A+ A A-

«Μέσα απ’ τις ζωές των άλλων» της Κώστιας Κοντολέων

«Μέσα απ’ τις ζωές των άλλων» της Κώστιας Κοντολέων


Προδημοσίευση από το μυθιστόρημα της Κώστιας Κοντολέων Μέσα απ’ τις ζωές των άλλων, που θα κυκλοφορήσει στις 17 Μαρτίου από τις Εκδόσεις Ψυχογιός.


«Μέσα απ’ τις ζωές των άλλων» της Κώστιας Κοντολέων

Τι δουλειά κάνει ο μπαμπάς;

 

Κι η ζωή συνεχίζεται, και το τώρα δίνει τη θέση του στο αύριο, και το αύριο σ’ ένα άλλο αύριο, εκεί που κατασκηνώνουν ελπίδες και διαψεύσεις, όνειρα και εφιάλτες.

Η Πέτρα μεγαλώνει σε παράλληλους κόσμους, η Φωτεινή έχει ακολουθήσει τις συμβουλές της κυρίας Φρόσως, της συναδέλφου της στο υπουργείο, εκείνης της καλοκάγαθης γυναίκας με το ροδαλό πρόσωπο και τη μεγάλη κρεατοελιά στο αφράτο μάγουλό της, τα γραφεία τους είναι δίπλα το ένα στο άλλο και οι συμβουλές της μεγαλύτερης στη νεότερη καταλυτικές.

«Πρέπει, Φωτεινή μου, να πάει η Πέτρα σε καλό σχολείο», της λέει. «Να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις που θα την οδηγήσουν σ’ έναν καλό γάμο αργότερα», συμπληρώνει.

Κι η Φωτεινή, που αγαπάει και σέβεται την κυρία Φρόσω, ακούει με προσοχή ό,τι της λέει, αφού είναι τα χρόνια και η πείρα που μιλάνε, γι’ αυτό προστρέχει πάντα σ’ αυτή να τη συμβουλευτεί για όλα όσα την απασχολούν, και την απασχολούν πολλά, στο επίκεντρό τους πάντα το παιδί.

Και έχει πάρει τελικά τη μεγάλη απόφαση και έγραψε τη μικρή στο Αρσάκειο, να μορφωθεί σωστά το παιδί, να κάνει φιλίες εντός μιας άλλης κοινωνικής τάξης. Να μπει σε σπίτια που δε στάζουν τα κεραμίδια τους, που δε χάσκουν οι χαραμάδες στις πόρτες τους, που δεν έχουν απ’ έξω τους καμπινέδες τους. Να γίνει κι εκείνη κάποια ανάμεσα στα κορίτσια των καλών αστών της μεταπολεμικής Ελλάδας. Να πάρει σωστή εκπαίδευση και να σπουδάσει αργότερα. Να πραγματώσει το όνειρο που η Φωτεινή δεν μπόρεσε να εκπληρώσει, να μπει εκείνη στη Νομική!

Η Φωτεινή έστελνε άθελά της τη μικρή Πέτρα ξυπόλυτη στ’ αγκάθια. Κι όταν το πρώτο μεγάλο αγκάθι θα έμπαινε στο πόδι του παιδιού, εκείνη θα βρισκότανε ανέτοιμη να το αντιμετωπίσει…

Είναι την πρώτη μέρα στο σχολείο, μετά τον αγιασμό, που η μικρή θα μπλέξει σε μια απίστευτη κατάσταση που για καιρό θα κουβεντιάζεται στο γραφείο των δασκάλων.

Η Φωτεινή, όταν η Πέτρα γυρνάει από το σχολείο, κοιτάζει ανήσυχη πρώτα τα κατακόκκινα από το κλάμα μάτια του παιδιού κι ύστερα το σημείωμα του σχολείου με αποδέκτη εκείνη, τη μάνα, τη χήρα, την κηδεμόνα της μαθήτριας της Πρώτης Δημοτικού Πέτρας Παπά.

 

Απαιτείται η άμεση παρουσία σας στο σχολείο, για πολύ σοβαρό προσωπικό σας θέμα.

Αγγελική Παπαδάκη,
δασκάλα της Πρώτης Δημοτικού

 

Το παιδί κλαίει τώρα με λυγμούς… Γιατί, ψελλίζει, τέτοια τιμωρία για ένα τόσο αθώο ψεματάκι!

Η Φωτεινή παίρνει την Πέτρα στην αγκαλιά της, να την παρηγορήσει προσπαθεί μα και να μάθει θέλει τι το τόσο σοβαρό έγινε στο σχολείο της, ακόμη δεν αρχίσανε. Ξέρει πως είναι λιγάκι ατίθαση η κόρη της, γι’ αυτό σε κάποια σοβαρή ζημιά πηγαίνει το μυαλό της, κι άντε τώρα να βρει τα χρήματα να πληρώσει τα σπασμένα. Όμως δεν είναι διόλου προετοιμασμένη για όλα όσα θα βγουν από το στόμα του παιδιού:

«Η κυρία Αγγελική, η δασκάλα μας, αφού μας είπε καλημέρα, άρχισε μετά να μας ρωτάει πώς μας λένε και τι δουλειά κάνει ο μπαμπάς μας. Μανούλα μου, φοβήθηκα τόσο πολύ, κι όσο πλησίαζε η σειρά μου άρχισαν να τρέμουν τα ποδαράκια μου», η Πέτρα σταματάει για λίγο να ρουφήξει τη μύτη της κι ύστερα λέει ό,τι θ’ αφήσει άφωνη τη μάνα της, «ντρεπόμουν να πω πως δεν είχα μπαμπά, κι αν με μάλωνε; Σκέφτηκα, σκέφτηκα, κάπου την είχα ξανακούσει τη λέξη και μου άρεσε, ο δικός μου ο μπαμπάς θα ήταν πιο σπουδαίος από των άλλων κοριτσιών, που ήταν δικηγόροι, γιατροί, υπάλληλοι τραπέζης… Κι όταν η κυρία Αγγελική στέκεται μπροστά μου, πριν προλάβει καν να με ρωτήσει, σηκώνομαι όρθια, Πέτρα με λένε, καμαρώνω, κι ο μπαμπάς μου είναι σωματέμπορος, λέω! Να δεις, μανούλα, κόκκινη που έγινε η μούρη της δασκάλας μας κι ύστερα με έπιασε από το αυτί και μ’ έβγαλε από την τάξη φωνάζοντας: Έξω! Στον διευθυντή αμέσως κι αύριο να έρθεις με τον κηδεμόνα σου!” Τι θα πει κηδεμόνας, μαμά;» ρωτάει η Πέτρα.

«Θα πει πως έβαλες σε μπελάδες τη μαμά σου», της λέει γελώντας η Φωτεινή, «κι εκείνη την άλλη λέξη να μην την ξαναπείς, δεν είναι καλή».

Το παιδί ησυχάζει, η Φωτεινή δε θα την τιμωρήσει, καταπώς φαίνεται, γι’ αυτό πάει και κουρνιάζει στην αγκαλιά της.

«Τόση φασαρία για ένα αθώο ψεματάκι», μονολογεί και εξουθενωμένη αποκοιμιέται.

Την άλλη μέρα η Φωτεινή θα πάρει ολιγόωρη άδεια από το γραφείο για να αντιμετωπίσει την κυρία Αγγελική, τη δασκάλα της Πρώτης.

«Το παιδί είναι ορφανό!» της λέει μόνο και γυρνάει την πλάτη στην αυτόκλητη θεματοφύλακα του τρίπτυχου «Πατρίς, Θρησκεία, Οικογένεια».

Μα το πράγμα δε θα σταματούσε εκεί. Μπορεί η Φωτεινή να ένιωθε μια κάποια ικανοποίηση για την επιλογή του σχολείου της Πέτρας, παρά το πρώτο σκουντούφλημα, αλλά με κανέναν τρόπο δε θα μπορούσε να προβλέψει πως η εμμονή της να εντάξει το παιδί της σε μια άλλη κοινωνική τάξη, σ’ ένα απρόσιτο και εν πολλοίς εχθρικό γι’ αυτό περιβάλλον, θα γινότανε το ραβδί που θα έπεφτε στον γυάλινο κόσμο του και θα τον ράγιζε.

Εννιά πια χρόνων θα είναι η Πέτρα όταν συνειδητοποιεί σ’ όλη τους την έκταση τις απροσπέλαστες ταξικές διαφορές ανάμεσα σ’ εκείνη και στα κορίτσια των καλών αστικών οικογενειών.

Είχε ξεγελαστεί στην αρχή, είχε πιστέψει πραγματικά πως ανήκε στον δικό τους κόσμο, πως ήταν ίση κι όμοιά τους. Φύλαγε με νύχια και με δόντια τα δυο μεγάλα μυστικά της: Καμιά δεν είχε έρθει στο σπίτι της, καμιά δεν ήξερε για τον πατέρα της.

Την καλούσαν συχνά στα μεγαλοαστικά τους σπίτια, κι εκείνη ανέβαλλε συνεχώς το κάλεσμα στο δικό της, πώς θα μπορούσε άλλωστε! Κι ύστερα, μια μέρα, τα πρόσωπα έγιναν εχθρικά, έπαψαν τα καλέσματα, άρχισαν τα μισόλογα. Η Πέτρα έμενε πια μόνη της στα διαλείμματα, αποκλεισμένη από τις παρέες τους, μ’ ένα γιατί χωρίς απάντηση στα χείλη της.

Μα, όταν αργότερα θα της δοθούν κατάμουτρα οι απαντήσεις, θα χάσει τον κόσμο κάτω από τα πόδια της. «Δεν μπορείς να παίζεις μαζί μας, το σπίτι σου… καταλαβαίνεις…» της πετάνε με περιφρόνηση.

Παγώνει. Πώς το έμαθαν, από πού;

Η Φωτεινή για άλλη μια φορά δε βλέπει μήτε ακούει το τρίξιμο από το ράγισμα του γυαλιού, συνεχίζει να τη στέλνει στο μεγαλοαστικό, εχθρικό τώρα για το παιδί σχολείο, να πληρώνει Γαλλίδες για ιδιαίτερα, να κάνει παράλογα όνειρα ερήμην του. Συνεχίζει να την ντύνει και να τη μορφώνει όπως τα παιδιά των πλουσίων. Σπαταλάει τα καλύτερά της χρόνια δουλεύοντας σαν σκυλί για να τη μεγαλώσει σ’ έναν κόσμο που δεν τη θέλει ανάμεσά του, που δε θα συγχωρήσει ποτέ την τόλμη της να θελήσει ν’ αφομοιωθεί απ’ αυτόν.

Κι η Πέτρα κάπως έτσι κλείνεται στον εαυτό της και διολισθαίνει στην εσωστρέφεια.

Σφίγγει τα δόντια. Τα δάκρυα δε βρίσκουν πια διέξοδο. Τα μάτια μένουν στεγνά. Η καρδιά έχει αδειάσει από αισθήματα. Μετά από εκείνο το αμίμητο «επάγγελμα πατρός σωματέμπορος», θα περάσει στο αψυχολόγητο «επάγγελμα πατρός ΟΡΦΑΝΗ».

Έχει μόλις γυρίσει τρέχοντας στο σπίτι, με μάγουλα ξαναμμένα, κρατώντας στο χέρι ένα άσπρο χαρτί τυλιγμένο σε ρολό, το ενδεικτικό, έτσι τους είχε πει πως το λένε η κυρία Αγγελική, η δασκάλα τους της Πρώτης Δημοτικού, ακόμα καμαρώνει γι’ αυτό που της είχε πει δίνοντάς της το.

«Μπράβο, Πέτρα! Άριστα δέκα πήρες!»

Ορμάει η Πέτρα στην αυλή να βρει τη Φωτεινή, να της το δείξει κι εκείνης να χαρεί, τη βρίσκει καθισμένη κάτω από το μεγάλο δέντρο να μπαλώνει ρούχα, λύνει τη γαλάζια κορδέλα βιαστικά κι αρχίζει να διαβάζει συλλαβιστά: «Η μαθήτρια Πέτρα Παπά της Φωτεινής και του Πέτρου, επάγγελμα πατρός ΟΡΦΑΝΗ».

Σταματάει να συλλαβίζει, γυρνάει απορημένη στη Φωτεινή, «Τι επάγγελμα είναι αυτό το “ορφανή”, μανούλα;» τη ρωτάει.

Η Φωτεινή παλεύει να διώξει τον κόμπο που της κλείνει τον λαιμό. Διστάζει, μα πρέπει να πει την αλήθεια στο παιδί, πολλές αλήθειες θα πρέπει να ειπωθούν στο μέλλον, κι όλες τους δύσκολες.

«Δεν είναι επάγγελμα», ψελλίζει, «ορφανή θα πει πως δεν έχεις μπαμπά, πως έχει πεθάνει…»

Είναι η πρώτη φορά που ξεστομίζει το ανείπωτο στο παιδί. Μέχρι τότε το τάιζε ψεύτικες ελπίδες, πως έλειπε σε μακρύ ταξίδι ο μπαμπάς τής έλεγε και πως κάποια στιγμή θα γυρνούσε κοντά τους.

Αυτό που ήταν να ειπωθεί ειπώθηκε, η Πέτρα δεν κλαίει, δε φωνάζει, δε ζητάει περισσότερες εξηγήσεις. Μόνο αφήνει να της πέσει το άσπρο χαρτί από τα χέρια, βγαίνει τρέχοντας στον δρόμο κι αυτό απομένει τσαλακωμένο μπροστά στα πόδια της Φωτεινής. Εκείνη σκύβει και το περιμαζεύει από κάτω, νιώθει τύψεις που δεν έχει μιλήσει μέχρι τώρα ανοιχτά στην κόρη της για τον πατέρα της. Βγαίνει ανήσυχη κι εκείνη στον δρόμο να την αναζητήσει, κατευθύνεται στον Άγιο Παύλο, τη βρίσκει πίσω από το στασίδι που καταφεύγει πάντα όταν ξεφεύγουν στο σπίτι τα πράγματα. Την παίρνει στην αγκαλιά της και τη φέρνει πίσω πάλι στην ετερόκλητη οικογενειακή τους εστία. Στο ανυπόφορο τώρα και στο εφιαλτικό μετά.

 

 


Δείτε την προδημοσίευση σε μορφή pdf εδώ.

 

 

Διαβάστε επίσης

ΦΙΛΙΚΑ SITE

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Email:
Θέμα:
Μήνυμα:

ΠΤΟΛΕΜΑΙΩΝ 4 (ΠΛΑΤΕΙΑ ΠΡΟΣΚΟΠΩΝ)
11635 ΑΘΗΝΑ, ΤΗΛ.-FAX: 210-7212307
info@diastixo.gr

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

*  Το email σας:

ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΔΙΚΤΥΑ

facebook icontwitter icongoogle plus iconpinterest iconyoutube iconrss icon

Με την υποστήριξη του diastixo.gr - Designed by: artspr