«Η καμένη βάτος» του Μανές Σπέρμπερ

«Η καμένη βάτος» του Μανές Σπέρμπερ

«Όχι».

«Όχι; Με εκπλήσσετε. Ένας άνδρας σαν εσάς, για τον οποίο έγραψα στην προτελευταία μου αναφορά πως από τότε που μας άφησε (που δυστυχώς μας άφησε) ο Βάσος Μίλιτς, είναι το πιο κοφτερό μυαλό του ΚΚ, δεν ξέρει τι θέλουν απ' αυτόν». Παύση.

«Τσιγαράκι; Δεν καπνίζετε; Πολύ πρακτικό το βρίσκω· δε θα χρειαστεί ποτέ να το κόψετε στη φυλακή. Τι λέγαμε λοιπόν; Μια πληροφορία. Μια απλή πληροφορία. Δυο φράσεις θα πεις, Μπότσεκ, και θα πας να ξαναβρείς τα ωραία, τα στρογγυλά βυζάκια της κοπελιάς σου. Ε, βέβαια! Παλικαράκι είσαι, νοστιμούλης είσαι, τι ανάγκη έχεις… Λοιπόν, την πληροφορία! Στην τελευταία σας συνδιάσκεψη ήταν κι ένας Πρώσος. Δε σε ρωτάω πώς τον λένε, ούτε πώς είναι η φάτσα του. Ξέρω πως δε θα μου πεις, ακόμα κι αν βάλω τους δικούς μου να σε σαπίσουν στο ξύλο. Άρα, γιατί να χάνουμε χρόνο; Εντάξει λοιπόν, το ξεχνάμε· δεν υπήρξε Γερμανός κομμουνιστής στη σύσκεψή σας. Όμως εγώ ένα πράγμα θέλω να ξέρω: υπάρχει σχέδιο για αλλαγή της γραμμής του Κόμματος στο εθνικό ζήτημα; Στο αγροτικό μήπως;»

Ο Αντρέι δεν απάντησε. Ο Σλάβκο, που είχε βγάλει ένα πακέτο τσιγάρα απ’ την τσέπη του, το ’βαλε ξανά μέσα, έβγαλε ένα σακουλάκι καπνό κι άρχισε αργά αργά να στρίβει τσιγάρο. Ο Αντρέι παρατηρούσε προσεκτικά τις κινήσεις του κι έτσι η κλοτσιά που έφαγε στο στομάχι τον βρήκε απροετοίμαστο. Διπλώθηκε στα δύο.

«Δεν προδίδεις τίποτα, αν μου δώσεις την πληροφορία, θα τη δω έτσι κι αλλιώς στο επόμενο τεύχος του Προλετάριου». 

«Δεν έχετε λοιπόν παρά να περιμένετε το επόμενο τεύχος του Προλετάριου», είπε ο Αντρέι 64. Δεν είχε καταλάβει ακόμη πού το πήγαινε ο Σλάβκο.

«Φυσικά», απάντησε ο άλλος, «θα μπορούσα να περιμένω ακόμα μια εβδομάδα, δε χάνω και τίποτα. Όμως εγώ δεν μπορώ να περιμένω, αυτό είναι το ελάττωμά μου – άλλα στραβά δεν έχω, να ξέρεις. Λοιπόν άκου, αδερφέ, αν ήμουνα εγώ ο υπομονετικός τύπος που ξέρει να περιμένει να ωριμάσει το στάρι που έσπειρε, θα ’μουνα τώρα αυτό το τέρας που είμαι; Θα ’μουνα ο χασάπης των Σέρβων, ο προδότης των Κροατών, ο βασανιστής των κομμουνιστών και των τρομοκρατών; Όχι· θα ήμουνα εφέτης ή ακόμα και δικαστής. Όμως τι είμαι; Ένας μπεκρούλιακας παλιομπάτσος, που του φορτώνουν τις πιο βρομερές υποθέσεις. Ο τελευταίος νταβατζής του Σπλιτ πιστεύει πως είναι καλύτερος απ’ τον Σλάβκο και δε θ’ άλλαζε τη θέση του με τη δική του. Με τίποτα. Κι όλ’ αυτά γιατί ήμουνα ανυπόμονος.

»Εντάξει λοιπόν, δε θες να μιλήσεις. Δεν πειράζει· μη νομίζεις, μου ’φυγε κι εμένα το κέφι τώρα. Δε με νοιάζει πια τίποτα, αρκετά με τους τύπους στο Βελιγράδι. Κι εσάς τα κομμούνια σάς βαρέθηκα. Και να ξέρεις πως εγώ σε πολλές περιπτώσεις έκανα ό,τι περνούσε απ’ το χέρι μου για σας. Βέβαια, δεν μπορεί κανείς να κάνει πάντα αυτό που θέλει. Εμένα πάντως κανείς δε με λυπάται. Αν είχα αυτή τη μικρή πληροφορία, θα μπορούσα κάπως να ενισχύσω τη θέση μου στο Βελιγράδι. Δε γίνεται – τι να κάνουμε! Ας με ξηλώσουν· ας έρθει κάνας άλλος στη θέση μου, να σας λιανίσει. Εγώ, να το ξέρεις, δεν είμαι εχθρός σας. Άμα έρθει ο Κόκκινος Στρατός, πρώτος εγώ θα υψώσω το κόκκινο λάβαρο· και την κυβέρνηση θα συλλάβω, αν μου το ζητήσετε. Έχω ήδη φτιάξει τη λίστα, θα σας τη δώσω. Δυστυχώς όμως, ο Κόκκινος Στρατός δε θα ’ρθει – όχι ακόμη. Κι εγώ πρέπει ως τότε να κρατήσω πάση θυσία τη θέση μου, τόσο για μένα όσο και για σας».

«Ανοησίες», είπε ο Αντρέι· ο τρομαχτικός πόνος απ’ την κλοτσιά είχε αρχίσει να υποχωρεί, «σαχλαμάρες!»

«Ώστε έτσι, Μπότσεκ, σαχλαμάρες! Γιατί, δεν πιστεύεις πως είμαι ο πιο ασυνείδητος, ο πιο ξεδιάντροπος οπορτουνιστής που γεννήθηκε ποτέ;»

«Ναι, αυτό είσαι, όμως εμείς δε χρειαζόμαστε οπορτουνιστές, δε θα τους χρειαστούμε ούτε καν όταν θα είμαστε στην εξουσία».

«Α, έτσι· και δε μου λες, την Αστυνομία δε θα την έχετε ανάγκη; Άκου λοιπόν, και βάλ’ το καλά στο μυαλό σου: χωρίς ψωμί ζει ο άνθρωπος, χωρίς Αστυνομία δε ζει. Άνθρωποι σαν εμένα θα είναι πάντα πιο απαραίτητοι απ’ ό,τι άλλοι, σαν ελόγου σου».

Ο Αντρέι τον διέκοψε: «Δεν έχω να δώσω καμιά πληροφορία. Αφήστε με να φύγω».

«Ναι, ναι, είναι αργά, νυχτώνει όπου να ’ναι και κάνει κρύο. Θα κρυώνεις κι εσύ με το πουκάμισο. Εντάξει, φεύγα! Όχι, περίμενε, μια στιγμή· δε σ’ ενδιαφέρει να μάθεις ποιος σε κάρφωσε;»

«Κανείς δε με κάρφωσε. Έκανα ένα λάθος, μόνος μου φόρεσα τη θηλιά στο λαιμό μου, αλλιώς θα είχα περάσει από ώρα τα βουνά».

«Αχά, κι από πού ήξερα εγώ πως έχεις κοπελιά;»

Ο Αντρέι δίστασε: «Δεν είναι δα και δύσκολο να μάθει κανείς κάτι τέτοιο».

«Κάνεις λάθος, δεν το έμαθα από κάπου, σε δώσανε. Το Κόμμα σε πρόδωσε».

«Οι άνθρωποι μπορεί να προδώσουν, το Κόμμα ποτέ!»

«Εντάξει , ’ντάξει. Τα ξέρω τα προσευχητάρια σας απ’ έξω κι ανακατωτά. Λοιπόν, αρκετά με κούρασες· βαρέθηκα. Δε θα μου δώσεις τη μικρή πληροφορία που σου ζήτησα, τι να κάνουμε, πήγαινε. Δυο λεπτά, έλα πιο κοντά – για κοίτα δω, τι είναι αυτό; Βλέπεις, ανόητε, καταραμένε, που δε θες να μιλήσεις – εδώ τα ’χω όλα, όλες σας τις αποφάσεις, την προκήρυξη για την 1η Αυγούστου, τα πάντα. Και τώρα φεύγα, δε σε θέλω άλλο».

Ο Σλάβκο σήκωσε το χέρι του κι έδειξε μπροστά: «Πήγαινε!»

Ο Αντρέι τον κοίταξε δύσπιστα. Σκέφτηκε: Αν φύγω, είμαι χαμένος. Θα μου ρίξει – τάχα ότι πήγα να το σκάσω. Όμως το χέρι του Σλάβκο παρέμενε τεντωμένο μπροστά, επιτακτικά. Δεν είχε άλλη λύση. Ο Αντρέι έκανε στροφή επιτόπου και προχώρησε. Μέτρησε τα βήματά του. Στο δέκατο όγδοο, έπεσε ο πρώτος πυροβολισμός. Δεν τον πέτυχε. Γύρισε γρήγορα απ’ την άλλη, να τρέξει προς τον Σλάβκο. Ύστερα από δύο βήματα, του ’ριξαν πάλι. Δυο φορές συνεχόμενα. Και τον σκότωσαν.

[Απόσπασμα από την τριλογία «Δάκρυ στον Ωκεανό», τ. Α’, Η καμένη βάτος, που θα κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις Καστανιώτη]

Ο Manès Sperber γεννήθηκε το 1905 στην Αυστροουγγρική Αυτοκρατορία, στο χωριό Ζαμπλότοφ της Ανατολικής Γαλικίας (σημ. Ουκρανία), όπου έζησε ως τα έντεκα χρόνια του. Γόνος μιας εύπορης οικογένειας ραβίνων, ανατράφηκε σύμφωνα με την παράδοση του χασιδικού εβραϊσμού. Πέρασε τη νεότητά του στη Βιέννη, όπου υπήρξε φοιτητής και στη συνέχεια συνεργάτης του Άλφρεντ Άντλερ. Στη δεκαετία του ’20, ο στρατευμένος ουμανιστής Σπέρμπερ εντάχτηκε στις γραμμές του γερμανικού ΚΚ. Από το 1933 ως το θάνατό του (1984) έζησε στο Παρίσι. Το 1937 αποχώρησε από το Κόμμα και ξεκίνησε μια επίμονη, μακρόχρονη θεωρητική αντιπαράθεση με τον ολοκληρωτισμό. Η απόφασή του αυτή υπήρξε καταλύτης για τη συγγραφή της τριλογίας Δάκρυ στον Ωκεανό, που θεωρείται το αριστούργημά του. Έχει τιμηθεί με πολλά βραβεία διεθνώς, μεταξύ των οποίων το Μεγάλο Βραβείο Λογοτεχνίας του Αυστριακού Κράτους (1977) και το Βραβείο Ειρήνης του Γερμανικού Συνδέσμου Εκδοτών (1983).

 

Τα σχόλια σας

Κάντε το σχόλιο σας, με σύνδεση από το facebook ή συμπληρώστε τα στοιχεία σας, στην παρακάτω φόρμα.

 


Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ > ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ
«Οι πύλες του Ιεζεκιήλ» του Απόστολου Σπυράκη

«Το καλύτερο γαλακτομπούρεκο με φύλλο αφράτο, όχι θρυμματιστό, το έφτιαχνε ο Αργυρόπουλος!» είπε η Αφροδίτη «πουλούσε και μια σοκολάτα σε κομμάτια απίθανη, έλιωνε στον ουρανίσκο, μπορούσες να...

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ > ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ
«Θα σε φωνάζω Λίζα» της Ντίνας Σαρακηνού

Όλα ξεκίνησαν από αυτό το απρόσκλητο κουνούπι που τον κυνηγούσε μέσα στο σπίτι του. Δεν μπορούσε να το βρει όσο και να έψαχνε. Τα βράδια με το που ξάπλωνε στο κρεβάτι του αποκαμωμένος, το κουνούπι...

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ > ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ
«Η υδροφόρα...» του Πέτρου Γκάτζια

Έτσι ήθελε να τη θυμάται την Τέτα, σαν μια αέρινη φιγούρα του Χόπερ να ατενίζει το πέλαγος μέσα από το ανοιχτό παράθυρο, ανέκφραστη. Είχε βρει και την ανάλογη εικόνα από το αφιέρωμα ενός περιοδικού...

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΕΙΣ

ΕΙΔΗΣΕΙΣ

ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΙ

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Το μήνυμά σας

Διεύθυνση

Πτολεμαίων 4
(Πλατεία Προσκόπων)
11635 Αθήνα,
Τηλ.-fax: 210.7212307
info@diastixo.gr
ISSN: 2585-2485

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

Εγγραφείτε τώρα στο newsletter μας και μάθετε πρώτοι τα τελευταία νέα για το βιβλίο και για τις τέχνες.

 

Το email σας: