«Το ποιητικό σύμπαν του Δημήτρη Πέτρου»
 «Το ποιητικό σύμπαν του Δημήτρη Πέτρου»

«Το ποιητικό σύμπαν του Δημήτρη Πέτρου»

Ξαναδιάβασα τις δύο ποιητικές συλλογές του Δημήτρη Πέτρου: Α΄ Παθολογική, 2013 και Χωματουργικά, 2016.

24 ποιήματα η πρώτη, 25 η δεύτερη στην ανοδική πορεία της.

Όχι βέβαια, αφού όλοι ξέρουμε αυτό που είναι μαρτυρημένο: πως δεν υπάρχει αναλογική σχέση ανάμεσα στην ποσότητα των σελίδων ενός έργου και στον εσωτερικό τους αντίκτυπο.

Κατά την πρώτη ανάγνωση της Παθολογικής, είχα αναρωτηθεί: Ποιος ασθενεί στην ποίηση του εκ Δράμας ποιητού, ποιος πάσχει;

Ο πατέρας-μωρό που στα κρυφά ρίχνει στο γάλα του κουταλιές από τη ζωή του ενήλικα γιου του; Η μάνα που από το κρεβάτι του πόνου ρωτά αν φεύγει τη σωστή ώρα; Ο αδερφός του Δαυίδ, χρόνια φαροφύλακας στην άκρη; Ο παππούς του που διέφυγε της προσοχής και βρέθηκε στα χωράφια όπου τα σιτάρια ήδη είχαν πάρει το σχήμα του κορμιού του; Η κατάκοιτη Άννα, ότι πολύ αγάπησε; Μήπως το ποίημα-μπάλα που χρόνια τώρα μηρυκάζει τα δικά του καμώματα και όχι του δημιουργού του; Τέλος, ο ίδιος ο ποιητής, ο οποίος έπρεπε να καταλήξει στον Σκοτεινό θάλαμο 1 για να πειστεί πως μία ενδοφλέβια ένεση είναι ο τάφος ενός αγίου; Ή μέχρις ότου μάθει να μιλά μια γλώσσα με εναέρια ρήματα;

Όλα αυτά μαζί μέχρις ότου ο Ποιητής αποφασίσει να υπογράψει από τη σωστή πλευρά. Αναγκαία κίνηση ώστε να περάσει Απέναντι, όπου κατοικοεδρεύουν οι διαπιστώσεις, οι διαβουλεύσεις, το σφαγείο.

Με όχημα αυτές τις διαπιστώσεις, ο Ποιητής θα εγκαταλείψει το επαρχιακό ΚΤΕΛ, την καντίνα της Αμφίπολης με τις κουρασμένες μύγες, τους κεντρικούς συνοικισμούς της πόλης του όπου τελούνται μυστήρια, τους δρόμους που γέμισαν απόβλητα. Ακόμη τον γερο-Μπεν, τον Μαξίμ Γκόργκι που χρόνια έγερνε στον ώμο του, τα δάση της Κομπιένης. Για να πάει πού; Αυτός γνωρίζει, αφού «στο τηλέφωνο βρίσκεται πάντα η Μαρία». Στίχος αυτός του Βασίλη Στεριάδη, και πρώτη γενναία κατάθεση θαυμασμού και επηρεασμού από τον Δραμινό ποιητή.

Με αυτή την εγκατάλειψη-μετακίνηση εγεννήθησαν τα Χωματουργικά.

Με την έκδοσή τους ο ποιητής μαθαίνει πως «εις το χωρίον του –διάβαζε εις την ποίησήν του– επικρατεί μία φυσική κατά της χασμωδίας αντιπάθεια», για να παραφράσω τον Γεώργιο Βιζυηνό, μότο του οποίου ο Πέτρου προτάσσει στην νέα του συλλογή.

Τι να εννοούσε άραγε ο ποιητής της Βιζύης όταν στις 27 Ιανουαρίου του 1885 εξέφραζε την αντιπάθειά του κατά της χασμωδίας; Προφανώς την κακόηχη συνεκφώνηση παράταιρων λέξεων, το χάσμα, το κενό που δημιουργείται αν διακοπεί η μουσικότητα ενός ποιήματος.

Και πώς αντιστάθηκε σ’ αυτόν τον κίνδυνο ο ποιητής Δ. Πέτρου; Με την έκθλιψη, τη συμπύκνωση, την αφαίρεση. Αρετές που χαρακτηρίζουν τον κορμό της ποίησής του, καθιστώντας τον ιδιαίτερο, αναγνωρίσιμο και αξιοπρόσεκτο.

Ο ερεθισμός που προκαλείται από την ανάγνωση των ποιημάτων εμποδίζει τον αναγνώστη να προσπεράσει κάποιο ποίημα, ανεξάρτητα αν χρειαστεί να ανατρέξει σ’ αυτό δύο και –γιατί όχι;– τρεις φορές. Ο εγκλωβισμός, η παγίδευση και η επαναφορά είναι αυτά που χαρακτηρίζουν την καλή ποίηση. Η μεστότητα. Άλλωστε οι γρίφοι του Δ. Πέτρου αρχίζουν από τους τίτλους ακόμη των ποιημάτων, τόσο της Παθολογικής όσο και των Χωματουργικών. Γρίφοι που ζητούν τη λύση τους μέσα από τη συμμετοχή του αναγνώστη. Η αποκρυπτογράφησή τους βάλσαμο και ίαση.

Αν θελήσει κανείς να αναζητήσει τα υλικά τα οποία ανακινούνται –κοινώς με τα οποία είναι χτισμένα τα Χωματουργικά έργα–- θα προσκρούσει στην άρνηση, με την οποία αρχίζουν όλα: στο χάσμα κάτω από τα πόδια του δημιουργού, σε ένα αστικό δασάκι όπου θα βρεθεί με ένα περίστροφο στο χέρι. Από εκεί και ύστερα στους στίχους του παρελαύνουν ελληνικά βουνά, κάμποι, καταπράσινα χωράφια όπου ενεδρεύουν ξεχασμένα ναρκοπέδια, λιβάδια, μαργαρίτες στα υψίπεδα με έναν γάιδαρο στο κέντρο, η παλιά εθνική οδός όπου τα βενζινάδικα με λάμπες αρπαχτικών, δελεαστικοί λεωφόροι, κακοτράχαλοι δρόμοι, ένα δασάκι αστικό, στροφές κι άλλες στροφές όπου καιροφυλακτούν η έκπληξη και ο κίνδυνος. Η έκρηξη και η κάθαρση.

Αναγνωρίσιμα στοιχεία των Χωματουργικών είναι το ότι ο δημιουργός τους έχει εντοπίσει και ήρθε πρόσωπο με πρόσωπο με τις αυταπάτες του, παραδίδοντας μια μεστή ποίηση που πάλλεται. Γνωρίζει να εισχωρεί βαθιά σε όσα τον απασχολούν, την ίδια στιγμή που κρατάει τις σωτήριες αποστάσεις.

Στίχοι όπως «Οι βόμβες, λένε, σφυρίζουν μια ιδανική φούγκα» καθιστούν περιττή την ανάπτυξη του αναγνώστη.

Το ίδιο με τους στίχους: «Η Κασσιόπη ταΐζει στο στόμα τον Πηλέα / Ο Πήγασος έχει ξαπλώσει ζαλισμένος σε μια γωνιά».

Καταθέσεις που συνοδεύουν Πλειάδες, δεκάδες συμπληρωματικές στιγμές, άναρχες στη σημασία τους όπως εμφανίζονται, θαρρείς, ανάκατα στη μνήμη. Μνήμες που σε μεγάλο μέρος μάς είναι οικείες, ώστε να πάρουμε το κλειδί και να διανύσουμε τη δική μας νύχτα. Πρωτότυπες, ώστε να προκαλέσουν το ενδιαφέρον μας για να δεχθούμε ως το τέλος την πρόκληση της ανάγνωσης.

Ο Ποιητής στον οίστρο του διανύει λεωφόρους που, στη δίνη μιας διαδήλωσης, αλλάζουν συνεχώς ονόματα: οδός Νικάνορος, οδός Μαβίλη, οδός Εθνικής Αντιστάσεως. Εγκαθίσταται στο Hotel Makedonia, στην κορυφή της Τσένα όπου ψάχνει να συναντήσει τη βροχή. Τον καλεί το αίμα ενός παραπόταμου του Νέστου, εκεί που καιροφυλακτεί η υγρή βελόνα της ομίχλης. Από κοντά το λασπερό βάδισμα στον σιωπηλό Στρυμόνα. Ένα τραγούδι στα βάθη της Ζαγκραντένιας. Ο μισός δρόμος για Μοντάνα, τα περίχωρα της Βοιωτίας, η στάνη της Αλαμάνας. Όλες ατυχείς στιγμές της Ιστορίας. Ακόμη ο Δημήτριος Μακεδών του Φιλίππου και ο ριζωμένος στα νερά Δημήτριος Μακεδών του Δράμαλη. Δαίδαλος.

Στρέφει το βλέμμα στον κόλπο της εξωτικής Βεγγάζης, όπου κείτεται ένας ταριχευμένος αλιγάτορας. Δεν είναι αυτός ο τόπος του. «Παραμέρισε πυξίδες και χάρτες. Εδώ θα βρεις τη διαδρομή σου μοναχά σαν κλείσεις τα μάτια», του φωνάζει ο Θωμάς Τσαλαπάτης, μέσω της Άλμπα, εκδόσεις Εκάτη 2015.

Αισθάνεται ξένος και βιάζεται να επιστρέψει σε χώρους γνωστούς και οικείους. Όπως είναι οι παγωμένοι ατμοί της Πτολεμαΐδας. Η Σκύδρα, το Αετοχώρι, ο Σφόδυλος κι ο κάμπος δραπέτης μανιακός. Εδώ οι ρίζες του, η ασφάλεια, τα κοιτάσματα της έμπνευσής του.

Άλλωστε, δε θέλουν πολλά πράγματα ο αλιγάτορας, οι παγωμένοι ατμοί, ο μανιακός δραπέτης και οι άνθρωποι. Κατά την Κική Δημουλά: «το μόνο που θέλουν είναι να μπουν σε ένα στίχο». Αυτό και κάνει ο ποιητής Δ. Πέτρου. Με τη γνώση ότι «Η ποίηση είναι υπόθεση των τόπων και όχι των ανθρώπων», όπως διατείνεται ο μεγάλος Αμερικανός ποιητής Ουάλας Στίβενς. Για να συμπληρώσει ο Τόμας Έλιοτ: «Ο άνθρωπος δεν αντέχει πάρα πολύ πραγματικότητα».

Όλα αυτά στην ποίηση του Δ. Πέτρου μέχρι να καταφθάσει στη Δράμα ο Φρανς Κάφκα. Η άφιξή του μια φυσική νομοτέλεια. Η παραμονή του άριστα έως θλιβερά προσαρμοσμένη στις συνήθειες της επαρχίας. Συνομιλεί με τη γειτόνισσα, ανταλλάσει σινιάλα με τους ταξιτζήδες της πλατείας, σκαλίζει τα ασθενικά παρτέρια του Διοικητηρίου, σχεδιάζει χάρτες του νομού δίνοντας προσοχή στα τούρκικα τοπωνύμια. Το απόγευμα τους ντύνεται κατάσαρκα για να πάει σε εκδηλώσεις πολιτιστικών συλλόγων.

Από τα ωραιότερα ποιήματα της συλλογής, άξιο να συμπεριληφθεί σε ανθολογία που θα έχει ως τίτλο «Ανθοφορία άγριων λουλουδιών» ή κάτι παρόμοιο.

Ο Δ. Πέτρου κραυγάζει ότι είναι επαρχιώτης – ποιητής της περιφέρειας, επί του ευγενέστερου. Δεν ντρέπεται γι’ αυτό, όπως δεκάδες ομότεχνοί του. Δεν αισθάνεται να μειώνεται η ποίησή του ένεκα καταγωγής και παραμονής του σ’ αυτήν.

Απεναντίας, ποντάροντας στο οπλοστάσιο των γνώσεών του, στο ιδιαίτερο βλέμμα που διαθέτει, στην όσφρηση της ανεύρεσης ακριβών λέξεων, καταθέτει ποίημα με τίτλο «Τα επαρχιακά», όπως έπραξε το 1988 ο Βασίλης Τσιαμπούσης –Δραμινός κι αυτός, να είναι σύμπτωση;–, ο οποίος, στην καλύτερη μέχρι σήμερα συλλογή του, Η βέσπα, αισθάνθηκε την ανάγκη να διευκρινίσει, από το εξώφυλλο ακόμη του βιβλίου, πως τα διηγήματά του είναι «επαρχιακά»! Το ίδιο πράττει και ο Δ. Πέτρου όταν μπαίνει απόγευμα σε μια πόλη επαρχιακή με τα φώτα ξεχασμένα στη μεγάλη σκάλα. Τον ακολουθούν οι μυστικές συνάξεις των φυλακισμένων.

Αναγνωρίσιμα στοιχεία των Χωματουργικών είναι το ότι ο δημιουργός τους έχει εντοπίσει και ήρθε πρόσωπο με πρόσωπο με τις αυταπάτες του, παραδίδοντας μια μεστή ποίηση που πάλλεται. Γνωρίζει να εισχωρεί βαθιά σε όσα τον απασχολούν, την ίδια στιγμή που κρατάει τις σωτήριες αποστάσεις. Εντοπίζει το ουσιώδες, κάνοντάς το ελκυστικό, με την ικανότητα να μετουσιώνει το παλιό σε καινούριο, τη σκουριά σε λάμπον μέταλλο. Η δημιουργικότητά του πηγάζει από το μεδούλι των χρόνιων αναγνώσεων και της τριβής του με την ποίηση.

Ίχνος εξοστρακισμού στην ποίησή του. Δεν νιώθει ξένος ή εξόριστος στη γενέθλια πόλη. Ζει και κινείται σ’ αυτήν, τόσο με την κυριολεκτική έννοια όσο και με τη μεταφορική. Φερέοικος την κουβαλάει κατάσαρκα, στα χνάρια της ιστορία της. Την περιφέρει σε κάθε γωνιά της γης, επιδεικνύοντας τα κάλλη της, περισσότερο τα τρωτά της σημεία. Δεν ντρέπεται γι’ αυτά, απεναντίας, αφού η ποίησή του εκτινάχθηκε, μέσω αυτών των υλικών, αναγνωρίστηκε και ξεχώρισε, παραχωρώντας του μια θέση μεταξύ των πρώτων ελλήνων νεώτερων ποιητών. Επιφορτίζοντάς τον παράλληλα με περίσσια ευθύνη για συνέχεια, συνέπεια και τακτική παρουσία. Που εύχομαι να αντέξει και να ανταποκριθεί.

 

Χωματουργικά
Δημήτρης Πέτρου
Μικρή Άρκτος
32 σελ.
ISBN 978-960-8104-72-3
Τιμή: €7,00
001 patakis eshop

 

Τα σχόλια σας

Κάντε το σχόλιο σας, με σύνδεση από το facebook ή συμπληρώστε τα στοιχεία σας, στην παρακάτω φόρμα.

 


Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
ΚΡΙΤΙΚΕΣ > ΠΟΙΗΣΗ
Σταύρος Σταυρόπουλος: «Πράξη εξαφάνισης»

Όταν ήμουν έφηβη, θυμάμαι, με είχε συγκλονίσει το βιβλίο Οι απόψεις ενός κλόουν του Χάινριχ Μπελ. Γιατί το «πρόσχημα» για τις ευθύβολες και εξαιρετικά διεισδυτικές παρατηρήσεις του για την ιστορική συγκυρία...

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΕΙΣ

ΕΙΔΗΣΕΙΣ

ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΙ

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Το μήνυμά σας

Διεύθυνση

Πτολεμαίων 4
(Πλατεία Προσκόπων)
11635 Αθήνα,
Τηλ.-fax: 210.7212307
info@diastixo.gr
ISSN: 2585-2485

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

Εγγραφείτε τώρα στο newsletter μας και μάθετε πρώτοι τα τελευταία νέα για το βιβλίο και για τις τέχνες.

 

Το email σας: