A+ A A-

«Από το βαθύ πηγάδι στην αναθηματική στήλη» της Φλώρας Αντωνακοπούλου

«Από το βαθύ πηγάδι στην αναθηματική στήλη» της Φλώρας Αντωνακοπούλου
Ο Σταύρος γεννήθηκε το 1880. Έκανε περιουσία, πήρε γυναίκα από καλή γενιά, απέκτησε μισή ντουζίνα γιους, μία θυγατέρα και κάμποσα εγγόνια. Ήταν εξήντα τεσσάρων ετών το 1944, όταν του κόψαν το νήμα της ζωής οι Άλλοι. Ο μικρότερος γιος του πέθανε στα ενενήντα τέσσερα χρόνια του. Άρα, τριάντα χρόνια, υποθετικά, και ίσως περισσότερα στέρησαν του Σταύρου οι Άλλοι. Η ατυχία του παππού ήταν να γεννηθεί ενώ ακόμα η Ελλάδα είχε πληγές από πολέμους που δεν είχαν τελειώσει. Ήταν σημαίνον πρόσωπο στη μικρή κοινωνία της περιοχής. Τον σέβονταν. Και κάποιοι πρέπει να τον μισούσαν, αφού ο λαιμός του βρέθηκε κάτω από του δήμιου το τσεκούρι. Απ' τους πολέμους που δεν είχαν τελειωμό κι ήτανε νέος κατάφερε και γλίτωσε, για να χαθεί στους άλλους, τους ανίερους της εμφύλιας ντροπής, όταν ήτανε πια γέρος.

Χρόνια σκληρά, δεν έχουν σημασία τα αίτια, όποια κι αν είναι, όποια κι αν υπήρξαν. Σημασία έχει πως άνθρωποι που ζούσαν πλάι πλάι, που δούλευαν σε γειτονικά χωράφια, ελιές κι αμπέλια, γεωργοί και κτηνοτρόφοι, μαρτύρησαν εναντίον του. Ο παππούς ήταν επιχειρηματίας, «ήταν η τράπεζα της εποχής», λένε όσοι τον θυμούνται ακόμη, «και μας βοηθούσε, όποτε είχαμε ανάγκη», συμπληρώνουν, «του χρωστάγαμε τη ζωή μας σε δύσκολες ώρες», έλεγαν επίσης. Επομένως, για να μην πληρώσουν τα χρέη, τον έπιασαν, τον πήραν από το σπίτι του, τον πήγαν πού; Κανείς δεν ξέρει. Του έκαναν τι; Ούτε κι αυτό κανείς το ξέρει. Μόνο ότι του κόψαν το κεφάλι και το πετάξαν σε βαθύ πηγάδι. Έτσι διαδόθηκε. Πηγάδι, λοιπόν, ούτε τάφος ούτε σήμα ούτε σώμα να του προσφέρεις τα νενομισμένα, αυτά για τα οποία η Αντιγόνη έδωσε τη ζωή της για να τα τηρήσει. Άψαλτος, άκλαυτος, χωρίς ένα σπλαχνικό χέρι να χαϊδέψει, έστω, το μέτωπο του μαρτυρίου, χωρίς ένα ποτήρι νερό στην επιθανάτια αγωνία. Και τα παιδιά του; Τρομοκρατημένα, με τα δικά τους παιδιά στην αγκαλιά, έξω, κρυμμένα σαν τους Δώδεκα εκείνη τη νύχτα στη Γεθσημανή, άφαντα.

Τι να σκεφτόταν, άραγε, καθώς τον πήγαιναν; Πού τον πήγαιναν; Τι του έκαναν στη διαδρομή; Πώς ένιωθε; Σε τι είδους βεβήλωση τον υπέβαλαν οι άνομοι. Φοβόταν; Πήγε αγέρωχος να συναντήσει τη μοίρα του; Το σίγουρο είναι ότι ήταν λεβέντης· τούτο είναι ομολογημένο. Και μόνο για την κορμοστασιά του, για το λείο δέρμα του, τα πράσινα τα μάτια του, την αστραφτερή οδοντοστοιχία του, τα καστανόξανθα μαλλιά του, το βαρύ δαχτυλίδι που ο φονιάς του φορούσε μετά το φονικό, ο άθλιος... δείγμα της εξουσίας και της δύναμης που είχε στο σπιτικό του ο παππούς. Για την προκοπή του και την περιουσία του, για την ενέργειά του και την παρουσία του, για όλα αυτά και μόνο γι' αυτά τον φθόνησε και τον ζήλεψε και τον παρέδωσε στον δήμιο ο γείτονας, ο φίλος, ο πλησίον του, ο φονιάς. Ο Σταύρος σταυρώθηκε, όχι σαν τον Χριστό, ούτε σαν τους ληστές στο πλάι του, αλλά σε τάφο ομαδικό, άγνωστο, σε κάποιο βουνό. Κυπαρίσσι ψηλό και λυγερό το λεβέντικο κορμί του έπεσε στη φωτιά που καίει η μνήμη. Στητός κι αγέρωχος πρέπει να στάθηκε μπροστά στο ζαρωμένο φίδι που αντλούσε αλαζονεία από το τσεκούρι του. Μόνο τη ζωή μπορείς να μου πάρεις, φονιά. Μέχρι εκεί η εξουσία σου μόνο. Κρίνω από τον πατέρα, ολόιδιο, στητό κι αγέρωχο και στα ενενήντα δύο του ακόμα. Μετά ήρθε η κατάρρευση...

Ναι, καίει η μνήμη και αναδύεται από τα εσώτατα της γης σαν αναθυμίαση, από ραγισματιά μικρή, σαν βαθύς αναστεναγμός που έφτασε ύστερα από εβδομήντα χρόνια να με βγάλει από τον ύπνο μου και τη μακαριότητά μου, εμένα που ξέχασα «τον ηρωικό μου αντίλογο με τις Ερινύες» και βολεύτηκα στην άνετη ζωή μου.

Τώρα η μνήμη καίει στα μηλίγγια μου, η ενοχή με σφάζει, τον δικό μου τράχηλο χαράζει του δήμιου το τσεκούρι. Κι η άβυσσος δεν είναι μοσχοβολισμένη. Αντιθέτως, γεμάτη από τη φρίκη και τις φωνές των αδικοσκοτωμένων... Όχι, δεν είναι δυνατό η ελευθερία των λαών να ξεδιψάει με το μαύρο, άδικο, εμφύλιο αίμα. Καμιάς ελευθερίας το δέντρο δεν είναι βρικόλακας. Όταν αδελφός σκοτώνει αδελφό και γείτονας σκοτώνει γείτονα, συναγωνιστής σκοτώνει συναγωνιστή, είναι ο άνθρωπος που σκοτώνει τον Άνθρωπο, την ανθρωπιά και τον πολιτισμό.

Σήμερα, εβδομήντα χρόνια μετά, ο παππούς δεν θα ζούσε πια, καθώς και οι διώκτες του βεβαίως. Όλοι στην ίδια άβυσσο βρίσκονται. Πόσο άδικα σπατάλησαν το τόσο λίγο μιας πολύτιμης ζωής, για να κάνουν το σαρκίο του μιας εμφύλιας διαμάχης άχρηστο λάφυρο. Άλλωστε ο παππούς, στα εξήντα τέσσερα χρόνια του, δεν ήτανε καμιάς παράταξης στρατιώτης. Ηλικιωμένος άνθρωπος ήταν μόνο.

«Η μνήμη καίει άκαυτη βάτος» όμως και να πώς εισπράττεται και ο ποιητικός λόγος, όταν το πάθος γίνεται προσωπικό. «Ο πατέρας...» έλεγε με σεβασμό ο δικός μου πατέρας και δάκρυζε. Και πέρασαν τα χρόνια. Και η τραγωδία ξεχάστηκε. Ξεχάστηκε, ώσπου στην πρόσφατα ανακαινισμένη πλατεία του χωριού ένα «κατεβατό μαρμάρου», όχι βέβαια του Πινδάρου, μαρτυρεί τους «Πεσόντες υπέρ πατρίδος». Ο παππούς μου εκεί, εκεί και άλλοι σαν τον παππού μου, θύματα της αδελφικής μισαλλοδοξίας, του γείτονα και του πλησίον. Όμως, δεν αποκαθιστά τίποτα μια τέτοια «δόξα». Είναι πληγή βαθιά τα μαύρα γράμματα στην άσπρη σάρκα του μαρμάρου της αναθηματικής στήλης. Δεν έπεσαν σε μάχη τιμημένοι. Δολοφονημένοι, ηλικιωμένοι και βεβηλωμένοι έπεσαν. Από το βαθύ πηγάδι της ψυχής μου ακούω τη φωνή της Ηλέκτρας: Μέμνησο λουτρών οις ενοσφίσθης, πάτερ. Κι εγώ, σαν σε διαφάνεια, βλέπω πατέρα και παππού, πόσο έμοιαζαν οι δυο τους, να έρχονται ο ένας μες στον άλλο, να αναστενάζουν κι η γη να βγάζει μαύρες άχνες. Ή μήπως είμαι εγώ που μαύρισα ετούτο δω το Πάσχα; Να μπορούσα μόνο στο ματωμένο του πουκάμισο να τυλιχτώ για μια συγγνώμη.

Εικαστικό: Βάσω Κατράκη

 

ΦΙΛΙΚΑ SITE

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Email:
Θέμα:
Μήνυμα:

ΠΤΟΛΕΜΑΙΩΝ 4 (ΠΛΑΤΕΙΑ ΠΡΟΣΚΟΠΩΝ)
11635 ΑΘΗΝΑ, ΤΗΛ.-FAX: 210-7212307
info@diastixo.gr

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

*  Το email σας:

ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΔΙΚΤΥΑ

facebook icontwitter icongoogle plus iconpinterest iconyoutube iconrss icon

Με την υποστήριξη του diastixo.gr - Designed by: artspr