A+ A A-

ΑΛΕΞΗΣ ΠΑΝΣΕΛΗΝΟΣ συνέντευξη στον Ελπιδοφόρο Ιντζέμπελη

ΑΛΕΞΗΣ ΠΑΝΣΕΛΗΝΟΣ συνέντευξη στον Ελπιδοφόρο Ιντζέμπελη

Ο Αλέξης Πανσέληνος συγκαταλέγεται ανάμεσα στους σημαντικότερους σύγχρονους Έλληνες πεζογράφους. Μέχρι σήμερα έχει εκδώσει εννέα βιβλία (μυθιστορήματα, συλλογές διηγημάτων και δοκίμια) με τελευταίο το μυθιστόρημα Σκοτεινές επιγραφές (Βραβείο του περιοδικού Διαβάζω) από το Μεταίχμιο, απ' όπου επανεκδόθηκαν και τα μυθιστορήματά του Η μεγάλη πομπή (Κρατικό Βραβείο) και Ζαΐδα ή Η καμήλα στα χιόνια, τα οποία έχουν μεταφραστεί και στο εξωτερικό.

Αυτό που μου έκανε μεγάλη εντύπωση στο μυθιστόρημά σας Σκοτεινές επιγραφές είναι η ιδιαίτερη τεχνική με την οποία καταφέρνετε να μας περιγράψετε τη σημερινή δύσκολη κατάσταση, σε αντίθεση με πολλά έργα όπου οι δημιουργοί ομφαλοσκοπούν.

Οι συγγραφείς είναι βέβαια άνθρωποι εγωκεντρικοί σε μεγάλο βαθμό. Αν δεν είναι πολύ άρρωστοι και δεν έχουν μοναδικό κέντρο του ενδιαφέροντός τους τον εαυτό τους, δεν μπορούν να αποφύγουν το να ασχολούνται με τα προβλήματα της κοινωνίας. Ακόμα και αυτός ο εαυτός που τους γοητεύει τόσο σαν θέμα, μέλος μιας κοινωνίας είναι, σε μια πραγματικότητα είναι ριγμένος, αυτό δεν μπορεί να μην το δει κάποιος. Πόσο μάλλον που είναι πολύ ευχάριστο να αποδίδεις τα προσωπικά σου προβλήματα στον άδικο κόσμο που σε περιβάλλει. Η ιδιαίτερη τεχνική που επισημαίνετε στις Σκοτεινές επιγραφές δεν είναι παρά η εναρμόνισή της με τις απαιτήσεις του θέματος. Σε κάθε βιβλίο, το θέμα περίπου επιβάλλει τη «μουσική» του – για να το πω έτσι. Είναι ένα από τα πιο σπουδαία μυστικά της τέχνης του γραψίματος να μπορείς να τη βρεις τέτοιαν ακριβώς που το θέμα σου απαιτεί. Όπως το βλέπω εγώ, αυτή η τεχνική είναι η τονικότητα που στη μουσική καθορίζει τον χαρακτήρα της σύνθεσης.

Οι βασικοί σας ήρωες είναι άνθρωποι με καλυμμένη σοβαροφάνεια αλλά και με κρυμμένες ενοχές. Πώς γίνεται να έχουμε σε μια ζωή δύο εκδοχές;

Σε όλους μας υπάρχει αυτή η διπλή όψη. Το φαίνεσθαι και το είναι. Το φαίνεσθαι, δηλαδή αυτό που απαιτεί η ζωή και το περιβάλλον μας από μας, συχνά διαφέρει πολύ από το είναι. Τον εσωτερικό μας χώρο, τον περίκλειστο από τα όρια του σώματός μας και σκοτεινό επειδή καθορίζεται από τον ιδιαίτερο ψυχισμό μας, τα πλέγματα, τα τραύματα και τις ορμές που μας οδηγούν, μια περιοχή όπου δύσκολα μπορεί να διεισδύσει ο άλλος και σπάνια την αποκαλύπτουμε στα μάτια του. Αν οι ήρωές μου στις Σκοτεινές επιγραφές καταφέρνουν να αναδείξουν αυτή την δυϊκή υπόστασή τους, τότε κάτι πέτυχα στο επίπεδο αυτό.

Ο Γιάννης και ο Στάθης είναι δύο αντίζηλοι. Η διαφορά τους είναι ότι επιθυμούν την ίδια γυναίκα. Μοιραίος έρωτας, μεγάλοι πόθοι. Ποιος θα επικρατήσει στο τέλος;

Οι διαφορές τους είναι αρκετές, αλλά και οι δύο είναι ανασφαλείς και ανολοκλήρωτοι, ψάχνουν την επιβεβαίωση της αξίας τους στα μάτια των άλλων. Ο Γιάννης ξέρει πως κάτι έχει υπάρξει ανάμεσα στον Στάθη και στη Χλόη που δεν το γνωρίζει, δεν είναι βέβαιος για τη βαρύτητα και τη σημασία του, την αντιμετωπίζει λοιπόν με μεγάλη ανασφάλεια – και αυτό επηρεάζει με τρόπο καθοριστικό τη σχέση τους. Δεν είναι μαθημένος στην ανασφάλεια, η σχέση του με μια μητέρα υπερπροστατευτική και υπερβολικά προσκολλημένη σ' αυτόν τον έχει κακομάθει, προσπαθεί να μιμηθεί την ανέμελη συμπεριφορά του Στάθη απέναντι στις γυναίκες, προσπαθεί να απατήσει τη Χλόη, αλλά το κάνει άτσαλα και καταλήγει να προσθέσει στον εαυτό του επιπλέον τύψεις. Ο Στάθης, πάλι, ξέρει πως η Χλόη είναι αφοσιωμένη ψυχή και σώματι στον Γιάννη, τον άντρα της, καταλαβαίνει όμως τις ανασφάλειες του φίλου του και παίζει πάνω σε αυτές για να ανέβει στα μάτια του σαν αντίπαλος. Όπως ακριβώς συμβαίνει ανάμεσα σ' αυτούς τους δύο, πολλοί άνθρωποι εξακολουθούν και στα γεράματά τους να καλλιεργούν τις εντυπώσεις εκείνες με τις οποίες επεδίωκαν να κατασκευάσουν την εικόνα τους την εποχή της ακμής τους. Καταλαβαίνει κανείς πόσο δυσβάσταχτη δουλεία μπορεί να αποβεί, όταν γερνάμε, η επιδίωξη αυτού του εντυπωσιακού φαίνεσθαι.

Η Χλόη, η γυναίκα του Γιάννη, φαίνεται ότι είναι η πιο προσγειωμένη στο μυθιστόρημα. Η αναζήτηση στα βιβλία και στην τέχνη δεν της δίνουν το προνόμιο να αποφεύγει τους σκοπέλους και να είναι σοφότερη από τους υπόλοιπους;

Η Χλόη πράγματι είναι η πιο προσγειωμένη από τους τρεις τους. Έχει κλείσει τους λογαριασμούς της με τις «εντυπώσεις» της νεότητας, έχει παντρευτεί τον Γιάννη επειδή ήταν χαμηλών τόνων και της παρείχε τη σιγουριά που αποζητούσε εκείνη από μια σχέση και δεν παίζει πια παιχνίδια (αν υποθέσουμε πως κάποτε έπαιζε) με τα αισθήματα τα δικά της ή των άλλων. Αντίθετα από τον Γιάννη, η Χλόη έχει ζήσει τον έρωτα όσο και όπως ήθελε και έχει πια κατασταλάξει. Η έντονη σχέση της με το διάβασμα, την οποία έχει αποκτήσει από μικρή, της προσφέρει όλα όσα σε κάποιαν άλλη γυναίκα θα αποτελούσανε «ελλείψεις», «αναζήτηση» και ανησυχίες. Στον βαθμό αυτό, ναι, είναι σοφότερη από τον ζωγράφο σύζυγό της και από τον φιλοσοφούντα φίλο τους, τον Στάθη.

Η επιγραφή που υπάρχει στο βιβλίο κρύβει πράγματα που παγιδεύουν και που προκαλούν εμπόδια στα σχέδια κάποιων. Είναι αλήθεια ότι οι επιγραφές όταν γράφονται με συνθηματικό τρόπο μοιάζουν λίγο με γόρδιο δεσμό;

Οι επιγραφές στους τοίχους σίγουρα είναι μηνύματα τα οποία ανταλλάσσουν οι γκραφιτάδες μεταξύ τους και εμείς δεν είμαστε σε θέση να τα αποκρυπτογραφήσουμε. Είναι πολύ χαρακτηριστικό της εποχής. Βλέπω στον δρόμο τους ανθρώπους να περνούν μπροστά από αυτές τις επιγραφές χωρίς καν να τις προσέξουν, χωρίς την περιέργεια να τις ερμηνεύσουν. Ούτε παραξενεύονται με την ύπαρξή τους ούτε τους ερεθίζει το κρυμμένο τους νόημα. Είναι το αποτέλεσμα της γενικότερης απροθυμίας μας –και της συνακόλουθης ανικανότητας– να ερμηνεύσουμε «τα σημεία των καιρών». Το βλέπουμε στην καθημερινή ζωή, το βλέπουμε στην πολιτική ζωή, το βλέπουμε παντού. Οι εικόνες που μας κατακλύζουν μας έχουν καταστήσει θεατές της ζωής και όχι ερμηνευτές της, όπως θα έπρεπε. Η ερμηνεία χρειάζεται κείμενα, η εικόνα είναι ο εαυτός της, είναι αυτάρκης. Τα κείμενα χρειάζονται τη δική μας συμμετοχή, την ανάλυση και την ερμηνεία, κινούν το μυαλό μας, δεν το αποκοιμίζουν. Δεν μπορείτε να δείτε μια σελίδα κειμένου σαν «θέαμα» – δεν λέει τίποτα έτσι. Είναι υποχρεωτικό να διαβάσετε τις λέξεις, τις φράσεις, να κατανοήσετε πού οδηγούν και τι σημαίνουν. Στις Σκοτεινές επιγραφές ο Γιάννης, πολύ αργά, αποφασίζει να ερμηνεύσει αυτή την επιγραφή, το γκράφιτι αυτό που τον έχει προβληματίσει η καθημερινή συνάντηση μαζί του στον δρόμο για την κλινική, όπου οδηγεί τη Χλόη για τις θεραπείες της. Και το αποτέλεσμα είναι πως αν και η προσπάθεια να εξηγήσει το νόημα του γκράφιτι πέφτει στο κενό, ωστόσο καταφέρνει κάτι πιο σημαντικό – να δει την αλήθεια για τον εαυτό του, για τη γυναίκα του και για τη σχέση τους.

Η γραφή σας μας ταξιδεύει στους δρόμους της Αθήνας και μας γνωρίζει άγνωστες πτυχές της πρωτεύουσας. Είναι τα πράγματα τόσο δύσκολα όσο τα περιγράφετε στο μυθιστόρημα;

Κάθε πόλη έχει τις άγνωστες πτυχές της – και μάλιστα μια πόλη τόσο μεγάλη όπως η Αθήνα. Περνούμε τη ζωή μας κατοικώντας και γνωρίζοντας μόνο ένα μικρό μέρος της πόλης, εκεί που μας έριξαν οι συμπτώσεις της καταγωγής μας, της οικογένειάς μας, του επαγγέλματός μας, οι προσωπικές μας σχέσεις, όπως ακριβώς περνούμε τη ζωή μας χρησιμοποιώντας μόνο ένα μικρό ποσοστό από τις πνευματικές μας δυνάμεις. Ξαφνικά, μπορεί να συμβεί κάτι που να μας αποκαλύψει μια άγνωστη πλευρά και των δύο – και η έκπληξη μπορεί να είναι και ευχάριστη και δυσάρεστη, ανάλογα. Η πόλη μάς αποκαλύπτει πως οι περιοχές που την καθόριζαν στην αντίληψή μας δεν είναι οι μοναδικές και επιπλέον ότι συνδέονται άρρηκτα και άμεσα με εκείνες που εμείς γνωρίζαμε. Συμβαίνει το ίδιο και στις σχέσεις με τους ανθρώπους, συμβαίνει το ίδιο και με τον εαυτό μας και με την αντίληψη του κόσμου που μας περιβάλλει. Ο 21ος αιώνας μπήκε πολύ άσχημα για τις κοινωνίες. Πουλήθηκε πολύ εύκολα η άποψη πως η αποτυχία του υπαρκτού σοσιαλισμού αποδεικνύει την ορθότητα του άκρατου φιλελευθερισμού και η ιδέα αυτή διαδόθηκε παντού, και με ιδιαίτερη επιτυχία στις πιο ευάλωτες χώρες του πρώην ανατολικού μπλοκ. Τα αποτελέσματα της επικράτησης μιας τέτοιας φιλοσοφίας τα ζούμε σήμερα κι εμείς και όλοι οι άλλοι. Η περίφημη παγκοσμιοποίηση αφορά αποκλειστικά και μόνο την παγκόσμια αγορά και δεν έχει καμιά σχέση με το ουτοπικό όνειρο του «παγκόσμιου χωριού», με τη συναδέλφωση των λαών και με την εξαφάνιση της μισαλλοδοξίας. Αν η Δύση κόπτεται για την απελευθέρωση των γυναικών στο Ισλάμ, είναι για να τους πουλήσει ζαρτιέρες και σουτιέν Victoria Secret. Πώς να εξηγήσει κανείς την έξαρση των εθνικισμών κάτω από το πρίσμα της παγκοσμιοποίησης, που λογικά θα έπρεπε να σημαίνει την εξαφάνισή τους; Πώς να ερμηνεύσουμε τις απροσχημάτιστες επεμβάσεις, κάτω από τον μανδύα «ανθρωπιστικών» επιχειρήσεων σωτηρίας των μειονοτήτων, με τις οποίες καθαιρούνται γύρω μας εκλεγμένες κυβερνήσεις και ξεθεμελιώνονται πολιτισμοί και ήθη αιώνων; Όλα αυτά εισπράττονται καθημερινά από όλους μας μέσα από τις ειδήσεις και τις εικόνες της τηλεόρασης και συνθέτουν μια εικόνα χάους, παραλογισμού και βίας. Η εικόνα αυτή μεταφέρεται υπό κλίμακα στις πόλεις όπου ζούμε. Μικροί εμφύλιοι από γειτονιά σε γειτονιά, βεντέτες και πυροβολισμοί για ασήμαντες αιτίες, βία στα σχολεία ανάμεσα στους μικρούς που αύριο θα επανδρώσουν τα τάγματα ασφαλείας των πολιτικών ολιγαρχών, διάλυση της οικογένειας, διάλυση των ανθρώπινων σχέσεων, διάλυση του κοινωνικού ιστού. Κρίνουμε και σταθμίζουμε ακόμα με όρους του 19ου αιώνα σε έναν κόσμο που έχει ξεθεμελιωθεί οριστικά και αμετάκλητα. Ναι, τα πράγματα είναι πολύ πιο δύσκολα απ' όσο μπορεί ένα μυθιστόρημα να τα αναπαραστήσει. Και στο κακό, η ζωή ξεπερνάει την τέχνη σε ευρηματικότητα και ποικιλία.

Η νεολαία που περνά από τις σελίδες του μυθιστορήματος ψάχνεται για να γνωρίσει τον κόσμο, κάπου όμως μπερδεύεται και χάνει τον προσανατολισμό της. Στο τέλος θα βρει τον δρόμο όπου πρέπει να βαδίσει, μέχρι να φτάσει στην ωρίμανση;

Η νεολαία για κάθε γενιά είναι μια περιοχή που νομίζουμε πως γνωρίζουμε, αλλά είμαστε σε πλήρη αδυναμία να προβλέψουμε την πορεία και την εξέλιξή της. Η ίδια μάς γυρνά την πλάτη όσο συνυπάρχουμε μαζί της και όταν πάψουμε να συνυπάρχουμε είναι απλώς πέρα από τη δική μας τη ζωή η συνέχεια. Και δεν είναι μόνο η νεολαία που αλλάζει, αλλάζει και ο κόσμος μέσα στον οποίο αυτή θα ανδρωθεί και θα δράσει. Οι μεγαλύτεροι βλέπουν πάντα τη νεολαία «αποπροσανατολισμένη». Αλλά η νεότητα είναι ακριβώς αυτή η έλλειψη προσανατολισμού. Όταν κανείς «προσανατολίζεται», παύει να είναι νέος. Κάθε γενιά βρίσκει την ωρίμανσή της στην πορεία της προς την ηλικιακή της ωρίμανση. Και η ωρίμανση κάθε γενιάς είναι το εφαλτήριο για την ανατροπή που φιλοδοξεί και συχνά πετυχαίνει κάθε επόμενή της.

Γράφετε εδώ και δεκαετίες, και παράλληλα έχετε τη φήμη μανιώδους αναγνώστη. Ποια είναι η σχέση γραφής-ανάγνωσης;

Γράφω από παιδί με τη συνείδηση του επαγγελματία συγγραφέα. Είναι περισσότερες δεκαετίες από αυτές που ξέρετε από τα βιβλία μου. Και βέβαια το διάβασμα και μόνο το διάβασμα ήταν το έναυσμα για να γράψω. Δεν μου είναι νοητό πώς μπορεί να γίνει κάποιος συγγραφέας χωρίς να διαβάζει. Αυτοί που πιστεύουν πως το διάβασμα δεν είναι απαραίτητο για να δημιουργήσει κανείς ένα δικό του έργο αγνοούν πως η τέχνη έχει συνέχεια και πως αυτή η συνέχεια προσλαμβάνεται μέσα από το διάβασμα των παλιότερων έργων της λογοτεχνίας. Το διάβασμα σου δίνει το μέτρο της τέχνης που καλείσαι να υπηρετήσεις, το διάβασμα σου προσφέρει τα εργαλεία της δουλειάς σου, τη γλώσσα, το ύφος, την τεχνική – ακόμα και για να τα ανατρέψεις (κυρίως γι' αυτό) χρειάζεται να τα γνωρίζεις. Το διάβασμα θα σου δώσει επίσης το πιο πολύτιμο εφόδιο του καλλιτέχνη: την ταπεινότητα απέναντι στην τέχνη που μας ξεπερνά όλους, μεγάλους και μικρούς δημιουργούς, γιατί είναι τεράστια και ανεξάντλητη όσο η ιστορία του ανθρώπου. Χωρίς την ταπεινότητα αυτή δεν μπορείς να υπηρετήσεις την τέχνη και χωρίς αυτήν δεν μπορείς να αποκτήσεις τη φιλοδοξία να προσθέσεις το δικό σου λιθαράκι στο τεράστιο οικοδόμημά της. Ακούω πολλούς από τους νεότερους συγγραφείς να μιλούν συγκαταβατικά για την ανάγκη να διαβάζεις τους παλιότερους. Όσοι δεν το κάνουν είναι αδύνατο να καμουφλάρουν την κούφια τέχνη τους και τη μάταιη προσπάθεια να ανακαλύψουν μόνοι τους την Αμερική. Όσους δεν πιάνουν το νήμα από εκεί που το άφησαν οι πιο παλιοί, η τέχνη τούς πετάει έξω. Και δεν εννοώ αυτούς που συνεχίζουν την παράδοση – γιατί οι καλοί φτιάχνουν μια νέα, δική τους. Εννοώ όσους την αγνοούν τελείως, είτε από λειψή παιδεία είτε από σφαλερή ιδεοληψία.

Το μυθιστόρημά σας τιμήθηκε με το βραβείο του περιοδικού Διαβάζω. Τι σημαίνει αυτό για εσάς;

Ένα βραβείο είναι πάντα μια τιμητική διάκριση. Το χαίρεσαι εξίσου με το αν το βιβλίο σου πουλάει και διαβάζεται. Συχνά τα βραβεία έρχονται καθυστερημένα, όταν έχουν περάσει αβράβευτα καλύτερα βιβλία, συχνά δεν έρχονται ποτέ, γιατί οι βραβεύσεις, συχνά επίσης, είναι αποτέλεσμα των καλών δημόσιων σχέσεων του συγγραφέα με το σινάφι του. Υπάρχουν βιβλία που δεν έχουν ποτέ βραβευτεί από κανέναν και όμως έχουν γίνει και μένουν κλασικά, βιβλία αναφοράς. Αυτή είναι και η μεγαλύτερη βράβευση που μπορεί να ελπίζει ο δημιουργός. Και υπάρχει, τέλος, και η βράβευση εκείνη, η πιο πολύτιμη και η πιο δύσκολη απ' όλες, η αδιανόητη βράβευση, που ποτέ δεν θα απολαύσεις – εκείνη που προέρχεται από τον εαυτό σου, αν πεις πως ξεπέρασες τις αδυναμίες σου, πως πέτυχες αυτό που είχες αρχικά συλλάβει και πως κανένα ψεγάδι, κανένα λάθος και καμιά παράλειψη δεν έμεινε αδιόρθωτη και αφρόντιστη. Η βράβευση του συγγραφέα απ' τον εαυτό του είναι η μόνη που δεν πρόκειται να απολαύσει όσο ζει και γράφει. Γιατί αν συμβεί, σημαίνει το τέλος της προσπάθειας να ξεπεράσεις τις δυνάμεις σου.

Η συνέντευξή σας θα δημοσιευτεί στο diastixo.gr. Ποια είναι η σχέση σας με το διαδίκτυο;

Χρησιμοποιώ υπολογιστές από τις αρχές της δεκαετίας του '90. Δεν μπορώ να ζήσω χωρίς υπολογιστή. Και δεν μπορώ να γράψω επίσης χωρίς υπολογιστή. Είναι το εργαλείο μου γι' αυτό και για πολλές άλλες ενασχολήσεις μου. Έπειτα, είναι πια γεγονός πως οι νεότερες γενιές σπάνια διαβάζουν τα έντυπα που κυκλοφορούν και είναι πιθανότερο να σε συναντήσουν στο διαδίκτυο. Και δεν μπορεί να υπάρχεις σαν συγγραφέας αν δεν συναντιέσαι με τους νεότερους.

Ένα αξιοσημείωτο εκδοτικό γεγονός είναι ότι επανακυκλοφόρησαν τα μυθιστορήματά σας Η μεγάλη πομπή και Ζαΐδα ή Η καμήλα στα χιόνια, από το Μεταίχμιο πλέον. Τι σημαίνει για έναν συγγραφέα να βλέπει τα έργα του να επανακυκλοφορούν; Ποια είναι μέχρι στιγμής η ανταπόκριση του αναγνωστικού κοινό σε αυτό;

Είδα με μεγάλη χαρά την επανέκδοση της Μεγάλης πομπής και της Ζαΐδας από το Μεταίχμιο. Η Μεγάλη πομπή ήταν το πρώτο μου τυπωμένο μυθιστόρημα το 1985 και τιμήθηκε με κρατικό βραβείο το '86 – πράγμα τότε σχετικά ασυνήθιστο για νέο συγγραφέα. Και, βέβαια, είναι ένα βιβλίο που έχει γράψει την ιστορία του και απ' ό,τι φαίνεται εξακολουθεί να είναι επίκαιρο – ειδικά στις παρούσες συνθήκες στις οποίες ζούμε. Η Ζαΐδα πάλι, βιβλίο του 1996, δέκα δηλαδή χρόνια αργότερα, νομίζω πως σημάδεψε μια πολύ σημαντική φάση της γραφής μου, γιατί ήταν μεγάλη πρόκληση η ιδέα αυτής της ιστορίας που διαδραματίζεται το 1798 στην Ήπειρο, αλλά και στη Βιέννη και στη Βενετία και στην Πάδοβα και στην Τεργέστη, για να καταλήξει στην Κέρκυρα και από κει στα Γιάννενα του Αλή Πασά. Ήταν ένα βιβλίο απαιτητικό και για τον συγγραφέα του και για τον αναγνώστη. Ήταν ένα στοίχημα που είχα βάλει με τον εαυτό μου και που πιστεύω πως εν πολλοίς το κέρδισα. Μπορεί όχι απόλυτα, όχι όσο θα ήθελα, αλλά αρκετά. Όταν το τέλειωσα, σκέφτηκα πως, αφού έγραψα τη Ζαΐδα, έκανα ό,τι μπορούσα καλύτερο με τις δυνάμεις μου. Και τα δύο είναι βιβλία που εξακολούθησαν να διαβάζονται όλο αυτό το διάστημα και ελπίζω (χωρίς να έχω ακόμα στοιχεία) πως, παρά την κρίση που μαστίζει τον εκδοτικό χώρο, θα εξακολουθήσουν και τώρα.

Να περιμένουμε να δούμε σε νέα έκδοση και άλλα έργα σας;

Ναι. Το φθινόπωρο ή στις αρχές του χειμώνα φέτος θα εκδοθεί ξανά από το Μεταίχμιο ένα άλλο μυθιστόρημά μου, οι Βραδιές μπαλέτου (γραμμένο το 1991-92), που κι αυτό έχει φανατικούς αναγνώστες – για κάποιους, μάλιστα, ίσως είναι εκείνο που προτιμούν περισσότερο από όλα. Αλλά... ξέρετε... κάθε αναγνώστης έχει τις αγάπες του και τις προτιμήσεις του και σ' αυτό δεν μπορεί κανείς να πει τίποτα. Πάντως, χαίρομαι που σιγά σιγά το Μεταίχμιο θα βγάλει όλα μου τα βιβλία, ακόμα και κάτω από αυτές τις αντίξοες συνθήκες της αγοράς. Αισθάνομαι πως ανασαίνω και πάλι, που όλα τα βιβλία μου θα υπάρχουν σε νέες φροντισμένες εκδόσεις.

Ποια βιβλία θα προτείνατε στους αναγνώστες μας να διαβάσουν;

Απ' την πιο πρόσφατη παραγωγή θα πρότεινα το Ταξίδι στην Ελλάδα του Δημήτρη Νόλλα (από τον Ίκαρο), τον Ζωγράφο του Μπελογιάννη του Νίκου Δαββέτα (από το Μεταίχμιο), το Μάρτυς μου ο Θεός του Μάκη Τσίτα (από την Κίχλη) και το Ο κηπουρός και ο καιροσκόπος του Δημήτρη Φύσσα (από την Εστία). Και, για να αναφέρω και μια πολύ σημαντική έκδοση, που καλύπτει με εξαιρετική επιτυχία ένα μεγάλο κενό, τη μετάφραση των Ιστοριών του Καντέρμπερυ του Τζέφρυ Τσώσερ (από το Μελάνι), ένα κλασικό αριστούργημα γραμμένο τον 14ο αιώνα, που αποδεικνύει πως η μεγάλη λογοτεχνία παραμένει επίκαιρη όσα χρόνια κι αν περάσουν.

Σκοτεινές επιγραφέςΣκοτεινές επιγραφές
Αλέξης Πανσέληνος
Μεταίχμιο
543 σελ.
Τιμή € 18,80
1-patakis-link

 

ΦΙΛΙΚΑ SITE

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Email:
Θέμα:
Μήνυμα:

ΠΤΟΛΕΜΑΙΩΝ 4 (ΠΛΑΤΕΙΑ ΠΡΟΣΚΟΠΩΝ)
11635 ΑΘΗΝΑ, ΤΗΛ.-FAX: 210-7212307
info@diastixo.gr

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

*  Το email σας:

ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΔΙΚΤΥΑ

facebook icontwitter icongoogle plus iconpinterest iconyoutube iconrss icon

Με την υποστήριξη του diastixo.gr - Designed by: artspr