A+ A A-

ΑΘΩΑ ΕΚ ΠΡΟΜΕΛΕΤΗΣ

ΑΘΩΑ ΕΚ ΠΡΟΜΕΛΕΤΗΣτων Σοφίας Διονυσοπούλου - Μαρίνας Μέντζου

Μια γυναίκα εμφανίζεται στο δρόμο. Φωνάζει σαν να την τραβάνε κάποιοι αόρατοι άνθρωποι. Ταυτόχρονα ταΐζει ανύπαρκτες γάτες.

Αφήστε με ήσυχη. Δεν τέλειωσα. Θα πεθάνουν χωρίς εμένα. Ψιτ, ψιτ, ψιτ. Ελάτε, μικρούλια μου. Ελάτε στη μανούλα. Αφήστε με, σας λέω. Δεν παίρνετε από λόγια; Ψιτ. Ψιτ. Ψιτ. Μπαίνει σε μια αίθουσα δικαστηρίου. Κοιτάζει γύρω της. Απευθύνεται σε έναν αόρατο φρουρό. Παράτα με. Ξέρω πού θα καθίσω. Δουλειά σου εσύ. Κάθεται στο εδώλιο. Περιεργάζεται την αίθουσα. Σκάει στα γέλια.

Ωραία, λοιπόν, με πιάσατε. Και τι καταλάβατε; Με χώσατε σ’ ένα κλουβί λες και φοβάμαι εγώ τη φυλακή. Εγώ τα ξέρω τα κελιά, εσείς να τα φοβάστε. Γιατί ’μαι γάτα αλήτισσα, όχι σκυλί του καναπέ με τηλεόραση και σούσι και φραπέ. Πώς τον μπορείτε αυτό τον αχταρμά; Εντάξει, εντάξει, σταματώ. Σεβάσμιο δικαστήριο, ξέρω γιατί είμαι εδώ. Εγώ, η Φρόσω Μακρή, δηλώνω αθώα εκ προμελέτης. Γραμματιζούμενη πολύ δεν είμαι, οι δικηγόροι όμως με μπερδεύουν και το σινάφι τους μου φέρνει εμετό.

Υπερασπίζομαι, λοιπόν, μονάχη τον εαυτό μου. Αλλά ας τα πάρω όλα απ’ την αρχή. Κάποτε ήμουν ένα ολόξανθο μπουμπούκι. Χλώμιαζαν τα τριαντάφυλλα μπροστά μου και τα αγόρια τρέχανε ξοπίσω μου σαν μύγες. Εγώ πάλι τα έβλεπα σαν μύξες. Μέχρι που εμφανίστηκε ένας άντρας. Με μάτια κάρβουνο και φαβορίτες. Σουγιάδες, καφενέδες και μπαρμπούτι. Έγινε αυτό που λέμε ο άνθρωπός μου. Καταστροφή. Με στράγγιξε. Με πέταξε. Και δρόμο.

Όχι, όχι, κύριοι, δε γίνεται αλλιώς. Πώς θα με κρίνετε αν δεν ξέρετε ποια είμαι; Τι έλεγα; Αρχίζει να τραγουδάει μια μελωδία του ’40. Σταματάει απότομα. Πού το βλέπετε το άσχετο, κύριοι δικαστές; Ένα τραγούδι, χίλιες λέξεις. Έχετε δίσκους, κύριε εισαγγελεύ; Ή μόνο δερματόδετα βιβλία; Κούφια. Σαν τα μυαλά ολωνών σας.

Συγγνώμη. Παραφέρθηκα. Υπομονή. Στο δρόμο βρέθηκα λοιπόν. Έκλαψα. Έκλαψα. Ύστερα βαρέθηκα. Αυτό ήταν το χειρότερο. Βαρέθηκα τον πόνο. Και πέτρωσα. Ω, πόσο εύκολο ήταν! Ξάπλωσα σ’ έναν ανθισμένο αγρό, μύρισα τις λεβάντες, είδα τον μαύρο ουρανό και τρία πεφταστέρια, κι αυτό ήταν· πόνος τέλος. Τότε είναι που ορκίστηκα. Η Φρόσω θα γελάει. Στα ψέματα; Στ’ αληθινά; Καμία σημασία. Η Φρόσω θα γλεντάει, η Φρόσω θα τα σπάει.

Την πήρα την απόφαση κι έγινα ηθοποιός. Φώτα, λικέρ, γουναρικά, φωτογραφίες, ρομάντζα, άρχισα να μεσουρανώ πριν καν το καταλάβω. Λεφούσια οι άντρες γύρω μου, στις φούστες μου, στα πόδια μου. Αυτά τα πόδια που βλέπετε, αυτές τις γάμπες, τα φίλησαν τόσα και τόσα χείλη. Κι εγώ καθόμουνα στο καμαρίνι, την πούδρα μου έβγαζα μετρώντας τα φιλιά κι ακούγοντας να τιτιβίζει το κίτρινό μου καναρίνι. Το καναρίνι ψόφησε. Το πέταξα στον ξεροπόταμο. Μέθυσα εκείνη τη βραδιά. Μα δεν τα έσπασα. Κοιμήθηκα και ήρθε στο όνειρό μου ένας τεράστιος ποντικός. Ξύπνησα μούσκεμα. Αυτός. Αυτός φταίει για όλα. Από τότε λατρεύω τις γάτες. Τις λατρεύω – ναι.

Υπομονή. Υπομονή. Μ’ έχετε πάρει για τρελή; Μη σας στενοχωρεί, δεν είσαστε οι μόνοι. Αλαφροΐσκιωτη με ανέβαζαν, φευγάτη με κατέβαζαν. Τραμπάλα. Κι όμως, εγώ ισορροπούσα μια χαρά. Σαν σχοινοβάτης που ταράζει τα νερά σε τσίρκο ντεκαντέντσια.

Τι κάθομαι και λέω. Δε θα προλάβω. Πάλι θα με διακόψετε. Το ξέρω. Πού είχα μείνει; Α, ναι. Στον ποντικό. Έτρεξα όπως όπως στην αυλή. Με το παλιό μου νυχτικό μες στον ιδρώτα. Έτρεμα. Έτρεμα πολύ.

Πιστεύω πως τα όνειρα, κύριοι δικαστές, είναι μεταμορφώσεις του εαυτού μας. Έτσι, αποφάσισα να εξαγνιστώ. Δεν άργησε να εμφανιστεί μπροστά μου η πρώτη γάτα. Καμέλια τη βάφτισα. Γίναμε αχώριστες. Σε λίγο το έμαθαν στη γειτονιά. Άρχισαν να έρχονται και άλλες στην αυλή μου. Απέκτησα καμιά εικοσαριά. Στη διαδρομή, χαθήκαν μερικές. Με επισκέπτονται απ’ τον άλλο κόσμο. Ύστερα ήρθαν άλλες, νεαρές. Τους έβαζα πιατάκια με φαΐ – η καθεμιά είχε το δικό της. Κόκκινο για τον Καραβοκύρη, κίτρινο για την Μπουμπού, ροζ για τον Βαγγελάκη, όλα τα χρώματα, όλα – το πράσινο δε μου άρεσε.

Μέχρι που. Ένα μουσικό κομμάτι την παγώνει.

Μέχρι που ήρθε ο λιμός. Μέχρι που έπεσε στον τόπο η κατάρα. Και βγήκανε οι άνθρωποι στους δρόμους. Κουρέλια με τα δάχτυλα στους κάδους σκουπιδιών. Τους έβλεπα και μάτωνε η καρδιά μου. Ύστερα πάλι θύμωσα. Βγήκα από τα ρούχα μου. Δεν είχαν το δικαίωμα. Δεν είχαν το δικαίωμα. Όπως κι ο πόνος, έφυγε αμέσως ο θυμός. Πάγωσα και κατέστρωσα το σχέδιό μου.

Εγώ, λοιπόν, η Φρόσω η Μακρή, η ξακουστή σε όλους Βλάνταινα, σκότωσα όχι έναν δυο, αλλά είκοσι δύο άντρες. Εύλογα θα ρωτήσετε γιατί. Μήπως με έδερνε ο μπαμπάς, μήπως μπεκρόπινε η μαμά και άλλα τέτοια ανούσια και ψυχολογικά. Όχι. Το φταίξιμο ανήκει στα βαρέλια και στη χρυσή μου την καρδιά. Χρυσόκαρδη με φώναζαν από μικρή αντί για χρυσοχέρα, κι εγώ στενοχωριόμουνα και ζήλευα τα χέρια των άλλων κοριτσιών. Στη γειτονιά μοίραζα πάντα το ψωμί μου και τις γαρδένιες απ’ τις τενεκεδένιες γλάστρες μας. Τώρα, πού γλάστρες, πού ψωμί; Γατοτροφές και ξόμπαρκα νεράντζια. Μαζεύω κάπου κάπου από χάμω και τρώω τον γλυκόξινο καρπό, άλλοτε πάλι φτιάχνω και γλυκό, έτσι για να θυμάμαι… να θυμάμαι; Είμαι ευαίσθητη στις μυρωδιές. Στις γεύσεις και στις μελωδίες. Σε στέλνουνε μεμιάς από εκεί που ’ρθες. Σε γκόμενους, στη θάλασσα, στα καπηλειά. Στο βελονάκι που έπλεκε η γιαγιά. Στις μαρμελάδες της μαμάς. Κι άντε να επιστρέψεις. Πονάνε οι μυρωδιές. Οι γεύσεις. Κι οι μελωδίες πονάνε. Κι όταν οι τρεις τους συμμαχούν, δεν έχει σωτηρία.

Τι περιμένετε; Γδάρτε με. Κάψτε με. Μάγισσα είναι. Έτσι δε λέτε; Σκοτώνει μ’ ένα βλέμμα. Έτσι δε λέτε; Και πίνει. Το αίμα των θυμάτων της. Μην τη λυπάστε. Και προπαντός μην την κοιτάτε. Στο πρόσωπο. Θα σας μαρμαρώσει. Θα σας. Θα σας. Ανόητοι. Δειλοί. Όχι, δε θα σωπάσω, κύριοι δικαστές. Έτσι απολογούμαι εγώ. Έτσι έμαθα στο δρόμο. Το δίκιο σου το αρπάζεις φωναχτά. Φοβού τη χαμηλοβλεπούσα και τον άντρα με τη μαλθακή χειραψία. Εγώ είμαι αλήτισσα. Κοιτάω ντουγρού, στα ίσα. Σύντροφός μου, το πεζοδρόμιο. Κι η καμαρούλα με τους τέσσερις τοίχους. Και κάτι άλλο. Πιο σκοτεινό. Αλλά θα έρθουμε αργότερα σ’ αυτό.

Γυμνώθηκα πολλές φορές. Μπροστά σε καθρέφτες. Σε παιδαρέλια. Σε αυτοκίνητα περαστικών, σε φορτηγά ελεεινά, όλα τα έκανα εγώ για πενταροδεκάρες. Όλα, μέχρι που στέγνωσα. Βαρέθηκα, βρε αδερφέ. Τελειώσαν και τα φράγκα, κι οι εραστές τη Φρόσω την ξέχασαν ­– ε, ναι· πρώτα σβήσαν τα χείλη της, ύστερα πάν’ τα χάδια, έπειτα, με μια κίνηση, την έφτυσαν και τέλος.

Γυμνώθηκα πολλές φορές, μα δε θα ξεγυμνώσω ούτε μια τόση δα ακρούλα της ψυχής μου. Κοράκια. Λάθος. Ύαινες. Ύαινες βρομερές. Φτου σας. Δεν είστε τίποτα χωρίς τη δυστυχία των άλλων. Και λέτε εμένα Βλάνταινα, βρικόλακες του κώλου, μαφιόζοι, κύριοι δικαστές, χλωμοί δικηγορίσκοι, σας κάνω όλους μια χαψιά. Τι με κλείσατε εδώ; Τι μου περάσατε χειροπέδες; Λες κι είμαι καμιά φόνισσα ή κάνα άγριο ζώο. Έχω πολλές δουλειές εγώ. Να ταΐσω τις γάτες μου. Τις γάτες. Τις ψιψίνες. Ψιτ, ψιτ, ψιτ. Πού είναι; Μου τις πήρατε; Τι θα κάνουν χωρίς εμένα; Καμέλια. Κορνηλία, Κατίνα, Γωγώ, Κωνσταντίνε, Βαγγελάκη, Μπουμπού, Καραβοκύρη. Ποιος τα φροντίζει τώρα, καθάρματα;

Απευθύνεται σε κάποιον απ’ το κοινό. Έλα κι εσύ να σε φροντίσω. Σπίτι δεν έχεις. Κι αν έχεις τώρα, αύριο δε θα έχεις. Ποιος σου δίνει να φας, να πιεις; Έλα να σε ταΐσω, έλα να σε ποτίσω. Έτσι του είπα. Εκείνου. Που μπήκε στην αυλή. Που πλησίασε τα γεράνια. Που τα πότιζε η μαμά με το τσίγκινο ποτιστήρι. Τον έμπασα, λοιπόν, στο σπίτι. Του έστρωσα τραπέζι. Τον φίλεψα ψωμί και μακαρόνια. «Αυτά έχω, φίλε», «Ευχαριστώ», «Σου αρέσει το κρασί;», «Πώς, αμέ, είναι γκουρμέ, έτσι δε λένε;», «Τι γκουρμέ και ξεγκουρμέ, ένα απλό βαρελίσιο σου ’χω βάλει», «Ταβέρνα, δηλαδή, κόκκινες μύτες, και χικ χικ», «Νύσταξες κιόλας;», «Ναι, μάγια μού έχεις κάνει;», γελάσαμε, γελάσαμε και ύστερα σιωπή. «Κοιμήσου εσύ, κι εγώ θα σε φροντίσω πάλι».

Ψιτ, ψιτ, ψιτ. Πού είναι το κόκκινο πιατάκι; Πού είναι το θαλασσί; Τιβέριε! Αρετή! Γιατί μαλώνετε; Ποιος σας το πήρε το φαΐ; Α, δεν πάει άλλο έτσι. Νύχτα πρώτη: εξαφάνιση νούμερο ένα. Νύχτα δεύτερη: εξαφάνιση νούμερο δύο. Νύχτα τρίτη: εξαφάνιση νούμερο τρία. Και ούτω καθεξής. Μέχρι που χάθηκαν όλα τα πιατάκια και τ’ άλλα τα εφεδρικά. Μέχρι που έγιναν καπνός όλα τα φαγητά και τα γατιά ψοφούσαν απ’ την πείνα. Τότε μου μίλησε η Γωγώ. Πλησίασε και στάθηκε ένα μέτρο μπροστά μου:

«Εγώ δεν είμαι η Γωγώ; Η όμορφη της γειτονιάς; Η ομορφότερη απ’ όλες; Με το μαύρο τρίχωμα και την πανέξυπνη μουσούδα; Εγώ δε διάλεξα εσένα, τη Φρόσω; Που με χαϊδεύεις, με κανακεύεις και μου έχεις χαρίσει ένα δικό μου, ολοδικό μου πιατάκι; Το κίτρινο με το μαύρο κυκνάκι. Τώρα; Πού πήγε το φαΐ μου; Θα γκριζάρει το τρίχωμά μου, θα φανούνε τα κόκαλά μου. Είσαι ή δεν είσαι η Κυρά μου;»

Με κοίταζε με μάτια σαν κοριτσάκι οχτώ χρονών. Όπως τότε που πήγαινα στο κελάρι. Με τον πατέρα συντροφιά. Και μου έδειχνε τα κρασιά. Και με κρατούσε. Σφιχτά. Κι εγώ πονούσα. Αλλά τον λάτρευα. Κι εκείνος μου έδειχνε πράγματα που δεν τα ξέρανε τα άλλα τα κορίτσια. Πράγματα μυστικά. Και μύριζε ο μούστος. Και μου ερχότανε εμετός, μα δε με άφηνε ο μπαμπάς… μαμά! Μαμά!

Έτσι με κοίταγε η Γωγώ. Όπως τον κοίταζα κι εγώ. Εκείνος το προσπέρασε το βλέμμα μου. Εγώ την τάισα ψάρι τη Γωγώ. Και έστησα καρτέρι.

Παλάβωσα; Τι είναι πάλι αυτό; Θέατρο Σκιών; Φιγούρες στον τοίχο που μεγαλώνουν, απλώνουν ένα τεράστιο χέρι, σαν του Καραγκιόζη, ξαναμικραίνουν και μετά απομακρύνονται; Κι όταν πια έχουν εξαφανιστεί, πάει το πιατάκι, πάει το φαΐ και η γάτα νηστική.

Σας το ’πα. Ήρθε ο λιμός. Στον τόπο έπεσε η κατάρα. Κι οι άνθρωποι γινήκανε σκουπιδοφάγοι. Μπότες γιγάντιες αντηχούν στους δρόμους. Όπως στην Κατοχή. Τη φοβάμαι, λέτε, την μπότα; Με τρομάζουν τα κουκιά και η μπομπότα; Κύκλους κάνει, χαϊβάνια, η Ιστορία. Άντε να διαφεντέψετε τον τόπο σας.

Εγώ ψάχνω μονάχα τη Γωγώ.

 

ΦΙΛΙΚΑ SITE

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Email:
Θέμα:
Μήνυμα:

ΠΤΟΛΕΜΑΙΩΝ 4 (ΠΛΑΤΕΙΑ ΠΡΟΣΚΟΠΩΝ)
11635 ΑΘΗΝΑ, ΤΗΛ.-FAX: 210-7212307
info@diastixo.gr

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

*  Το email σας:

ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΔΙΚΤΥΑ

facebook icontwitter icongoogle plus iconpinterest iconyoutube iconrss icon

Με την υποστήριξη του diastixo.gr - Designed by: artspr