«Εκκλησιαστής»
«Εκκλησιαστής»

«Εκκλησιαστής»

Η υπαρξιακή αγωνία του ανθρώπου

Υπάρχει μια άσκηση την οποία κάθε φιλόλογος που διδάσκει Έκθεση και σέβεται τον εαυτό του οφείλει να βάλει στους μαθητές, κι οι μαθητές που διδάσκονται Έκθεση και σέβονται το Νόημα οφείλουν ν’ αντιμετωπίσουν με σοβαρότητα: «Να γράψετε σε μία παράγραφο την περίληψη του κειμένου που σας δόθηκε (90-110 λέξεις)». Διαβάζοντας απνευστί τον Εκκλησιαστή (Δώμα, 2017) σε απόδοση Θάνου Σαμαρτζή σκέφτηκα πως για ένα κείμενο το οποίο αφενός μοιάζει με αρχαιολογικό εύρημα κι αφετέρου περιέχει καταγεγραμμένη την υπαρξιακή αγωνία του ανθρώπου, η περίληψη θα ήταν στην ουσία μια αδρή περιγραφή του πυρήνα της ζωής, κι αυτό, αν μη τι άλλο, δεν απαιτεί μόνο κριτική ικανότητα, αλλά πρώτα και κύρια παρατήρηση του βίου. Το ίδιο απαιτεί, σε ανάλογο βαθμό, και η ανάλυσή του.

Συγκυριακά και ουχί προμελετημένα, προχώρησα στην ανάγνωση του Εκκλησιαστή λίγο καιρό μετά την ανάγνωση του Έπους του Γκίλγκαμες (Ιστός, 2001, απόδοση: Αύρα Ward). Ο μακρινός καιρός από τον οποίο έρχονται σε συνδυασμό με την άγνοιά μας σχετικά με τον συγγραφέα τους, προσδίδει και στα δύο ποιήματα έναν αέρα μυστηρίου –ωσάν να πρόκειται για δύο σκελετούς που ανακαλύφθηκαν κάτω από τη βαριά άμμο του χρόνου–, ενώ μείζονος σημασίας κοινό στοιχείο αποτελεί η απορία που διατρέχει και τα δύο: αφού τα σκουλήκια καιροφυλακτούν, προς τι ο ενδιάμεσος κόπος μέχρι να γίνουμε γεύμα τους; «Όλα για το τίποτα» επαναλαμβάνει ο εκκλησιαστής, «όλα είν’ ανώφελα», ένα «ανεμοκυνηγητό», «όλα από χώμα γίνανε», γι’ αυτό και «χώμα όλα θα γίνουν», «μακάριοι οι πεθαμένοι, / που πρόλαβαν και πέθαναν˙ / και κρίμα τους ζωνταντούς, / που ακόμα ζουν». Αντίστοιχα, ο ρωμαλέος πλην θνητός Γκίλγκαμες, θρηνώντας για τον θάνατο του καλού του φίλου και συντρόφου στα ανδραγαθήματά του, λέει: «η μοίρα των ανθρώπων τον ενίκησε. / Έξι μερόνυχτα τον έκλαψα / Και να ταφεί δεν άφηνα, / Ώσπου σκουλήκι έπεσ’ απ’ τη μύτη του […]. / Ο φίλος μου, που αγαπώ, έγινε χώμα […] / Δεν είμαι σαν κι αυτόν τάχα κι εγώ; θα ξαπλώσω ποτέ / να μην σηκωθώ;» για να συναντήσει και πάλι τον εκκλησιαστή συμπεραίνοντας πως «αέρας είναι ό,τι κι αν κατορθώσει» ο άνθρωπος.

Μόνο που ο εκκλησιαστής, σε αντίθεση με τον Γκίλγκαμες, φαίνεται «σαν έτοιμος από καιρό» ν’ αντιμετωπίσει το αναπόφευκτο τέλος του ανθρώπου, σε σημείο, μάλιστα, που γίνεται πολύ εύκολο να χαρακτηριστεί κυνικός και είρων, ένας νιχιλιστής που προκαλεί με την τόλμη του. Αναγνωρίζει μια αέναη επανάληψη των πραγμάτων («αυτό που κάποτε έγινε, / αυτό ξανασυμβαίνει»), τη ματαιότητα της απόκτησης γνώσης και αγαθών και το κοινό τέλος («μία είναι η μοίρα ολωνών, / την ορισμένη ώρα»), τη λησμονιά («τα πρώτα κανείς δε θυμάται, / ξανά θα ξεχαστεί και το αυριανό», μιας και «τον πεθαμένο ξέχασαν»). Μοιάζει να απευθύνεται στους άλλους παίρνοντας τον ρόλο εκείνου που είδε και πλέον ξέρει στοχεύοντας όχι στη νουθεσία, αλλά στην ειλικρινή κατάθεση της απορίας του. Ο τρόπος με τον οποίο το κάνει θα μπορούσε να παρομοιαστεί με την εικόνα κάποιου που πονά, εντούτοις αρνείται την παυσίπονη ένεση, κάποιου που έχει υψοφοβία, εντούτοις στέκεται στην άκρη ενός ψηλού γκρεμού, κάποιου που κλαίει κοιτάζοντας μια παλιά φωτογραφία, εντούτοις συνεχίζει, επίμονα, να την παρατηρεί˙ μέχρι να σταματήσει να πονά, να φοβάται, να κλαίει. Ή, τουλάχιστον, μέχρι να πονά, να φοβάται, να κλαίει με θάρρος κι όχι σαν λιποτάκτης.

Η ποιητικότητα («ένα σπουργίτι θ’ ακουστεί / κι οι πάντες θα ξυπνήσουν˙ / μα πλέον δε θ’ ακούγεται / τραγούδι απ’ τα κορίτσια») περιπλέκεται με τη φιλοσοφία και τον στοχασμό («τα ήρεμα τα λόγια του σοφού / ακούγονται πιο δυνατά / απ’ τις κραυγές των ισχυρών / που λογική δεν έχουν») κι η μεταφορά με την κυριολεξία, καθιστώντας τα όρια ανάμεσά τους δυσδιάκριτα και το κείμενο γοητευτικό, αφού το γλωσσικό του ύφος αποτελεί και βασικό του πλεονέκτημα. Πάντα θα προκαλεί εντύπωση, τουλάχιστον στη γράφουσα, η πανάρχαιη ανάγκη έκφρασης του ανθρώπου με όρους ποίησης.

Στο επίμετρό του, ο Σαμαρτζής προβαίνει σ’ ένα ιδιαιτέρως ενδιαφέρον σχόλιο σχετικά με τη σημασία της λέξης «εκκλησιαστής» κατά τον Αριστοτέλη: «εκείνος που είναι μέλος της εκκλησίας του δήμου, της συνέλευσης του λαού». Πρόκειται, δε, για ένα από τα τρία βασικά πολιτικά αξιώματα που μπορεί να λάβει ο πολίτης (μαζί με αυτό του δικαστή και του βουλευτή). Στα χριστιανικά χρόνια, συνεχίζει ο Σαμαρτζής, έγινε η σύνδεση του βιβλίου με την Εκκλησία (με την αντίστοιχη νοηματική «μετακύλιση» του όρου), με αποτέλεσμα σήμερα να περιλαμβάνεται στην εβραϊκή βίβλο και τη χριστιανική Παλαιά Διαθήκη. Στο ποίημα, προφανώς και βρίσκουμε αναφορές στον Θεό (ο μεταφραστής επιλέγει το πεζό «θ»), στις οποίες αναγνωρίζεται ως δημιουργός, αλλά όχι ως χορηγός της «ζωής του μέλλοντος αιώνος» («αυτόν που σ’ έφτιαξε θυμήσου […] / προτού ξανά το χώμα σου στο χώμα επιστρέψει˙ / πριν να γυρίσει στον θεό / η ανάσα σου και φύγει, / πριν επιστρέψει στον θεό, / που σου ʼδωσε ανάσα»). Σε άλλα σημεία, η παρουσία του θεού προκαλεί φόβο (όχι δέος) («όλα τα έκανε ο θεός για να τον φοβούνται», «ο θεός θα οργιστεί, / θα ξεριζώσει τα έργα σου») θυμίζοντας ένα χωρίο από την Α’ Επιστολή προς Κορινθίους του Αποστόλου Παύλου: «εἴ τις οὐ φιλεῖ τὸν Κύριον Ἰησοῦν Χριστόν, ἤτω ἀνάθεμα. Μαρὰν ἀθᾶ», που σημαίνει ότι ο Κύριος θα έρθει και θα κρίνει όπως του αξίζει εκείνον που δεν αγαπά (με όλη του την ψυχή) τον Ιησού.>

Μοιάζει να απευθύνεται στους άλλους παίρνοντας τον ρόλο εκείνου που είδε και πλέον ξέρει [...] Ο τρόπος με τον οποίο το κάνει θα μπορούσε να παρομοιαστεί με την εικόνα κάποιου που πονά, εντούτοις αρνείται την παυσίπονη ένεση, κάποιου που έχει υψοφοβία, εντούτοις στέκεται στην άκρη ενός ψηλού γκρεμού.

Όμως, ο εκκλησιαστής, παρά τις απόλυτες δηλώσεις του, δεν είναι απόλυτος. «Έψαξα και βρήκα αυτό: / έφτιαξε τον άνθρωπο ο θεός στητό, / μα βάλανε οι άνθρωποι / πολλά μέσα στο νου τους» λέει και μεταθέτει τρόπον τινά την ευθύνη για τις συνέπειες της δύστυχης ζωής του ανθρώπου στον ίδιο τον άνθρωπο, ο οποίος εκ των πραγμάτων «τα έργα που ʼκανε ο θεός˙ / όσο και να παλέψει / ποτέ δεν θα τα βρει», υπονοώντας την απερινόητη φύση Του. Και δεν μένει εκεί˙ εντοπίζει μέσα στη δυστυχία νησίδες ευτυχίας, έστω και στιγμιαίας. «Η χαρά που θα χαρεί / ο άνθρωπος στα έργα του. / Αυτό το μερτικό του» και τον προτρέπει να μη χάνει άλλο χρόνο και ν’ απολαύσει εκείνα που μπορούν να κάνουν την καρδιά του να χτυπά διαφορετικά, «αποδιώχνοντας τη βρώμα» που το κορμί, ενδεχομένως, ποθεί: το ψωμί, το κρασί, τ’ άσπρα ρούχα, τον/την αγαπημένο/-η, τη νιότη. Ειδικά για τη συντροφιά του αγαπημένου και ξεχωριστού Άλλου, ο εκκλησιαστής ευθυγραμμίζεται και πάλι με τον Γκίλγκαμες, αφού ο πρώτος παραδέχεται πως όταν «οι δυο ξαπλώνουν, ζεσταίνονται» κι ο δεύτερος πως «το μονοπάτι που γλιστρά οι δυο δεν το φοβούνται».

Υπάρχει μία ακόμη άσκηση την οποία κάθε φιλόλογος που διδάσκει Έκθεση και σέβεται τον εαυτό του οφείλει να παρουσιάσει στους μαθητές, κι οι μαθητές που διδάσκονται Έκθεση και σέβονται τη συνήθη μορφή των θεμάτων στις Πανελλαδικές Εξετάσεις οφείλουν να παρακολουθήσουν: «Να επαληθεύσετε ή να διαψεύσετε, σύμφωνα με το κείμενο, τις παρακάτω προτάσεις γράφοντας στο τετράδιό σας δίπλα στο γράμμα που αντιστοιχεί σε κάθε πρόταση τη λέξη Σωστό ή Λάθος:

Ο Εκκλησιαστής
α) παραδίδει την υπαρξιακή του ανησυχία στον αναγνώστη
β) ελπίζει για τον αναγνώστη να μετατρέψει την αγωνία του “γιατί” σε πράξη του “πώς”».

Σωστές κι οι δύο, μην αναρωτιέστε.

 

Ο εκκλησιαστής
Μετάφραση: Θάνος Σαμαρτζής
Δώμα
128 σελ.
ISBN 978-618-83224-1-7
Τιμή: €14,00
001 patakis eshop

 

Τα σχόλια σας

Κάντε το σχόλιο σας, με σύνδεση από το facebook ή συμπληρώστε τα στοιχεία σας, στην παρακάτω φόρμα.

 


Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
ΚΡΙΤΙΚΕΣ > ΠΟΙΗΣΗ
Ευθυμία Γιώσα: «Σώματα πτερόεντα»

Σώματα πτερόεντα! Αναμφίβολα προκλητικός και αναπόδραστα υπονομευτικός της κοινής αίσθησης και του κοινού νου ο τίτλος του καλαίσθητου βιβλίου και του συνάμα προκλητικού λογοτεχνήματος της Ευθυμίας Γιώσα...

ΚΡΙΤΙΚΕΣ > ΠΟΙΗΣΗ
Κώστας Μπουρναζάκης: «Πρόσωπα και δοκιμασίες»

Φύση, Μύθος, Ιστορία, Τέχνη, Έρωτας. Αυτοί είναι οι κεντρικοί «τόποι» της ποίησης του Κώστα Μπουρναζάκη. Από τα συναρπαστικά μυστικά ετούτων των κόσμων συγκροτεί μια Αλήθεια, ένα ποιητικό σύμπαν....

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΕΙΣ

ΕΙΔΗΣΕΙΣ

ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΙ

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Διεύθυνση

Πτολεμαίων 4
(Πλατεία Προσκόπων)
11635 Αθήνα,
Τηλ.-fax: 210.7212307
info@diastixo.gr
ISSN: 2585-2485

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

Εγγραφείτε τώρα στο newsletter μας και μάθετε πρώτοι τα τελευταία νέα για το βιβλίο και για τις τέχνες.

 

Το email σας: