«Σκοτεινή ύλη» του Blake Crouch
«Σκοτεινή ύλη» του Blake Crouch

«Σκοτεινή ύλη» του Blake Crouch

Προδημοσίευση από το βιβλίο του Blake Crouch Σκοτεινή ύλη (μτφρ. Δημήτρης Αλεξίου) που θα κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις Διόπτρα.

Μένω στην πλατεία Λόγκαν εδώ και είκοσι χρόνια και δεν υπάρχει καλύτερη εποχή από την πρώτη εβδομάδα του Οκτώβρη. Μου φέρνει πάντα στον νου αυτό που είπε ο Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ: Η ζωή ξαναρχίζει απ’ την αρχή στο πρώτο τσουχτερό κρύο του φθινοπώρου. Το βράδυ είναι ψυχρό και ο ουρανός αρκετά καθαρός ώστε να φαίνονται λίγα αστέρια. Τα μπαρ είναι πιο θορυβώδη από άλλες φορές, γεμάτα από απογοητευμένους οπαδούς των Καμπς.
Σταματώ στο πεζοδρόμιο, στη λάμψη μιας φωτεινής επιγραφής που αναβοσβήνει τις λέξεις Βίλατζ Ταπ και κοιτάζω μέσα από την ανοιχτή πόρτα προς το αιώνιο γωνιακό μπαρ που θα βρεις σε κάθε γειτονιά του Σικάγου που σέβεται τον εαυτό της. Προσπερνάω την αχλή από μπλε νέον φως στη βιτρίνα και μπαίνω από την πόρτα.

Ο Ματ, ο ιδιοκτήτης και μπάρμαν, μου κάνει νεύμα καθώς πλησιάζω τον πάγκο μέσα στο πλήθος που περιτριγυρίζει τον Ράιαν Χόλντερ.
«Μόλις έλεγα στην Ντανιέλα για σένα», λέω στον Ράιαν.
Χαμογελάει, προετοιμασμένος στην εντέλεια για τις δημόσιες διαλέξεις του, κομψός και μαυρισμένος μέσα στο μαύρο ζιβάγκο του, με γένια περιποιημένα στην τρίχα.
«Διάολε, χαίρομαι τόσο που σε βλέπω. Με συγκίνησες που ήρθες. Γλυκιά μου;» Ακουμπάει τον γυμνό ώμο της νεαρής γυναίκας που κάθεται στο σκαμπό δίπλα του. «Θα σε πείραζε να αφήσεις τον παλιό, πολύ καλό μου φίλο να κλέψει το κάθισμά σου για λίγο;»
Η γυναίκα εγκαταλείπει τη θέση της και σκαρφαλώνω στο σκαμπό δίπλα στον Ράιαν. Φωνάζει κοντά τον μπάρμαν. «Θέλουμε να μας φροντίσεις με δύο ποτήρια από το πιο ακριβό υγρό στο μαγαζί».
«Ράιαν, δεν χρειάζεται».
Με πιάνει από το μπράτσο. «Απόψε θα πιούμε μόνο το καλύτερο».
«Έχω Μακάλαν εικοσιπεντάρι», λέει ο Ματ.
«Διπλά, φίλε μου. Σ’ εμένα».
Όταν φεύγει ο μπάρμαν, ο Ράιαν με χτυπάει στο μπράτσο. Δυνατά. Δεν θα τον έκανες επιστήμονα με μια πρώτη ματιά. Έπαιζε λακρός τα χρόνια πριν αποφοιτήσει και έχει κρατήσει ακόμα αυτή την ευρύστερνη φιγούρα και την ευκολία της κίνησης του αθλητή.
«Τι κάνουν ο Τσάρλι και η γλυκιά Ντανιέλα;»
«Είναι πολύ καλά».
«Έπρεπε να τη φέρεις μαζί. Έχω να τη δω από πέρσι τα Χριστούγεννα».
«Σου στέλνει τα συγχαρητήριά της».
«Έχεις μια υπέροχη γυναίκα, αλλά φαντάζομαι το ξέρεις».
«Και τι πιθανότητες υπάρχουν να αποκατασταθείς κι εσύ στο κοντινό μέλλον;»
«Ελάχιστες. Η εργένικη ζωή με τα τυχερά της φαίνεται να μου πάει καλύτερα. Είσαι ακόμα στο Κολέγιο Λέικμοντ;»
«Ναι».
«Καλό σχολείο. Ανώτερη εκπαίδευση στη φυσική, έτσι δεν είναι;»
«Ακριβώς».
«Διδάσκεις, λοιπόν...»
«Κβαντομηχανική. Κυρίως εισαγωγικές αρχές. Τίποτα υπερβολικά σέξι».
Ο Ματ επιστρέφει με τα ποτά μας και ο Ράιαν τα παίρνει από το χέρι του και μου προσφέρει το δικό μου.
«Αυτή η γιορτή, λοιπόν, σήμερα...;» λέω.
«Ένας αυτοσχέδιος εορτασμός που κανόνισαν κάποιοι από τους αποφοίτους μου. Δεν τους αρέσει τίποτα περισσότερο από το να με μεθάνε και να παριστάνουν την αυλή μου».
«Σπουδαία χρονιά για σένα, Ράιαν. Θυμάμαι ακόμα τότε που σχεδόν απέτυχες στις διαφορικές εξισώσεις».
«Κι εσύ με ξελάσπωσες. Αρκετές φορές».
Για μια στιγμή, πίσω από το λούστρο και την αίσθηση αυτοπεποίθησης, βλέπω τον γκαφατζή και παιχνιδιάρη φοιτητή με τον οποίο μοιραζόμασταν κάποτε για ενάμιση χρόνο ένα άθλιο διαμέρισμα.
«Το βραβείο Πάβια ήταν για ποιο έργο σου;»
«Για την αναγνώριση του προμετωπιαίου φλοιού ως γεννήτορα της συνείδησης και επίγνωσης».
«Σωστά. Βέβαια, διάβασα την εργασία σου πάνω σ’ αυτό».
«Και πώς τη βρήκες;»
«Εκθαμβωτική».
Φαίνεται πραγματικά κολακευμένος από τη φιλοφρόνηση.
«Για να είμαι ειλικρινής, Τζέισον, και δεν το κάνω από ψεύτικη ταπεινοφροσύνη, πάντα πίστευα ότι εσύ ήσουν αυτός που θα έγραφε τις πρωτοποριακές εργασίες».
«Αλήθεια;»
Με κοιτάζει πάνω από τον μαύρο σκελετό των γυαλιών του.
«Φυσικά. Είσαι πιο έξυπνος από εμένα. Όλοι το ήξεραν αυτό».
Πίνω το ουίσκι μου. Κάνω προσπάθεια να μη δείξω πόσο υπέροχο είναι.
«Μία ερώτηση μόνο», συνεχίζει: «Βλέπεις τον εαυτό σου περισσότερο σαν ερευνητή ή σαν δάσκαλο τώρα;»
«Εγώ...»
«Γιατί εγώ βλέπω τον εαυτό μου, πρώτα και πάνω απ’ όλα, σαν κάποιον που αναζητά απαντήσεις σε θεμελιώδη ερωτήματα. Αν τώρα οι άνθρωποι που με περιτριγυρίζουν» –κάνει μια χειρονομία δείχνοντας τους μαθητές του που έχουν αρχίσει να μαζεύονται– «είναι αρκετά έξυπνοι να απορροφήσουν τη γνώση απλώς λόγω της εγγύτητας, πάει καλά. Αλλά η μετάδοση της γνώσης από μόνη της δεν με ενδιαφέρει. Το μόνο που μετράει είναι η επιστήμη. Η έρευνα».
Αισθάνομαι μια ένδειξη ενόχλησης ή θυμού στη φωνή του, που μεγαλώνει, σαν να προετοιμάζει τον εαυτό του για κάτι.
Προσπαθώ να το διασκεδάσω. «Είσαι θυμωμένος μαζί μου, Ράιαν; Σχεδόν ακούγεσαι σαν να σε έχω απογοητεύσει».
«Κοίτα. Έχω διδάξει στο ΜΙΤ, στο Χάρβαρντ, στο Τζονς Χόπκινς, στα καλύτερα πανεπιστήμια του πλανήτη. Έχω γνωρίσει τα πιο έξυπνα καθίκια που υπάρχουν και η αλήθεια είναι, Τζέισον, ότι εσύ θα μπορούσες να αλλάξεις τον κόσμο αν είχες πάρει αυτόν τον δρόμο. Αντιθέτως εσύ αποφάσισες να διδάσκεις εισαγωγική φυσική σε μελλοντικούς γιατρούς και δικηγόρους ευρεσιτεχνιών».
«Δεν μπορούμε όλοι να είμαστε σούπερσταρ σαν εσένα, Ράιαν».
«Σίγουρα όχι αν παραιτηθείς».
Στραγγίζω το ουίσκι μου.
«Λοιπόν, χαίρομαι πολύ που πέρασα να σε δω». Κατεβαίνω από το σκαμπό μου.
«Μην κάνεις έτσι, Τζέισον. Σου είπα ένα κομπλιμέντο».
«Είμαι περήφανος για σένα, φίλε μου. Το εννοώ».
«Τζέισον!»
«Ευχαριστώ για το ποτό».
Είμαι ξανά έξω και βαδίζω αργά στο πεζοδρόμιο. Όσο πιο πολύ απομακρύνομαι από τον Ράιαν τόσο περισσότερο θυμώνω. Χωρίς να ξέρω με ποιον.
Το πρόσωπό μου καίει. Γραμμές ιδρώτα στάζουν στους κροτάφους μου. Εντελώς απρόσεκτα πάω να διασχίσω τον δρόμο με κόκκινο το φανάρι των πεζών και με διαπερνάει ο ήχος των ελαστικών που σέρνονται στριγκλίζοντας πάνω στην άσφαλτο.
Γυρίζω ξαφνικά και κοιτάζω ένα κίτρινο ταξί που κατευθύνεται καταπάνω μου. Μέσα από το παρμπρίζ που με πλησιάζει, βλέπω πεντακάθαρα τον ταξιτζή: έναν άντρα με μουστάκι, με γουρλωμένα, πανικόβλητα μάτια να περιμένει τη σύγκρουση.
Και τότε, τα χέρια μου ακουμπάνε πάνω στο ζεστό κίτρινο μέταλλο του καπό και ο ταξιτζής μού ουρλιάζει από το παράθυρό του: «Βρε παλιομαλάκα, θα σε σκότωνα! Βγάλε το κεφάλι απ’ τον κώλο σου και κοίτα πού πηγαίνεις!»
Κόρνες αρχίζουν να ακούγονται πίσω από το ταξί. Αποτραβιέμαι ξανά στο πεζοδρόμιο και μένω να βλέπω την κίνηση των αυτοκινήτων να ξεκινάει πάλι. Οι επιβάτες τριών διαφορετικών αυτοκινήτων είναι αρκετά ευγενικοί ώστε να κόψουν ταχύτητα περνώντας μπροστά μου και να μου δείξουν το μεσαίο τους δάχτυλο.

«Σκοτεινή ύλη» του Blake Crouch

Το σουπερμάρκετ μυρίζει σαν τη χίπισσα κοπέλα που είχα πριν από την Ντανιέλα – ένα μείγμα φρέσκων προϊόντων, κόκκων καφέ και αρωματικών ελαίων. Η λαχτάρα μου με το ταξί μού έχει κόψει τη φόρα και περιδιαβαίνω ανάμεσα στα ψυγεία σαν να κινούμαι σε μια πυκνή, ληθαργική ομίχλη.
Όταν ξαναβγαίνω έξω κάνει πιο πολύ κρύο, ένα ξεροβόρι φυσάει από τη λίμνη προμηνύοντας τον απαίσιο χειμώνα που είναι κοντά.
Με την υφασμάτινη τσάντα μου γεμάτη με παγωτό παίρνω άλλο δρόμο για το σπίτι. Είναι έξι τετράγωνα παραπάνω, αλλά ό,τι χάνω σε συντομία το κερδίζω σε μοναχικότητα, που μου είναι απαραίτητη για να συνέλθω από τη συνάντησή μου με τον Ράιαν και το επεισόδιο με το ταξί.
Προσπερνάω ένα γιαπί, έρημο μέσα στη νύχτα, και, λίγα τετράγωνα παρακάτω, τη σχολική αυλή του δημοτικού όπου πήγαινε ο γιος μου παλιότερα. Η μεταλλική τσουλήθρα γυαλίζει στο φως του δρόμου και οι κούνιες τρίζουν στο αεράκι που τις κουνάει.
Αυτά τα φθινοπωρινά βράδια έχουν μια ενέργεια που αγγίζει κάτι πρωτόγονο μέσα μου. Κάτι από το μακρινό παρελθόν. Από τα παιδικά μου χρόνια στη δυτική Άιοβα. Σκέφτομαι σχολικούς αγώνες ποδοσφαίρου και τους προβολείς του γηπέδου να φωτίζουν πάνω στους παίκτες. Μυρίζω ώριμα μήλα και την ξινή οσμή της μπίρας από υπαίθρια πανηγύρια στα καλαμποκοχώραφα. Αισθάνομαι τον άνεμο στο πρόσωπό μου, έτσι όπως κάθομαι στην καρότσα ενός παλιού αγροτικού που διασχίζει έναν επαρχιακό δρόμο μέσα στη νύχτα, βλέπω τη σκόνη να χρωματίζεται κόκκινη από το φως των πίσω φαναριών του οχήματος και ολόκληρη τη ζωή μου να ξεδιπλώνεται αργά μπροστά μου.
Αυτή είναι η ομορφιά της νιότης.
Υπάρχει μια ελαφρότητα που διαπερνά τα πάντα, γιατί καμία δεσμευτική απόφαση δεν έχει παρθεί ακόμα, κανένα μονοπάτι δεν έχει με ακρίβεια χαραχθεί και ο δρόμος που ανοίγεται μπροστά σου είναι γεμάτος με σαφείς, απεριόριστες δυνατότητες.
Μου αρέσει η ζωή μου, αλλά δεν έχω αισθανθεί αυτή την ελαφρότητα της ύπαρξης για χρόνια. Οι φθινοπωρινές νύχτες σαν την αποψινή είναι το πιο κοντινό σ’ αυτή την ελαφρότητα που θα μπορούσα τώρα να νιώσω.
Το κρύο έχει αρχίσει να καθαρίζει το μυαλό μου.
Θα είναι ωραία να βρεθώ σπίτι ξανά. Σκέφτομαι να ανάψω το τζάκι. Ποτέ δεν είχαμε ανάψει φωτιά πριν από το Χάλογουιν, αλλά απόψε έχει τόσο πρόωρο κρύο που μετά από δύο χιλιόμετρα βάδισμα σε αυτόν τον αέρα, το μόνο που θέλω είναι να κάτσω μπροστά από τη φλόγα του μαζί με την Ντανιέλα, τον Τσάρλι και ένα ποτήρι κρασί.
Ο δρόμος περνάει κάτω από τον υπέργειο ηλεκτρικό σιδηρόδρομο. Περπατάω κάτω από τα σκουριασμένα στηρίγματα της σιδηροτροχιάς. Για μένα, ο υπέργειος σιδηρόδρομος χαρακτηρίζει αυτή την πόλη ακόμα περισσότερο κι από τον αστικό της ορίζοντα. Είναι το πιο αγαπημένο μου μέρος περιπάτου για το σπίτι, επειδή είναι το πιο σκοτεινό και το πιο ήσυχο. Αυτή τη στιγμή.
Δεν περνούν τρένα. Δεν υπάρχουν φώτα αυτοκινήτων σε καμία κατεύθυνση. Δεν ακούγεται θόρυβος από κανένα μαγαζί.
Κανένας άλλος ήχος παρά ο μακρινός ήχος ενός τζετ που προσεγγίζει το αεροδρόμιο.
Όμως... Κάτι πλησιάζει. Βήματα ακούγονται στο πεζοδρόμιο. Κοιτάζω πίσω. Μια σκιά τρέχει προς το μέρος μου, και η απόσταση μεταξύ μας μειώνεται πολύ πιο γρήγορα απ’ όσο χρειάζομαι για να επεξεργαστώ τι συμβαίνει.
Το πρώτο που βλέπω είναι ένα πρόσωπο. Λευκό σαν φάντασμα. Ψηλά, τοξωτά φρύδια που μοιάζουν τραβηγμένα. Κόκκινα, έντονα χείλη – πολύ λεπτά αλλά τέλεια σχηματισμένα. Και τρομακτικά μάτια: μεγάλα και κατάμαυρα, χωρίς κόρη και ίριδα.
Το δεύτερο πράγμα που βλέπω είναι η κάννη ενός πιστολιού δέκα εκατοστά από τη μύτη μου.
Η φωνή ακούγεται χαμηλή, βραχνή πίσω από τη μάσκα της γκέισας. «Γύρνα απ’ την άλλη».
Διστάζω, όντας αποσβολωμένος για να κάνω την παραμικρή κίνηση. Μου σπρώχνει το όπλο περισσότερο στο πρόσωπο. Γυρίζω.
Πριν προλάβω να του πω ότι το πορτοφόλι μου είναι στην μπροστινή αριστερή μου τσέπη, μου λέει: «Δεν θέλω τα λεφτά σου. Ξεκίνα να περπατάς».
Αρχίζω να περπατώ.
«Πιο γρήγορα».
Περπατώ πιο γρήγορα.
«Τι θέλεις;» τον ρωτάω.
«Βούλωσ’ το».
Ένα τρένο περνάει με θόρυβο από πάνω μας κι εμείς βγαίνουμε από τη σκοτεινιά του δρόμου κάτω από την υπόγεια διασταύρωση, ενώ η καρδιά μου κοντεύει να σπάσει στο στήθος μου. Όλη η γειτονιά μοιάζει με πόλη-φάντασμα – κανείς δεν κυκλοφορεί έξω.
«Βλέπεις αυτό το πολυμορφικό αυτοκίνητο;» μου λέει. Βλέπω ένα μαύρο Λίνκολν Ναβιγκέιτορ παρκαρισμένο στην εσοχή του δρόμου ακριβώς μπροστά. Τα αλάρμ αναβοσβήνουν.
«Μπες στη θέση του οδηγού».
«Ό,τι κι αν σκέφτεσαι να κάνεις...»
«Αλλιώς θα πεθάνεις μέσα σε μια λίμνη αίματος σ’ αυτό εδώ το πεζοδρόμιο».
Ανοίγω την πόρτα του οδηγού και γλιστράω πίσω από το τιμόνι.
«Η τσάντα με τα ψώνια μου», λέω.
«Πάρ’ τη μαζί». Μπαίνει μέσα πίσω μου. «Βάλε μπροστά».
Κλείνω την πόρτα και πετάω την υφασμάτινη τσάντα του σουπερμάρκετ στο δάπεδο στη θέση του συνοδηγού. Έχει τόση ησυχία μέσα στο αυτοκίνητο που σχεδόν ακούω τους παλμούς μου να χτυπούν γοργά κατευθείαν πάνω στο ακουστικό μου τύμπανο.
«Τι περιμένεις;» με ρωτάει.
Βάζω μπροστά.
«Βάλε μπρος την πλοήγηση».
Την ενεργοποιώ.
«Πάτησε ‘‘προηγούμενοι προορισμοί’’».
Ποτέ δεν είχα αυτοκίνητο με ενσωματωμένο GPS, γι’ αυτό μου παίρνει λίγη ώρα να βρω το σωστό κουμπί στην οθόνη.
Τρεις τοποθεσίες εμφανίζονται. Η μία είναι η διεύθυνση του σπιτιού μου. Άλλη μία είναι το πανεπιστήμιο στο οποίο δουλεύω.
«Με παρακολουθείς;» ρωτάω αυθόρμητα.
«Επίλεξε το Πουλάσκι Ντράιβ».
Επιλέγω τη διεύθυνση Πουλάσκι Ντράιβ 1400, Σικάγο, Ιλινόις, 60616, χωρίς να έχω καμία ιδέα τι ακριβώς είναι αυτό. Η γυναικεία φωνή στο GPS μου δίνει οδηγίες: Κάνετε μία νόμιμη αναστροφή όταν είναι εφικτό και οδηγήστε ευθεία για περίπου ένα χιλιόμετρο.
Βάζω ταχύτητα και βγαίνω στον σκοτεινό δρόμο. Ο άντρας πίσω μου λέει: «Δέσε τη ζώνη σου».
Δένω τη ζώνη μου και κάνει κι αυτός το ίδιο.
«Λοιπόν, για να είμαστε ξεκάθαροι, Τζέισον, αν κάνεις οτιδήποτε διαφορετικό πέρα από το να ακολουθείς τις οδηγίες κατά γράμμα, θα σε πυροβολήσω μέσα από το κάθισμά σου. Κατάλαβες τι λέω;»

 

Τα σχόλια σας

Κάντε το σχόλιο σας, με σύνδεση από το facebook ή συμπληρώστε τα στοιχεία σας, στην παρακάτω φόρμα.

 


Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ
«Σε κάποιους αξίζει ο θάνατος» του Peter Swanson

Προδημοσίευση από το μυθιστόρημα του Peter Swanson Σε κάποιους αξίζει ο θάνατος (μτφρ. Φωτεινή Πίπη) που θα κυκλοφορήσει στις 27 Σεπτεμβρίου από τις εκδόσεις Διόπτρα.   Τεντ «Γεια σου», μου είπε. Πρώτα είδα το...

ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ
«Πλέκοντας ίχνη» της Έρικας Αθανασίου

Προδημοσίευση από το μυθιστόρημα της Έρικας Αθανασίου Πλέκοντας ίχνη που θα κυκλοφορήσει στις αρχές Ιουλίου από τις εκδόσεις Κέδρος.   Κεφάλαιο 1 Πέρασε τη βελόνα από την άλλη μεριά και αναστενάζοντας ξεκίνησε τη νέα σειρά. Κόντευε να...

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΕΙΣ

ΕΙΔΗΣΕΙΣ

ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΙ

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Το μήνυμά σας

Διεύθυνση

Πτολεμαίων 4
(Πλατεία Προσκόπων)
11635 Αθήνα,
Τηλ.-fax: 210.7212307
info@diastixo.gr
ISSN: 2585-2485

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

Εγγραφείτε τώρα στο newsletter μας και μάθετε πρώτοι τα τελευταία νέα για το βιβλίο και για τις τέχνες.

 

Το email σας: