Τέσσερα ποιήματα του Βασίλη Κυριαζάκη

 

Aν τους ανοίξεις,

να προσέχουν, πες τους,

μη βρεθούν στην πίσω αυλή.

Τους μυρίζω, πες τους.

Τα δερμάτινα μπουφάν,

τις σκόνες και τα δώρα τους.

Τις κολώνιες τους μυρίζω,

τα πόδια τους, τ’αχαμνά τους.

Και πες τους, σε παρακαλώ,

να μη με καλοπιάνουν.

Γιατί μπορεί να ζω

σε σώμα σκύλου

αλλά σ’αγαπάω,

γαμώ τη φύση μου.

Και δαγκώνω.

Τοτέμ

Χθες το πρωί, συνάντησα έναν κύριο με ψηλό πράσινο καπέλο

Λίγο παρακάτω μπαίνοντας στο μετρό έπεσα σ’έναν άλλον

μ’ ένα ίδιο πράσινο καπέλο κι έναν λαγό από πάνω

Έχουν συνέδριο οι ταχυδακτυλουργοί σκέφτηκα και οι λαγοί

που ζουν στα καπέλα τους είπαν να βγουν να ξεμουδιάσουν

Στο άλλο βαγόνι κάποιος με ίδιο πράσινο ψηλό καπέλο

είχε έναν λύκο πάνω στο λαγό και σκέφτηκα

είναι ο αρχιμάγος

που

καινοτόμος

όχι μόνο λαγούς αλλά και λύκους

θα βγάλει απ’το καπέλο του

Έξω απ’το αστεροσκοπείο

είδα έναν ακόμα κι είπα

δεν αντέχω

Φορούσε κι αυτός πράσινο καπέλο ψηλό

μ’έναν λαγό έναν λύκο έναν βίσωνα

βυσσινί βασίλισσά μου

και

μια φτερωτή φυλή μικροσκοπικών Ινδιάνων

που στριφογύριζαν υμνούσαν χόρευαν γαλοπουλίσια

Προς στιγμήν μου φάνηκαν χερουβείμ

Σίγουρα θα ήταν

Αν εγώ δεν ήμουν

ο Χριστόφορος Κολόμβος.

Πρωτομαγιά

ξύπνησα κάτω από μαύρο ήλιο

σε φάλτσο καθρέφτη αναγνώρισα τον αδερφό μου

κι απ’τα κάγκελα κρατήθηκα τρομαγμένος της

σκάλας που οι κοινοί μας νεκροί χαιρετώντας

κατέβαιναν

στον αδερφό μου αναρωτήθηκα γνέφουν ή σε

μένα και θυμήθηκα όταν κοίταξε ο καθρέφτης και

είδε πως ήμουν εγώ

πως ήμουν εγώ

την στιγμή που η γενναιοδωρία

του θανάτου

έδειχνε



Ταμπούρια

Στην αρχή ήταν ένας καταπράσινος λόφος

με πεύκα και το εκκλησάκι του Αγίου Νικολάου.

Ο Καραϊσκάκης εκεί μετάλαβε τελευταία φορά.

 

Μια μέρα, άρχισαν να ξηλώνουν τα πεύκα,

να γυμνώνουν τη γη, να κόβουν οικόπεδα,

και να χτίζουν μια βασιλική μετά τρούλου

όπως γράφουνε στα σχολικά βιβλία.

Οι κάτοικοι ξεσηκώθηκαν

μου είπε ο πατέρας μου.

Αλλά τίποτα δεν άλλαξε.

Πράγμα για το οποίο

δεν είμαι πολύ σίγουρος.

Η εκκλησία ανεγέρθη χωρίς ποτέ να ολοκληρωθεί.

Δεν γίνεται, λέει, χωρίς τον οβολό μας.

Πάνω απ’την είσοδο η επιγραφή: Μετανοείτε.

Δεν έχω τίποτα να μετανοήσω.

Όσο για τον οβολό μου:

Τα του Καίσαρος τω Καίσαρι.

Ο Βασίλης Κυριαζάκης γεννήθηκε το 1978. Σπούδασε οδοντιατρική και δημιουργική γραφή στη Φλώρινα. Ζει και εργάζεται στην Αθήνα.

 

Τα σχόλια σας

Κάντε το σχόλιο σας, με σύνδεση από το facebook ή συμπληρώστε τα στοιχεία σας, στην παρακάτω φόρμα.

 


Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ > ΠΟΙΗΣΗ
«Άδηλον τραύμα» της Ελένης Λιντζαροπούλου

Πόσο με πληγώνουν οι Κούροι αυτοί που εγκαταλείφθηκαν γιατί ράγισανΠόσο μου βαραίνουν τα μάτια Δεν είναι άγνοια Ανοησία ή ντροπή Είναι που ξέρω καλά Πως αυτά τα ξαπλωμένα αγάλματα Έδειχναν Πολύ...

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ > ΠΟΙΗΣΗ
«Περίμενέ με» του Κονσταντίν Σίμονοφ

απόδοση: Ελένη Κατσιώλη Το 1940, ο Κονσταντίν Σίμονοφ (1915-1979) γνώρισε και ερωτεύθηκε την πολύ αγαπητή στο κοινό ηθοποιό Βαλεντίνα Σερόβα, για την οποία έγραψε ένα ερωτικό ποίημα που έγινε πασίγνωστο στη...

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ > ΠΟΙΗΣΗ
Πέντε ποιήματα του Νίκου Μυλόπουλου

Ήρωες της επιβίωσης Ο αέρας γλιστρούσε απ’ τα πρόσωπα στη σκουριά Η βροχή γλύκιζε τα χείλη στη φαντασία Αρχίζαμε τότε τελευταίο ίσως ταξίδι στον έρωτα Εμπειρίες αξόδευτες και ρίγη ηδονικά στο μυαλό στοιβαγμένα Με λαιμό...

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΕΙΣ

ΕΙΔΗΣΕΙΣ

ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΙ

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Το μήνυμά σας

Διεύθυνση

Πτολεμαίων 4
(Πλατεία Προσκόπων)
11635 Αθήνα,
Τηλ.-fax: 210.7212307
info@diastixo.gr
ISSN: 2585-2485

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER