ και να φοβάμαι. Και για να αισθάνομαι πως είμαι ένα από τα πλάσματα της νύχτας κι εγώ. Δεν τον ξανάδα. Αντιθέτως, στην επιστροφή, και στο γεφυράκι του Διακονιάρη, είδα τον πατέρα μου που μόλις την περασμένη Πέμπτη είχε ξεμπαρκάρει από το τάνκερ, όπου ταξίδευε για δεκατέσσερις συνεχείς μήνες· χρειαζόταν ξεκούραση και ακόμη περισσότερο την οικογένεια, κι εμείς, ας μη μιλώ άλλο για τη χαρά μας. Τώρα πηγαινοερχόταν κάτω από την κολόνα της ΔΕΗ κι έδειχνε ανήσυχος, ξεχώριζε από μακριά η ταραχή του, αφού όταν με είδε ακινητοποιήθηκε.

»“Έλα, πια! Μας έσκασες απόψε, το παρατράβηξες. Λίγο ακόμη και θα πηγαίναμε στο Τμήμα. Άσε πια τη μάνα σου...” Μ’ έπιασε, όχι και τόσο απαλά, από τους ώμους και με οδήγησε στο σπίτι, μα εκεί, και συγκεκριμένα στο κατώφλι, στεκόταν η γιαγιά Μαριάνθη.

»“Σαν τι καλά νέα μάς φέρνεις απόψε, Ρηνούλα, κόρη μου; Είχαμε κανένα τυχερό συναπάντημα, παιδί μου;” ακούστηκε κάθε άλλο παρά ανήσυχη η φωνή της. Τα μάτια της στο μισοσκόταδο της σκάλας δεν ξεχώριζαν, ήξερα όμως πως θα έλαμπαν γεμάτα περιέργεια. Σαν της γάτας.»

 

Διαβάστε επίσης
ΑΠΟΨΕΙΣ
«Θα τα ξαναπούμε στο Πάλε…» του Πέτρου Γκάτζια

Η πόλη καίγεται σαν ένα κομμάτι θυμίαμα. Στον καπνό βρυχάται η συνείδησή μας.Ράντοβαν Κάρατζιτς Ο Μπόμπαν δακρύζει όταν του ζητούν να πει δυο λόγια στον παλιό του γείτονα, τον Εμίρ, μπροστά σε μια κάμερα. Τους...

ΑΠΟΨΕΙΣ
«Για τη Βούλα Μάστορη» του Μάνου Κοντολέων

«Δεν μπορείς να πετάξεις κρατώντας το κλουβί σου» Το έργο ενός συγγραφέα αποτιμάται όταν πλέον μπορεί να θεωρηθεί πως έχει περατωθεί. Και η περάτωση ενός συγγραφικού έργου είμαστε βέβαιοι πως συντελείται με...

ΑΠΟΨΕΙΣ
«Γιώργος Χρονάς: Το μέλλον διαρκεί πολύ» του Σταύρου Σταυρόπουλου

«Το μέλλον διαρκεί πολύ». Η φράση είναι του Αλτουσέρ και αποτελεί και τον τίτλο της αυτοβιογραφίας του. Βέβαια, υπάρχει μια συνθήκη, μια αναγκαία παράμετρος. Να το τροφοδοτείς συνέχεια με παρόν....

ΦΙΛΙΚΑ SITE

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Email:
Θέμα:
Μήνυμα:

ΠΤΟΛΕΜΑΙΩΝ 4 (ΠΛΑΤΕΙΑ ΠΡΟΣΚΟΠΩΝ)
11635 ΑΘΗΝΑ, ΤΗΛ.-FAX: 210-7212307
info@diastixo.gr

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

*  Το email σας:

ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΔΙΚΤΥΑ

facebook icontwitter icongoogle plus iconpinterest iconyoutube iconrss icon

Με την υποστήριξη του diastixo.gr - Designed by: artspr