«Κρίστοφερ Μάρλοου: “Εδουάρδος ο Β΄” στην Αθηναϊκή Σκηνή» της Μάριον Χωρεάνθη

«Κρίστοφερ Μάρλοου: “Εδουάρδος ο Β΄” στην Αθηναϊκή Σκηνή» της Μάριον Χωρεάνθη

Η ζωή του Άγγλου ποιητή, θεατρικού συγγραφέα και μεταφραστή Κρίστοφερ (ή Κιτ) Μάρλοου υπήρξε ένα τραγικό, άλυτο μυστήριο, αντάξιο των λιγοστών δραμάτων που πρόλαβε να γράψει (και ενός ή δύο που του αποδίδονται) στη σύντομη διάρκειά της. Υπεύθυνος για την πρώτη θεατρική προσαρμογή του αρχέτυπου γερμανικού μύθου του Φάουστ, σύγχρονος και συνομήλικος του Σαίξπηρ και φερόμενος ως ανταγωνιστής του (αν και υπάρχει θεωρία σύμφωνα με την οποία επρόκειτο για ένα και το αυτό πρόσωπο, που σκηνοθέτησε τον θάνατό του και εξακολούθησε να γράφει με το ψευδώνυμο Ουίλιαμ Σαίξπηρ), ο Μάρλοου δεν φοβόταν να καταπιαστεί με θέματα που προκαλούσαν και σκανδάλιζαν τα ήθη της εποχής, ενώ οι διάλογοι των θεατρικών του έργων διακρίνονταν για την ασυνήθιστη, τότε, χρήση ελεύθερου και ανομοιοκατάληκτου στίχου. Ως τη στιγμή της σύλληψής του για βλασφημία και «πρόστυχες αιρετικές ιδέες», λίγο πριν δολοφονηθεί από έναν σεσημασμένο απατεώνα, απολάμβανε την εύνοια της βασιλικής αυλής (λέγεται μάλιστα ότι ήταν μυστικός πράκτορας στην υπηρεσία της ίδιας της Ελισάβετ της Α΄) και οι εντυπωσιακές παραστάσεις των μακροσκελών, γεμάτων εντάσεις και εξαιρετικά πολυπρόσωπων έργων του έβρισκαν ενθουσιώδη ανταπόκριση από τους θεατές.

Η ιστορική τραγωδία Εδουάρδος ο Β΄–της οποίας ο πλήρης αρχικός τίτλος ήταν Η ταραχώδης βασιλεία και ο αξιοθρήνητος θάνατος του Εδουάρδου του Β΄, Βασιλέως της Αγγλίας, με την τραγική πτώση του υπερήφανου Μόρτιμερ – είναι από τα μη αμφισβητούμενα, αλλά αχρονολόγητα έργα του Μάρλοου. Πρωτοδημοσιεύτηκε το 1594, έναν χρόνο μετά τον θάνατό του σε ηλικία μόλις 29 ετών. Ο κεντρικός της ήρωας Εδουάρδος ο Β΄, βασιλιάς της Αγγλίας από το 1307 ως το 1327, ένθερμος προστάτης των γραμμάτων και των τεχνών και αμείλικτος διώκτης των πολιτικών του αντιπάλων, παρασύρεται από το «απρεπές» και απροκάλυπτο πάθος του για τον Γασκώνο ιππότη Πιρς Γκάβεστον και γίνεται έρμαιο ενός εφιαλτικού ιστού ραδιουργιών και συγκρούσεων, όπου κανένας δεν διστάζει να προδώσει φιλικούς και οικογενειακούς δεσμούς ή να πατήσει επί πτωμάτων προκειμένου να εξυπηρετήσει τα δικά του συμφέροντα – πάντα στο όνομα της πατρίδας και του «κοινού καλού». Κυκλωμένος από αδίστακτους συνωμότες που επιβουλεύονται την εξουσία του, ο Εδουάρδος χάνει την υποστήριξη πρώτα της πληγωμένης συζύγου του Ισαβέλλας και στη συνέχεια του ετεροθαλούς αδελφού του, Έντμουντ του Κεντ, οι οποίοι συντάσσονται με το εχθρικό «στρατόπεδο» για τους δικούς του λόγους ο καθένας. Η σύμπραξη της Ισαβέλλας με τον υπερφιλόδοξο βαρόνο Ρότζερ Μόρτιμερ εντείνει το αρνητικό κλίμα εναντίον του Εδουάρδου και του Γκάβεστον, οδηγώντας τον δεύτερο στην εξορία και τον πρώτο στη φυλακή, στην εξαθλίωση και στην παραφροσύνη, πριν την τελική θανάτωση και των δυο τους με δεκαπέντε χρόνια διαφορά.
«Κρίστοφερ Μάρλοου: “Εδουάρδος ο Β΄” στην Αθηναϊκή Σκηνή» της Μάριον Χωρεάνθη

Λόγω ίσως της τολμηρής του θεματολογίας και –κυρίως– της «εικονοκλαστικής», ακόμα και για τους καιρούς μας, παρουσίασης του καταδικασμένου αυτού έρωτα όχι ως επαίσχυντης παρέκκλισης που άξιζε την παραδειγματική της τιμωρία, αλλά ως της μόνης εκδήλωσης γνήσιου ανθρώπινου συναισθήματος μέσα σε έναν κλοιό ψυχρής υποκρισίας και άτεγκτου φθόνου, ο Εδουάρδος ο Β΄ είναι από τα πιο πολυπαιγμένα θεατρικά έργα κατά την τελευταία πεντηκονταετία, με δυο εμβληματικές μεταφορές στη μικρή και τη μεγάλη οθόνη αντίστοιχα: το 1970 σε παραγωγή του BBC (με πρωταγωνιστή έναν νεότατο Ίαν ΜακΚέλεν) και το 1991 από τον πρωτοπόρο σκηνοθέτη Ντέρεκ Τζάρμαν (με την Τίλντα Σουίντον ως Ισαβέλλα). Γιατί, στην εκδοχή του Μάρλοου, ο Εδουάρδος δεν καταστράφηκε εξαιτίας ειδικά της σεξουαλικότητάς του, αλλά επειδή η προσήλωσή του στον Γκάβεστον –έκφανση αδυναμίας που θα μπορούσε να έχει οποιαδήποτε άλλη μορφή και αφορμή, αφετηρία ή αντικείμενο– τον αποσπούσε από τα μοναρχικά του καθήκοντα και την επίβλεψη του περίγυρού του, δίνοντας έτσι την ευκαιρία στους σφοδρούς επικριτές της πολιτικής του και επίδοξους σφετεριστές του θρόνου να μηχανορραφούν ανενόχλητοι. Και παρόλο που ούτε τα κίνητρα του Γκάβεστον ξεκαθαρίζονται απόλυτα (ο τρόπος με τον οποίο ενίοτε αναφέρεται στα προνόμια που του εξασφάλισε η σχέση του με τον βασιλιά αφήνει αμφιβολίες για την αγνότητα και των δικών του προθέσεων), οι σκηνές του με τον Εδουάρδο είναι μικρές οάσεις ηρεμίας και τρυφερότητας, σχεδόν σοκαριστικά παράταιρες με την ασφυκτική κόλαση που υφαίνεται γύρω τους.

Εξαιτίας του μεγάλου αριθμού ηθοποιών που εμπλέκει το συγκεκριμένο έργο και οι οποίοι πρέπει να βρίσκονται και να αλληλεπιδρούν ταυτόχρονα πάνω στη σκηνή, το ανέβασμα και η σκηνοθεσία του δεν είναι και τόσο απλή υπόθεση. Οι σύγχρονες παραγωγές κλίνουν –και όχι άδικα– προς την αφαίρεση προσώπων όπως και τμημάτων διαλόγου που δεν συνεισφέρουν ιδιαίτερα στην πλοκή, αλλά στην εποχή του Μάρλοου συντελούσαν σε ένα θέαμα ελκυστικό ακριβώς λόγω της έκτασης και της πληθωρικότητάς του, «χορταστικό» για ένα κοινό με περιορισμένες διεξόδους ψυχαγωγίας. Είναι λοιπόν θεμιτό –είτε πρόκειται για μεταφραστική είτε για σκηνοθετική επιλογή– το ότι η απόδοση του κειμένου από τον Σεραφείμ Βελέντζα, η οποία χρησιμοποιήθηκε στην παράσταση που σκηνοθέτησε ο Κοραής Δαμάτης και παρουσιάστηκε στην Αθηναϊκή Σκηνή Κάλβου-Καλαμπόκη από τις 11 ως τις 28 Μαΐου, παραλείπει ορισμένα από τα προφανή «γεμίσματα» ώστε να αναδειχθεί η ουσία του έργου, διατηρώντας στο ακέραιο τη ροή και τη λειτουργικότητά του. Την οποία υπηρετεί επίσης στο έπακρο η νευρώδης σκηνοθεσία του Κοραή Δαμάτη, οργανώνοντας διεξοδικά τον δραματουργικό χρόνο και σχεδιάζοντας με χορογραφική σχολαστικότητα την κίνηση των ηθοποιών.

Τον άκρως απαιτητικό κεντρικό ρόλο επωμίζεται ο Μιχάλης Καλαμπόκης (συνιδρυτής, με τον Θεόδωρο Κάλβο, της Αθηναϊκής Σκηνής), του οποίου ο Εδουάρδος, με ταιριαστά ιδιόρρυθμη εμφάνιση και φλογερή ιδιοσυγκρασία, είναι ένα όμορφο, ευάλωτο «φρικιό» περιτριγυρισμένο από τέρατα, που διεκδικεί με αφοπλιστική ευθύτητα το δικαίωμά του να αγαπάει όποιον θέλει, δίχως να βλέπει πού είναι το κακό σ’ αυτό. Η Ιωάννα Αγγελίδη (Ισαβέλλα) –η μοναδική γυναίκα της διανομής– και ο Φώτης Τσοτουλίδης (Γκάβεστον) που τον πλαισιώνουν συνθέτουν ένα εκρηκτικό δίπολο υπόγεια και φανερά αντικρουόμενων δυνάμεων, με έντονες παρουσίες που κυριαρχούν στη σκηνή, ενώ οι Περικλής Μοσχολιδάκης (Μόρτιμερ) και Δημήτρης Παπανικολάου (Λάνκαστερ) υποδύονται με ανατριχιαστική πειστικότητα τους βαρόνους που άμεσα ή έμμεσα εποφθαλμιούν το στέμμα. Εξίσου θαυμάσιοι είναι ο Γιώργος Κροντήρης ως Αρχιεπίσκοπος του Καντέρμπουρι, ο Γιώργος Κουσκουλής ως μετριοπαθής Λέστερ, ο Διονύσης Μπουλάς ως «διπρόσωπος» Κεντ και ο Αντώνης Καραθανασόπουλος ως Εδουάρδος ο Γ΄, γιος του βασιλιά και μελλοντικός διάδοχος του θρόνου. Οι Στέφανος Οικονόμου και Κλεάνθης Βαρσαμούλης ερμηνεύουν απολαυστικά το δίδυμο Σπένσερ και Μπάλντοκ και ο Δημήτρης Παπαδάτος ενσαρκώνει έναν επιβλητικό δήμιο –με το συμβολικό όνομα Λάιτμπορν, δηλαδή Εωσφόρος– που μοιάζει σαν να βγήκε από ταινία ή κόμικ επιστημονικής φαντασίας. Τους ρόλους του Ηγούμενου, του Αγγελιαφόρου και του Φρουρού κρατούν αντίστοιχα οι Αριστοτέλης Αναστασίου, Ανδρέας Ιωάννου και Θάνος Σκόπας, ενώ σπουδαστές της σχολής Κάλβου-Καλαμπόκη παίρνουν μέρος ως «βουβά» πρόσωπα της παράστασης.
«Κρίστοφερ Μάρλοου: “Εδουάρδος ο Β΄” στην Αθηναϊκή Σκηνή» της Μάριον Χωρεάνθη

Τα σκηνικά και τα κοστούμια, φιλοτεχνημένα από τον ίδιο τον Κοραή Δαμάτη (με τη συνδρομή του Γιώργου Λυντζέρη στη ζωγραφική σκηνικού και της Ελένης Σουμή στην κατασκευή εκμαγείων), συναρμολογούν ένα γοητευτικά «αναρχικό» κράμα από ύφη, υφές, τάσεις και εποχές, όπου το μπαρόκ συναντά τον φουτουρισμό και το πανκ φλερτάρει με την κομέντια ντελ άρτε, δίχως να λείπουν οι ιμπρεσιονιστικές, σουρεαλιστικές ή ακόμα και φετιχιστικές νύξεις. Το λευκό παραλληλόγραμμο στο κέντρο του πατώματος καλεί το βλέμμα να εστιάσει σ’ αυτό, οριοθετώντας τον χώρο της σκηνικής δράσης. Το γιγάντιο σχέδιο του καθιστού ανδρικού γυμνού στον τοίχο απέναντι από τους θεατές, το οποίο απηχεί την κλασικιστική τεχνοτροπία και με τους ανάλογους φωτισμούς (τους οποίους επιμελείται ο Σπύρος Κάλδαρης) αποκτά όψη μαρμάρινου ανάγλυφου, αντιπροσωπεύει τον πρωταγωνιστή του έργου όπως θα μπορούσε, ή θα έπρεπε, να είναι χωρίς τις φθοροποιούς επιδράσεις του περιβάλλοντός του –αρχοντικός και αγέρωχος, με την ανενδοίαστη γύμνια των αρχαίων αγαλμάτων αλλά και της πρωτογενούς αθωότητας– θυμίζοντας συγχρόνως επιτύμβια στήλη, ενώ οι ανησυχητικές απρόσωπες φιγούρες των ρασοφόρων δεξιά και αριστερά του υποδηλώνουν την παντοδύναμη και πανταχού παρούσα εκκλησιαστική εξουσία. Οι ντυμένοι με μαύρο βινύλιο τοίχοι φέρνουν στον νου το εσωτερικό υγρού υπογείου ή υπονόμου, με τα αιματοβαμμένα τσιγκέλια που κρέμονται από το ταβάνι να παραπέμπουν απερίφραστα σε σφαγείο. Όσο για την αινιγματική, υπέροχη εικαστική εγκατάσταση με τον μαύρο σταυρό, τα κόκκινα τριαντάφυλλα και τα ανθρώπινα κρανία που αποκαλύπτεται πίσω από τον ετοιμοθάνατο Εδουάρδο, θα λέγαμε ότι συνοψίζει αλληγορικά τη ζωή του έκπτωτου μονάρχη: τα τριαντάφυλλα συμβολίζουν το ερωτικό πάθος αλλά και το πένθος, τα κρανία –πέρα απ’ τις αυτονόητες συνδηλώσεις τους– τη βίαιη απόσχιση από το κατεστημένο και ο σταυρός το ύστατο και υπέρτατο, εξιλεωτικό μαρτύριο.

Μίλησα πιο πάνω για «τέρατα» που περιτριγυρίζουν τον Εδουάρδο: την αίσθηση αυτή μου έδωσε το σκούρο μακιγιάζ των ηθοποιών, που καλύπτει και παραμορφώνει τα χαρακτηριστικά τους, πιθανώς υποκαθιστώντας τα προσωπεία του αρχαίου θεάτρου και κάνοντάς τους να μοιάζουν με σχεδόν πανομοιότυπα μεταξύ τους πλάσματα από άλλο κόσμο – έτσι όπως βλέπει ίσως τους γύρω του ο Εδουάρδος, αόριστα απειλητικούς και ξένους, δίχως αναγνωρίσιμες φυσιογνωμίες. Οι μόνοι που εμφανίζονται χωρίς βάψιμο είναι ο Λάιτμπορν (ο οποίος ωστόσο φοράει μαύρα γυαλιά) και ο ανήλικος γιος του Εδουάρδου, ο οποίος αρνείται να συμμετάσχει στις ίντριγκες και όταν έρθει η κατάλληλη ώρα θα αποδώσει, αμερόληπτα όσο και ανελέητα, δικαιοσύνη.

Συντελεστές
Κείμενο: Κρίστοφερ Μάρλοου
Μετάφραση: Σεραφείμ Βελέντζας
Σκηνοθεσία, σκηνικά, κοστούμια: Κοραής Δαμάτης
Φωτισμοί: Σπύρος Κάλδαρης
Εκμαγεία: Ελένη Σουμή
Ζωγραφική σκηνικού: Γιώργος Λυντζέρης
Μακιγιάζ: Μαρίνα Μηλιάρη
Βοηθός σκηνοθέτη: Αναστασία Τσούτση
Παραγωγή: «Αθηναϊκή Σκηνή» Κάλβου – Καλαμπόκη
Φωτογραφίες: Χρήστος Κοτσιρέας
Video: Δημήτρης Καμπόλης
Φωτογραφία αφίσας: Γιώργος Στριφτάρης

Παίζουν: Μιχάλης Καλαμπόκης, Περικλής Μοσχολιδάκης, Ιωάννα Αγγελίδη, Δημήτρης Παπανικολάου, Γιώργος Κροντήρης, Διονύσης Μπουλάς, Φώτης Τσοτουλίδης, Στέφανος Οικονόμου, Κλεάνθης Βαρσαμούλης, Αντώνης Καραθανασόπουλος, Δημήτρης Παπαδάτος, Γιώργος Κουσκουλής, Αριστοτέλης Αναστασίου, Ανδρέας Ιωάννου, Θάνος Σκόπας, σπουδαστές της Ανώτερης Σχολής Δραματικής Τέχνης Κάλβου – Καλαμπόκη «Αθηναϊκή Σκηνή»

Οι παραστάσεις πρόκειται να επαναληφθούν στην Αθηναϊκή Σκηνή την ερχόμενη σεζόν.

Θέατρο Αθηναϊκή Σκηνή Αθανασίου Διάκου και Τζιραίων 13 (έξω από το Μετρό Ακρόπολη)


 

Τα σχόλια σας

Κάντε το σχόλιο σας, με σύνδεση από το facebook ή συμπληρώστε τα στοιχεία σας, στην παρακάτω φόρμα.

 


Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
ΘΕΑΤΡΟ
Λένα Γεωργιάδου: «Οι αιχμάλωτοι των Εξαρχείων» στο θέατρο Olvio

Εξάρχεια: Μια γειτονιά «σκηνικό» για έξι ρόλους που αποποιούνται τους χαρακτήρες τους, ξεκρεμάνε τα ταμπελάκια που τους έχουν κολλήσει κι επιτρέπουν στον θεατή να διεισδύσει στην «απαγορευμένη»...

ΘΕΑΤΡΟ
Περικλής Μοσχολιδάκης: «Αγγέλικα Νίκλη Σολωμού η Διάφανη» στον Πολυχώρο Vault

Ο Πολυχώρος Vault παρουσιάζει τον μονόλογο Αγγέλικα Νίκλη Σολωμού η Διάφανη, σε κείμενο-σκηνοθεσία Περικλή Μοσχολιδάκη με τη Μάγδα Κατσιπάνου στον ρόλο της Αγγέλικας Νίκλης Σολωμού, από την Τετάρτη 6...

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΕΙΣ

ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΙ

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Το μήνυμά σας

Διεύθυνση

Πτολεμαίων 4
(Πλατεία Προσκόπων)
11635 Αθήνα,
Τηλ.-fax: 210.7212307
info@diastixo.gr
ISSN: 2585-2485

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

Εγγραφείτε τώρα στο newsletter μας και μάθετε πρώτοι τα τελευταία νέα για το βιβλίο και για τις τέχνες.

 

Το email σας: