Τέσσερα ποιήματα του Βασίλη Κυριαζάκη

ΙΕΡΩΝΥΜΟΣ ΜΠΟΣ:  ΛΕΠΤΟΜΕΡΙΑ ΤΡΙΠΤΥΧΟΥ, Ο ΚΗΠΟΣ ΤΩΝ ΕΠΙΓΕΙΩΝ ΑΠΟΛΑΥΣΕΩΝ, 1480-1505

Οδυσσέας

Πες στους μνηστήρες σου

να μη μαρσάρουν.

Να μην ανάβουν τσιγάρα

γιατί βλέπω τις καύτρες τους.

Να μη χύνονται στα σκαλιά

να μη χτυπούν το κουδούνι σου.

 

Aν τους ανοίξεις,

να προσέχουν, πες τους,

μη βρεθούν στην πίσω αυλή.

Τους μυρίζω, πες τους.

Τα δερμάτινα μπουφάν,

τις σκόνες και τα δώρα τους.

Τις κολώνιες τους μυρίζω,

τα πόδια τους, τ’αχαμνά τους.

Και πες τους, σε παρακαλώ,

να μη με καλοπιάνουν.

Γιατί μπορεί να ζω

σε σώμα σκύλου

αλλά σ’αγαπάω,

γαμώ τη φύση μου.

Και δαγκώνω.

Τοτέμ

Χθες το πρωί, συνάντησα έναν κύριο με ψηλό πράσινο καπέλο

Λίγο παρακάτω μπαίνοντας στο μετρό έπεσα σ’έναν άλλον

μ’ ένα ίδιο πράσινο καπέλο κι έναν λαγό από πάνω

Έχουν συνέδριο οι ταχυδακτυλουργοί σκέφτηκα και οι λαγοί

που ζουν στα καπέλα τους είπαν να βγουν να ξεμουδιάσουν

Στο άλλο βαγόνι κάποιος με ίδιο πράσινο ψηλό καπέλο

είχε έναν λύκο πάνω στο λαγό και σκέφτηκα

είναι ο αρχιμάγος

που

καινοτόμος

όχι μόνο λαγούς αλλά και λύκους

θα βγάλει απ’το καπέλο του

Έξω απ’το αστεροσκοπείο

είδα έναν ακόμα κι είπα

δεν αντέχω

Φορούσε κι αυτός πράσινο καπέλο ψηλό

μ’έναν λαγό έναν λύκο έναν βίσωνα

βυσσινί βασίλισσά μου

και

μια φτερωτή φυλή μικροσκοπικών Ινδιάνων

που στριφογύριζαν υμνούσαν χόρευαν γαλοπουλίσια

Προς στιγμήν μου φάνηκαν χερουβείμ

Σίγουρα θα ήταν

Αν εγώ δεν ήμουν

ο Χριστόφορος Κολόμβος.

Πρωτομαγιά

ξύπνησα κάτω από μαύρο ήλιο

σε φάλτσο καθρέφτη αναγνώρισα τον αδερφό μου

κι απ’τα κάγκελα κρατήθηκα τρομαγμένος της

σκάλας που οι κοινοί μας νεκροί χαιρετώντας

κατέβαιναν

στον αδερφό μου αναρωτήθηκα γνέφουν ή σε

μένα και θυμήθηκα όταν κοίταξε ο καθρέφτης και

είδε πως ήμουν εγώ

πως ήμουν εγώ

την στιγμή που η γενναιοδωρία

του θανάτου

έδειχνε



Ταμπούρια

Στην αρχή ήταν ένας καταπράσινος λόφος

με πεύκα και το εκκλησάκι του Αγίου Νικολάου.

Ο Καραϊσκάκης εκεί μετάλαβε τελευταία φορά.

 

Μια μέρα, άρχισαν να ξηλώνουν τα πεύκα,

να γυμνώνουν τη γη, να κόβουν οικόπεδα,

και να χτίζουν μια βασιλική μετά τρούλου

όπως γράφουνε στα σχολικά βιβλία.

Οι κάτοικοι ξεσηκώθηκαν

μου είπε ο πατέρας μου.

Αλλά τίποτα δεν άλλαξε.

Πράγμα για το οποίο

δεν είμαι πολύ σίγουρος.

Η εκκλησία ανεγέρθη χωρίς ποτέ να ολοκληρωθεί.

Δεν γίνεται, λέει, χωρίς τον οβολό μας.

Πάνω απ’την είσοδο η επιγραφή: Μετανοείτε.

Δεν έχω τίποτα να μετανοήσω.

Όσο για τον οβολό μου:

Τα του Καίσαρος τω Καίσαρι.

Ο Βασίλης Κυριαζάκης γεννήθηκε το 1978. Σπούδασε οδοντιατρική και δημιουργική γραφή στη Φλώρινα. Ζει και εργάζεται στην Αθήνα.

 

Τα σχόλια σας

Κάντε το σχόλιο σας, με σύνδεση από το facebook ή συμπληρώστε τα στοιχεία σας, στην παρακάτω φόρμα.

 


Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ > ΠΟΙΗΣΗ
«Υπάρχει μια μέρα ευτυχισμένη» του Νικάνορ Πάρα

μετάφραση: Αντωνία Γουναροπούλου Να διασχίσω βάλθηκα αυτό το βράδυΤους έρημους δρόμους του μικρού μου χωριούΜε συνοδεία μου τ’ όμορφο σούρουποΠου ’ναι ο μόνος φίλος που μου απομένει.Όλα είναι όπως παλιά, το φθινόπωροΚι η...

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ > ΠΟΙΗΣΗ
«Ο ποιητής» της Άννας Αχμάτοβα

απόδοση: Ελένη Κατσιώλη Αυτός ο ίδιος που έλεγε πως έχει ματιά αλόγου,λοξοκοιτάζει, παρατηρεί, βλέπει, αναγνωρίζει,και να που τώρα σαν λιωμένο διαμάντιδακρύζουν οι λάκκοι, αναστενάζει ο πάγος. Στο λιλά σούρουπο...

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ > ΠΟΙΗΣΗ
«Η τρόικα» του Νικολάι Νεκράσοφ

απόδοση: Ελένη Κατσιώλη Τι κοιτάς με λαχτάρα στον δρόμομακριά απ’ τις χαρούμενες φίλες;Της καρδιάς, μάλλον, συναγερμός χτύπησε –το πρόσωπό σου ολάκαιρο ξαφνικά φούντωσε. Γιατί τρέχεις βιαστικάπίσω από τη γρήγορη...

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΕΙΣ

ΕΙΔΗΣΕΙΣ

ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΙ

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Το μήνυμά σας

Διεύθυνση

Πτολεμαίων 4
(Πλατεία Προσκόπων)
11635 Αθήνα,
Τηλ.-fax: 210.7212307
info@diastixo.gr
ISSN: 2585-2485

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

Εγγραφείτε τώρα στο newsletter μας και μάθετε πρώτοι τα τελευταία νέα για το βιβλίο και για τις τέχνες.

 

Το email σας: