A+ A A-

«Η γενεαλογία των μάντεων στον αρχαιοελληνικό κόσμο» (Μέρος Γ’) της Ελένης Λαδιά

«Η γενεαλογία των μάντεων στον αρχαιοελληνικό κόσμο» (Μέρος Γ’) της Ελένης Λαδιά


Στην μνήμη της μητέρας μου, Ευδοξίας Λαδιά

Τροφώνιος

«Βούιξε στο άντρο: γέλια οράσεις ψέμματα
χρησμοί μαντείες.»[1] Δ.Π. Παπαδίτσας

Για τον Τροφώνιο θρυλούνται τα εξής: Ο Εργίνος[2], βασιλεύς των Μινύων, μετά την ήττα του από τον Ηρακλέα κι έχοντας χάσει μεγάλο πλούτο, αφιέρωσε την ζωή του στην συγκέντρωση περιουσίας παραμελώντας όλα τα άλλα. Έτσι, έφτασε στα γηρατειά χωρίς να νυμφευθεί και να αποκτήσει παιδιά. Όταν πήγε στην Πυθία να ζητήσει χρησμό, εκείνη του μίλησε με παραβολές, αφού του επισήμανε πως ήλθε αργά. «Όμως, έστω και τώρα, βάλε νέα κεφαλή στον ιστοβολέα του αλετριού σου». Ο Εργίνος κατάλαβε το νόημα του χρησμού, νυμφεύτηκε νέα γυναίκα και απέκτησε δύο τέκνα: τον Τροφώνιο και τον Αγαμήδη. Ο Παυσανίας πίστευε το θρυλλούμενο πως ο Τροφώνιος ήταν γιος του Απόλλωνος. Όταν τα παιδιά μεγάλωσαν, έγιναν περίφημοι κατασκευαστές για ιερά θεών και ανάκτορα θνητών. Έκτισαν τον ναό του Απόλλωνος στους Δελφούς και το θησαυροφυλάκιο του Υριέως, όπου τα δύο αδέλφια τοποθέτησαν έξω από το τείχος έναν λίθο κατά τέτοιον τρόπο, ώστε να τον αφαιρούν μόνον οι ίδιοι. Έτσι, έκλεβαν κι ένα μέρος από τον θησαυρό του Υριέως. Εκείνος το κατάλαβε, έστησε παγίδα κι έπιασε τον Αγαμήδη. Τότε ο Τροφώνιος, φοβούμενος μήπως ο Αγαμήδης ομολογούσε και την δική του συμμετοχή, έκοψε το κεφάλι του αδελφού του. Αυτό βεβαίως, όπως και το φονικό του Θεοκλύμενου, δεν εμπόδισε στο χάρισμα της μαντείας. Η γη άνοιξε και κατάπιε τον Τροφώνιο, όπως κάποτε τον Αμφιάραο. Στα Βοιωτικά του ο Παυσανίας αναφέρει λεπτομερώς τα σχετικά με το Τροφώνιο άντρο. Όποιος, λοιπόν, ήθελε να κατεβεί στο ιερό του Τροφωνίου, έπρεπε να μείνει μερικές ημέρες σε ένα οίκημα, που ονομαζόταν του αγαθού Δαίμονος και της αγαθής Τύχης. Λουζόταν στον ποταμό Έρκυνα και τρεφόταν με τα κρέατα των θυσιών. Ένας μάντις προέλεγε από τα σπλάχνα των θυσιασμένων ζώων, αν ο Τροφώνιος θα ήταν ευμενής εις τον κατεβαίνοντα. Όταν οι οιωνοί ήταν καλοί, ο ενδιαφερόμενος κατέβαινε στο άντρο. Δύο νεανίσκοι δεκατριών ετών, γιοι πολιτών της Λεβαδείας, τον έλουζαν και τον άλειφαν με λάδι. Μετά τον έπαιρναν οι ιερείς και τον οδηγούσαν στις πηγές του νερού, που ήταν η μία κοντά στην άλλη. Εκεί έπρεπε να πιει από το νερό της Λήθης, για να ξεχάσει τα παλιά βάσανα και τις έγνοιες, και μετά από το νερό της Μνημοσύνης, για να θυμηθεί όλα όσα θα έβλεπε μες στο Τροφώνιον. Κατόπιν, ο ενδιαφερόμενος έβλεπε το άγαλμα του Τροφωνίου, το καμωμένο από τον Δαίδαλο, κι αφού προσευχόταν σε αυτό, πήγαινε προς το μαντείο φορώντας λινή πουκαμίσα, ζωσμένη με ταινίες, και ντόπια υποδήματα. Ο περιηγητής αναφέρει: «Το μαντείο είναι στο όρος, πάνω από το άλσος. Υπήρχε μια πλατφόρμα με κυκλικό περίγραμμα από λευκό μάρμαρο, της οποίας η περιφέρεια έχει τις διαστάσεις του πιο μικρού αλωνιού, και το ύψος της πλησιάζει τους δύο πήχεις. Μέσα στον περιφραγμένο χώρο υπήρχε χάσμα γης τεχνητό και καλοκτισμένο, με τέλειους τους αρμούς των λίθων. Για να κατέβει κανείς στο βάθος, του έφερναν μια σκάλα στενή και ελαφριά, διότι δεν υπήρχε κτιστή. Ο κατερχόμενος ξαπλώνεται ανάσκελα στο έδαφος, κρατώντας γλυκίσματα ζυμωμένα από κριθαράλευρο και μέλι, και βάζει πρώτα στην τρύπα τα πόδια του, για να συρθεί κατόπιν μέσα και ο ίδιος. Αν τα γόνατά του βρεθούν μες στην τρύπα, το υπόλοιπο σώμα έλκεται ευθύς ακολουθώντας τα γόνατα, όπως ένα πολύ μεγάλο και πολύ γρήγορο ποτάμι μπορεί να ρουφήξει τον άνθρωπο, που τον άρπαξε με την δίνη του. Όσοι κατεβαίνουν, γυρίζουν πίσω από το ίδιο στόμιο και βγάζοντας πρώτα τα πόδια» (Βοιωτικά 39.9). Ο χρηστηριαζόμενος που ανεβαίνει από το Τροφώνιο ακολουθεί μία καθιερωμένη διαδικασία. Οι ιερείς τον οδηγούν σε ένα κάθισμα, το λεγόμενο της Μνημοσύνης, που βρίσκεται κοντά στο άδυτο. Τον ρωτούν για όσα είδε και διδάχτηκε. Κατόπιν, τον παραδίδουν φοβισμένο στους οικείους του, που τον φέρνουν στο οίκημα του αγαθού Δαίμονος και της αγαθής Τύχης. Στην αρχή, ο τρομαγμένος άνθρωπος δεν γνωρίζει ούτε τον εαυτό του ούτε τους άλλους. Πολύ αργότερα έβρισκε το γέλιο του. Γι’ αυτό και η φράση «εις Τροφωνίου μαντεύεται» σήμαινε τον άνθρωπο που βρισκόταν σε μελαγχολία. Ο Παυσανίας βεβαιώνει πως ο ίδιος χρηστηριάστηκε στο Τροφώνιον. Ο πιστός του Τροφωνίου ενδιαφερόταν να μάθει για την επίγεια ζωή. Το Τροφώνιο επισκέφτηκε, ως γράφει ο Φιλόστρατος, και ο Απολλώνιος ο Τυανεύς. Ο σοφός των Τυάνων βγήκε στην επιφάνεια της γης ύστερα από επτά ημέρες. Κανείς μέχρι τότε δεν κάθισε τόσο πολύ χρόνο. Στα χέρια του κρατούσε ένα βιβλίο, όπου υπήρχε η απάντηση στην ερώτησή του: «Ποια είναι κατά την γνώμη σου, Τροφώνιε, η αρτιότερη και καθαρότερη φιλοσοφία;» Το βιβλίο περιείχε τις γνώμες του Πυθαγόρου· απόδειξη πως το Μαντείο συμφωνούσε με την πυθαγόρεια φιλοσοφία. Για την φιλοσοφία, για το δαιμόνιο του Σωκράτους αλλά και για τα πάντα, αφού όλα είναι αξιοθαύμαστα, ήθελε να μάθει ο νεαρός Χαιρωνεύς, ο Τίμαρχος, και κατέβηκε στο Τροφώνιο άντρο. Τα τρία μερόνυχτα του Τιμάρχου περιγράφονται από τον Πλούταρχο στο σπουδαίο έργο του Περί του Σωκράτους δαιμονίου (κεφ.29 κ.ε.).

Κάλχας

«Περιφέρομαι, λοιπόν, στην Τροία μακρυμάλλης Αχαιός/ ή ξυρισμένος Αρπαλίων/ Έκτωρ στην καρδιά και Διομήδης στο χέρι, αλαλάζω κι/ αλαλάζω/ ο Κάλχας –φωνάζω–/ αχ, ο Κάλχας ο ψεύτης,/ κι ο Κάλχας είμαι εγώ/ Και βροντούν μες στο θάνατο οι πανοπλίες που τις σκυλεύει/ ο αδελφός/ κι ο αδελφός είμαι εγώ.» Δ.Π. Παπαδίτσας[3]

Κατά τον Όμηρο, η μαντεία του είχε μεγάλο εύρος: γνώριζε τα παρόντα, τα μέλλοντα και τα παρελθόντα (ος ήδη τα τ’ εόντα τα τ’ εσσόμενα προ τ’ εόντα). Η μαντοσύνη του συνδέεται με τα Τρωικά. Ο μάντις ήταν από τον πατέρα του Θέστορα (Κάλχας ο Θεστορίδης) θεϊκής καταγωγής. Καταγόταν από τις Μυκήνες ή από τα Μέγαρα. Ο Κάλχας πριν από την εκστρατεία εναντίον της Τροίας κακοκάρδισε τον Αγαμέμνονα στην Αυλίδα. Στην ευριπίδεια τραγωδία Ιφιγένεια εν Αυλίδι, ο μάντις πληροφορεί τον αρχιστράτηγο Αγαμέμνονα πως η Άρτεμις με τον σφοδρόν άνεμο εμπόδιζε τα πλοία να αποπλεύσουν, διότι ήταν οργισμένη. Ο Αγαμέμνων είχε σκοτώσει την αγαπημένη της έλαφο κι έτσι ζητούσε για αντάλλαγμα την θυσία της πρωτότοκης κόρης του, της Ιφιγένειας. Στην Α ραψωδία της Ιλιάδος, ο Κάλχας καλείται από τον Αχιλλέα να ανακαλύψει την αιτία του φοβερού λοιμού που έπεσε στο στρατόπεδο των Αχαιών μαζί με τα φοβερά βέλη του εκηβόλου Απόλλωνος. Αιτία ήταν πάλι ο Αγαμέμνων, διότι δεν έδινε την Χρυσηίδα, το έπαθλό του, στον πατέρα της, Χρύση, ιερέα του Απόλλωνος, ο οποίος με λύτρα και δάκρυα ζητούσε να εξαγοράσει την θυγατέρα του (ραψωδία Α, στ.69, 86, 105). Στην ραψωδία Β (στ.300, 322) ο μάντις Κάλχας μαντεύει πως το δέκατο έτος του πολέμου (είχαν ήδη περάσει τα εννέα και τα καράβια σάπιζαν) θα γινόταν η άλωση της Τροίας. Ο Απολλόδωρος[4] αναφέρει πως όταν ο Αχιλλεύς έγινε εννέα ετών, ο Κάλχας προφήτευσε πως ήταν αδύνατον να κυριευθεί η Τροία χωρίς αυτόν. Στην Επιτομή του δίνει και άλλες πληροφορίες. Όταν ο στρατός συγκεντρώθηκε στην Αυλίδα, ύστερα από μία θυσία στον Απόλλωνα, ένα φίδι (δράκων) όρμησε από τον βωμό στην φωλιά που έφτιαξαν τα πουλιά στον κοντινό πλάτανο. Το φίδι έφαγε τα οκτώ στρουθία και ενάτη την μητέρα τους. Τότε ο Κάλχας προφήτευσε πως θα χρειάζονταν δέκα έτη για την άλωση της Τροίας. Σε άλλη προφητεία είπε πως δεν θα κυριευθεί το Ίλιον, αν δεν έχουν μαζί τους οι Έλληνες τα τόξα του Ηρακλέους. Ο Οδυσσεύς με τον Διομήδη πήγαν στην Λήμνο, όπου ζούσε ο Φιλοκτήτης με το πληγωμένο πόδι, παίρνει με δόλο τα τόξα και τον πείθει να τους ακολουθήσει. Ο Φιλοκτήτης πήγε στην Τροία και θεραπεύτηκε από τον Ποδαλείριο και με το τόξο σκότωσε τον Αλέξανδρο. Στο τέλος ο Αμφίλοχος, ο Κάλχας, ο Λεοντεύς, ο Ποδαλείριος και ο Πολυποίτης αφήνουν τα πλοία τους στο Ίλιον και φθάνουν διά ξηράς στον Κολοφώνα. Εκεί πέθανε και θάφτηκε ο μάντις Κάλχας. Κι όπως σε όλη του την ζωή έζησε με την μαντική του, πέθανε από αυτήν, διότι υπήρχε μια προφητεία (ίσως του Έλενου) πως ο Κάλχας θα πέθαινε, αν συναντούσε άλλον μάντι σοφότερό του. Όταν λοιπόν στον Κολοφώνα κατέλυσαν στον οίκο του μάντεως Μόψου, γιου του Απόλλωνος και της Μαντούς, θυγατέρας του Τειρεσίου, ο Μόψος λογομάχησε με τον Κάλχα για την μαντική. Μία από τις ιστορίες που διασώζονται είναι η εξής: Ο Κάλχας τον ρώτησε: «Πόσα σύκα έχει το δένδρο;» Ο Μόψος απάντησε: «Μια μυριάδα κι έναν μέδιμνο κι ένα σύκο περίσσιο».[5] Και βρέθηκαν σωστά. Κατόπιν, ρώτησε ο Μόψος τον Κάλχα για μία επίτοκη γουρούνα: «Πότε θα γεννήσει και πόσα μικρά έχει στην κοιλιά της;» Ο Κάλχας απάντησε: «Οκτώ». Ο Μόψος γέλασε και είπε πως αυτή η μαντεία ήταν αντίθετη από την σωστή. «Εγώ», του αποκρίθηκε χαμογελώντας, «ως γνήσιο τέκνο του Απόλλωνος και της Μαντούς, εμπλουτίζω διαρκώς την οξυδέρκειά μου και μαντεύω πως δεν έχει οκτώ μικρά στην κοιλιά, αλλά εννέα, και πως θα γεννήσει αύριο την έκτη ώρα». Κι όταν αυτό επαληθεύθηκε, ο Κάλχας πέθανε από θλίψη και θάφτηκε στο Νότιον.

Μία απομυθοποίηση της μαντείας βρίσκουμε στα λόγια του αγγέλου (αγγελιαφόρου) στην Ελένη του Ευριπίδου (στ.744-760) που απευθύνει στον Μενέλαο. «Αυτά θα γίνουν, βασιλιά μου, όμως/ ανόητες βλέπω οι μαντείες είναι,/ ψευτιές γεμάτες. Και καμιά δεν βγαίνει/ αλήθεια από τις φλόγες της θυσίας/ κι από το λάλημα πουλιώνε ούτε·/ πολύ ανόητο είναι να πιστεύεις/ πως τα πουλιά βοηθούνε τους ανθρώπους./ Καθόλου δεν εμίλησεν ο Κάλχας/ ουδέ σημάδι έδωσε κανένα/ στο στράτευμα, ενώ έβλεπε δικούς μας/ για χάρη να πεθαίνουν μιας νεφέλης,/ κι ο Έλενος, κι άδικα πάει η Τροία./ “Γιατί ο θεός τούς είχε εμποδίσει/να μιλήσουν;” θε να ’λεγε κανένας./ Να τρέχουμε ποιος λόγος στις μαντείες;/ Με τις θυσίες πρέπει να ζητάμε/ απ’ τούς θεούς τ’ αγαθά να μας δίνουν,/ και τις μαντείες να τις παρατάμε·/ σαν δόλωμα οι άνθρωποι τις βρήκαν/ για κέρδος, και ποτέ αργός κανένας/ δεν πλούτισε απ’ τις φλόγες της θυσίας·/ η κρίση η πιο σωστή κι η σωφροσύνη/ για μένα λογαριάζεται σαν μάντης.»[6]

Ίαμος

Στο ανατολικό αέτωμα από τον ναό του Διός στην Ολυμπία απεικονίζεται ένας σχεδόν ώριμος άνδρας. Τα μαλλιά του και τα γένια του, τόσο βοστρυχωτά σαν μικρά φιδάκια, στολίζουν το γαλήνιο πρόσωπό του. Το δεξί του χέρι με τα ανάγλυφα δάκτυλα ακουμπά στο μάγουλό του σε κίνηση στοχασμού. Λέγεται πως είναι ο Ίαμος, ο μάντις, ο πρώτος σε μία γενεά μάντεων, των Ιαμιδών, γιος και εγγονός θεών.[7] Στον 4ο Ολυμπιόνικο, ο Πίνδαρος μας διηγείται την ιστορία του. Η μητέρα του, Ευάδνη, ήταν θυγατέρα της Πιτάνης και του Ποσειδώνος. Η Πιτάνη έκρυβε την εγκυμοσύνη της κάτω από τα φαρδιά της ενδύματα και, μόλις γέννησε την Ευάδνη με τα βιολετιά μαλλιά, την έστειλε, βρέφος ακόμη, στον Αίπυτο, γιο του Ελάτου και βασιλέως της Φαισάνης στην Αρκαδία, κοντά στον Αλφειό ποταμό. Η Ευάδνη μεγάλωνε εκεί, αλλά είχε την τύχη της μητέρας της. Ήταν αγαπημένη του Απόλλωνος και έσμιγε μαζί του. Ο Αίπυτος αντιλήφθηκε την εγκυμοσύνη της, οργίστηκε αλλά, σκεφτόμενος συνετότερα, πήγε στους Δελφούς για να λάβει χρησμό. Στο μεταξύ, η Ευάδνη μες στο δάσος, αφήνοντας καταγής την πορφυρή της ζώνη και το αργυρό λαγήνι, γέννησε το θεοφόρο αγόρι. Κατόπιν, το εγκατέλειψε με θλίψη έκθετο. Τότε δύο γλαυκόχρωμα φίδια προστάτευαν το παιδί, ταΐζοντάς το μέλι, σύμφωνα με την βουλή των θεών. Όταν επέστρεψε ο Αίπυτος από τους Δελφούς, ενδιαφέρθηκε για το παιδί, διότι έλεγε ο χρησμός πως ήταν γιος του Φοίβου Απόλλωνος και πως θα γινόταν μέγας μάντις, γενάρχης μια γενεάς μάντεων. Κανείς όμως δεν γνώριζε πού βρισκόταν. Το πενταήμερο βρέφος ήταν κρυμμένο μες στα βάτα και τα σχοίνα με το σώμα του δροσερό από το ξανθό και πορφυρό χρώμα των μενεξέδων. Γι’ αυτό και η μητέρα του, Ευάδνη, με τα βιολετιά μάτια, το ονόμασε Ίαμο, λουλουδένιο, μενεξεδένιο. Όταν μεγάλωσε ο Ίαμος, κατέβηκε μέχρι τα νερά του Αλφειού ποταμού ολομόναχος μέσα στην έρημη νύκτα, όπου επικαλέστηκε τον πάππο του Ποσειδώνα και τον πατέρα του Απόλλωνα να του δώσουν ένα χάρισμα χρήσιμο για τον ίδιο και τους ανθρώπους. Ο Απόλλων απάντησε μες στην νύκτα, λέγοντάς του να ακολουθήσει την φωνή του. Όταν έφτασαν κι οι δυο στον Κρόνιο βράχο, ο Απόλλων του χάρισε τον δίδυμο θησαυρό της μαντικής να ακούει την αψευδή φωνή του θεού. Κατόπιν τον συμβούλευσε, όταν ο Ηρακλής θα γινόταν ο ιδρυτής των Ολυμπιακών Αγώνων, να κτίσει εκεί ένα μαντείο. (Κατά τον Πίνδαρο, ιδρυτής των Ολυμπιακών Αγώνων ήταν ο γιος του Διός και της Αλκμήνης, του οποίου τα άθλα απεικονίζονται στις μετόπες του ναού του Διός στην Ολυμπία, και όχι ο Ιδαίος Δάκτυλος Ηρακλής κατά μία άλλη παράδοση. Ο μάντις Ίαμος, το βρέφος που μεγάλωσαν τα φίδια, αυτοί οι προπομποί της μαντείας, έγινε ο γενάρχης του ενδόξου σε ολόκληρη την Ελλάδα γένους των Ιαμιδών.)

Πρωτεύς

Γι’ αυτόν τον μάντι διηγείται ο Μενέλαος στον Τηλέμαχο, όταν ο τελευταίος τον επισκέφτηκε στην Σπάρτη, για να μάθει τα σχετικά με τον πατέρα του (Οδύσσεια δ, στ.349-570). «Θα σου πω τα πάντα αληθινά, όπως μου τα εξιστόρησε ο θαλάσσιος γέρων, ο αλάθητος», του υποσχέθηκε.

Οι θεοί κρατούσαν τον Μενέλαο στην Αίγυπτο, διότι τα σφάγια των θυσιών του δεν ήταν επαρκή και αψεγάδιαστα. Κι εκείνος λαχταρούσε να επιστρέψει στην πατρίδα του. Υπήρχε ένα μικρό νησί μπροστά στην Αίγυπτο, ονομαζόταν Φάρος, κι είχε καλό λιμάνι για αγκυροβόλι. Εκεί κρατούσαν οι θεοί τον Μενέλαο είκοσι ημέρες, κι ακόμη δεν είχαν πνεύσει οι ούριοι θαλασσινοί άνεμοι. Όμως τον λυπήθηκε η Ειδοθέη, η θυγατέρα του δυνατού θαλασσίου γέροντος. Κάποια ώρα τον συνάντησε να περπατά ολομόναχο, ενώ οι σύντροφοί του ψάρευαν. Ρώτησε για την αιτία της θλίψης του κι αυτός της εκμυστηρεύθηκε την δυστυχία του. Η θαυμασία θεά τού είπε πως εδώ συχνάζει ο αθάνατος Πρωτεύς από την Αίγυπτο, ο οποίος γνωρίζει όλα τα βάθη της θάλασσας, είναι υπηρέτης του Ποσειδώνος και δικός της πατέρας. Αυτός θα μπορούσε να του πει τα πάντα. Ο Μενέλαος ρώτησε για τον τρόπο, με τον οποίον θα τον συναντούσε. «Λοιπόν εγώ, ξένε, θα σου μιλήσω με πολλήν ειλικρίνεια. Όταν ο ήλιος βρίσκεται στη μέση τ’ ουρανού, τότε βαδίζει μες στα κύματα ο θαλασσινός γέρος που ξέρει την αλήθεια, τυλιγμένος στους μαύρους κυματισμούς που κάνει με την πνοή του ο Ζέφυρος, και βγαίνοντας κοιμάται σε βαθουλές σπηλιές. Κοπάδια οι φώκιες, τα παιδιά της όμορφης θαλασσινής θεάς, κοιμούνται ολόγυρά του, πηδώντας μέσ’ από τ’ αφρισμένα κύματα, κι ανασαίνουνε βαριά τη μυρουδιά του πάτου της θάλασσας. Εκεί θα σε οδηγήσω εγώ μόλις φτάση η αυγή και στη σειρά θα σας βάλω να πλαγιάσετε· συ όμως να διαλέξης τρεις συντρόφους σου, τους καλύτερους που σου βρίσκονται στα γερά καράβια.»[8] Ύστερα από αυτή την ποιητική περιγραφή, η Ειδοθέη τον προειδοποιεί για τα τεχνάσματα του θαλασσίου γέροντος μέσα από μία σειρά μεταμορφώσεων. Θα γίνει κάθε τι από τα ζωντανά πλάσματα, νερό και φλόγα, κι όλα τα στοιχεία. (Ο Πρωτεύς χρησιμοποιεί τις μεταμορφώσεις, όπως η Θέτις όταν ήθελε να αποφύγει τον Πηλέα, καθώς και όλες οι θεότητες του νερού. Υποθέτω πως αυτό συμβαίνει, διότι και το καθαυτό στοιχείο τους, το ύδωρ, δημιουργεί ποικίλες διακυμάνσεις στις επιφάνειες.)

Ο Μενέλαος έπραξε όσα συμβούλευσε η θεά και πλάγιασε ανάμεσα στις φώκιες, καθώς και οι συντρόφοι του, όλοι ντυμένοι με τα τομάρια των θαλασσίων κητών. Όταν ο αλάθητος γέρων έπεσε για ύπνο ανάμεσα στις φώκιες του, ανήξερος για το τέχνασμα των ηρώων, εκείνοι όρμησαν με φωνές και τον έπιασαν. Ο Πρωτεύς άρχισε το παιχνίδι των μεταμορφώσεων: έγινε λέων πυκνοχαίτης, κι ύστερα όφις, πάνθηρ και μέγας αγριόχοιρος· έγινε ρέον ύδωρ και δένδρο υψηλόφυλλο. Όταν κουράστηκε ο θαλάσσιος γέρων, ρώτησε τον Μενέλαο τι ζητούσε. Κι όταν ο ήρωας του είπε για τα δεινά του, ο αλάθητος Πρωτεύς τον συμβούλευσε να ξαναγυρίσει στα ρεύματα του θεϊκού ποταμού Αίγυπτου και να προσφέρει πλούσιες θυσίες στους θεούς, διότι τότε μόνον θα του δώσουν το ταξίδι της επιστροφής. Ράγισε η καρδιά του Μενελάου που θα ξαναπήγαινε εκεί, σε αυτό το δύσκολο κι επίπονο ταξίδι. Κατόπιν, ρώτησε τον γέροντα αν πέθαναν η επέστρεψαν οι σύντροφοι από την Τροία, όταν εκείνος έφυγε με τον Νέστορα. Ο θαλάσσιος γέρων τού είπε να μην ρωτά τέτοια πράγματα, διότι πικρά θα κλάψει. Πολλοί από τους ήρωες δεν γύρισαν, διότι σκοτώθηκαν. Ο Αίας του Οϊλέως κινδύνεψε, μέχρι που πνίγηκε στην απέραντη θάλασσα. Στην αρχή ο Ποσειδών έκανε να χτυπήσει το πλοίο με τα μεγάλα κουπιά πάνω στις Γυρές πέτρες, αλλά τον γλίτωσε. Και θα απέφευγε τον θάνατο, μολονότι τον μισούσε η Αθηνά, αν δεν ήταν τόσο αλαζών και καυχησιάρης, πιστεύοντας πως μόνος του γλίτωσε από την θάλασσα κι όχι με θεϊκή βοήθεια. Τότε οργισμένος ο Ποσειδών χτύπησε τις Γυρές πέτρες με την τρίαινά του. Ο Φιλόστρατος αναφέρει πως οι Γυρές πέτρες ήταν βράχοι που υψώνονταν στο Αιγαίο πέλαγος. Στις Εικόνες του περιγράφει τον πίνακα: «Η θάλασσα είναι λευκή από τα κύματα· οι βράχοι είναι σκαμμένοι από το συνεχές χτύπημα της θάλασσας· φλόγες ξεπηδούν από το μέσο του καραβιού (του Αίαντος) και, καθώς ο άνεμος τις φουντώνει, το πλοίο συνεχίζει να πλέει σαν να χρησιμοποιεί την φωτιά ως πανί.»[9] Κι ο Αίας λες και συνέρχεται από την μέθη του, κοιτάζει το πέλαγος χωρίς να βλέπει ούτε το πλοίο ούτε την στεριά. Δεν τον νοιάζει και δεν φοβάται για τον θυμωμένο Ποσειδώνα που πλησιάζει, διότι είναι γεμάτος από την δύναμη του κομπασμού του. Ο θεός πετά την τρίαινα και κομματιάζει το τμήμα του βράχου, όπου καθόταν ο ήρωας. Οι υπόλοιπες Γυρές όμως θα παραμείνουν στην θάλασσα. Ο θαλάσσιος γέρων μαντεύει και το τέλος του Αγαμέμνονος, την δολοφονία από τον Αίγισθο. Ο Μενέλαος ακούγοντας τα λόγια του σπαράζει και κλαίει καθισμένος στην άμμο. Του είπε ακόμη πως με την μαντική του δύναμη βλέπει τον Οδυσσέα να θρηνεί στο νησί της Καλυψούς, διότι η νύμφη τον κρατούσε αιχμάλωτο.

Στο τέλος, απεκάλυψε στον Μενέλαο πως ο θάνατός του δεν θα συμβεί στο αλογοτρόφο Άργος, αλλά οι θεοί θα τον στείλουν στα Ηλύσια πεδία, στην άκρη της γης, όπου είναι κι ο Ραδάμανθυς. Στον τόπο αυτό δεν πέφτει ούτε βροχή, ούτε χιόνι κι ούτε χειμώνας έρχεται, παρά μόνον το φύσημα του Ζεφύρου σκορπά δροσιά. Εκεί θα μείνει, διότι έχει γυναίκα την Ελένη και είναι γαμβρός του Διός.

Ο Μενέλαος έπραξε ό,τι του είπε ο θαλάσσιος, αλάθητος γέρων. Ξαναγύρισε στον θεϊκό ποταμό Αίγυπτο και πρόσφερε θυσίες στους θεούς, πλούσιες και αψεγάδιαστες, ύψωσε μνήμα στον Αγαμέμνονα, για να διαλαλεί το κλέος του, και στο τέλος με ούριο άνεμο επέστρεψε στην προσφιλή του πατρίδα.

Μαντώ

Ήταν θυγατέρα του Τειρεσίου και περίφημη οιωνοσκόπος. Συνδέεται με την εκστρατεία των Επιγόνων εναντίον των Θηβών. Στον επικό κύκλο Επίγονοι[10] αναφέρεται: Οι συγγραφείς της Θηβαΐδος γράφουν πως η Μαντώ στάλθηκε από τους Επιγόνους στους Δελφούς, ως η πρώτη των απαρχών (των προσφορών) και πως, κατά τον χρησμό του Απόλλωνος, όταν έφυγε από εκεί συνάντησε τον Ράκιο, τον γιο του Λέβητος, από μυκηναϊκό γένος. Τον παντρεύτηκε, διότι κι αυτό περιελάμβανε ο χρησμός, να παντρευθεί όποιον συναντήσει. Όταν έφθασε στην Κολοφώνα, ήταν πολύ μελαγχολική και δακρυσμένη για την καταστροφή της πατρίδας της. Η ιωνική πόλη Κολοφών βρισκόταν στο Γαλλήσιο όρος.[11] Εκεί υπήρχε το άλσος του Κλαρίου Απόλλωνος, όπου κάποτε υπήρχε μαντείο. Η Μαντώ μαζί με τον γιο της Μόψο ίδρυσε τον ναό του Απόλλωνος στην Κλάρο. Ο Μόψος επονομάσθηκε Μόψος ο Κλάριος. Κατά τον Αρτεμίδωρο, συνεχίζει ο Στράβων, κοντά στους Σολούς ήταν και η Μαλλός, πόλη κτισμένη ψηλά από τον Μόψο, περίφημο μάντι, τέκνο του Απόλλωνος και της Μαντούς, και τον Αμφίλοχο, μάντι επίσης, γιο του Αμφιαράου και της Εριφύλης. Στο τέλος, οι δύο μάντεις μονομάχησαν και πέθαναν, διότι η έρις τους δεν αφορούσε μόνον την μαντική αλλά και την εξουσία. Τους έθαψαν και σε τάφους που να μην αντικρίζονται ποτέ.

Ο Παυσανίας γράφει στα Βοιωτικά (10,3) πως στον ναό του Ισμηνίου Απόλλωνος υπήρχε ένας λίθος, όπου πάνω του καθόταν η Μαντώ, η κόρη του Τειρεσίου. Αυτός ο λίθος βρισκόταν μπροστά στην είσοδο και μέχρι τις ημέρες του περιηγητή ονομαζόταν «Μαντούς δίφρος». Ο σχολιαστής του Παυσανίου Νικόλαος Παπαχατζής γράφει πως ήταν ένας λίθος με υποτυπώδη λάξευση, πάνω στον οποίο υπέθεταν πως καθόταν η Μαντώ και χρησμοδοτούσε. Υπηρέτησε ως Σίβυλλα στον ναό των Δελφών. Ο Διόδωρος ο Σικελιώτης[12] αναφέρεται κυρίως στην δελφική περίοδο της μάντισσας, ονομάζοντάς την Δάφνη και αποδίδοντάς της την ιδιότητα της Σίβυλλας. Η Μαντώ, χαρισματική από την φύση της, έγραψε παντοειδείς χρησμούς, εξαιρετικούς στην δομή τους. Λέγεται μάλιστα πως και ο Όμηρος οικειοποιήθηκε στίχους της, για να κοσμήσει την ποίησή του. Επειδή χρησμοδοτούσε πέφτοντας σε έκσταση, την ονόμαζαν Σίβυλλα, διότι η θεοπνευστία αποδίδεται σε κάποια γλώσσα με την λέξη «σιβυλλαίνειν» (το γαρ ενθεάζειν κατά γλώτταν υπάρχειν σιβυλλαίνειν).

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
[1] Δ.Π. Παπαδίτσας, ποίημα «Τίμαρχος» από Αχερουσία ή ένας μονόλογος του Μενίππου και άλλα ποιήματα 1974, Άπαντα, εκδ. Μέγας Αστρολάβος. Βλ. επίσης Ελένης Λαδιά, Τα ψυχομαντεία και ο υποχθόνιος κόσμος των Ελλήνων, καθώς και (εξαντλημένο) Ποιητές και αρχαία Ελλάδα (Σικελιανός, Σεφέρης, Παπαδίτσας), εκδ. Οι εκδόσεις των Φίλων 1983.
[2] Παυσανίου Βοιωτικά 37, 5-7.
[3] Στίχοι του Δ.Π. Παπαδίτσα από το ποίημα «Φαινόμενα» της συλλογής Η Ασώματη, Άπαντα, εκδ. Μέγας Αστρολάβος – Ευθύνη 1997.
[4] Απολλοδώρου Βιβλιοθήκη Γ,8 και Επιτομή 3,15.
[5] Απολλοδώρου Επιτομή 6,2.
[6] Ευριπίδου Ελένη, εμπεριστατωμένη εισαγωγή, μτφρ. και σχόλια του Ερρίκου Χατζηανέστη, εκδ. Ι. Ζαχαρόπουλος 1989.
[7] Πινδάρου 4ος Ολυμπιόνικος, μτφρ. Τάσος Ρούσσος, εκ. Κάκτος 2001. Επίσης, στην Ελληνική Μυθολογία τ.3 του Ι. Κακριδή, βλ. το άρθρο του Μ. Κοπιδάκη, «Ίαμος». Επίσης, Παυσανίου Ηλιακά 2,4-6.
[8] Ομήρου Οδυσσείας ραψωδία δ, στ.399-409, μτφρ. Γ.Δ. Ζευγώλη, εκδ. Πάπυρος 1957.
[9] Φιλοστράτου Εικόνες, εκδ. Κάκτος 1992.
[10] Hesiod, The homeric hymns and homerica, tran. H.G. Evelyn-White 1982.
[11] Στράβωνος Γεωγραφικά 14,27.
[12] Διοδώρου Σικελιώτου Δ’, 66, 5-6.

 

Διαβάστε επίσης
ΑΡΘΡΑ
«Σημειώσεις για τον “Ιαγουάρο” του Αλέξανδρου Κοτζιά» της Βασιλικής Καϊσίδου

Ιαγουάρος: σαρκοφάγο θηλαστικό, το οποίο, από πολιτισμούς της Νοτίου Αμερικής θεωρούταν μια άγρια θεότητα, εκπρόσωπος δυνάμεων του πολέμου, της πανουργίας, της καταστροφής και της ανθρώπινης θυσίας. Ο τίτλος...

ΑΡΘΡΑ
«Ρόαλντ Νταλ: Ο μεγάλος φιλικός γίγαντας της παιδικής λογοτεχνίας» της Γεωργίας Γαλανοπούλου

Έγραφε σ’ ένα μικρό ξύλινο τροχόσπιτο , περικυκλωμένο με θάμνους και περικοκλάδες, στην πίσω μεριά του κήπου του στο Μίσεντεν, όπου και έζησε τα τελευταία τριάντα σχεδόν χρόνια της ζωής του. Το είχε αγοράσει...

ΦΙΛΙΚΑ SITE

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Email:
Θέμα:
Μήνυμα:

ΠΤΟΛΕΜΑΙΩΝ 4 (ΠΛΑΤΕΙΑ ΠΡΟΣΚΟΠΩΝ)
11635 ΑΘΗΝΑ, ΤΗΛ.-FAX: 210-7212307
info@diastixo.gr

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

*  Το email σας:

ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΔΙΚΤΥΑ

facebook icontwitter icongoogle plus iconpinterest iconyoutube iconrss icon

Με την υποστήριξη του diastixo.gr - Designed by: artspr