Χρήστος Αρμάντο Γκέζος: «Ανεκπλήρωτοι φόβοι»
 Χρήστος Αρμάντο Γκέζος: «Ανεκπλήρωτοι φόβοι»

Χρήστος Αρμάντο Γκέζος: «Ανεκπλήρωτοι φόβοι»

Μα κι αυτό ένας φόβος είναι μονάχα,
κι όπως κάθε άλλη σου επιθυμία
δεν πραγματοποιείται.

(σ.28)

Ο αναγνώστης της ποίησης, κάθε ποίησης, έχει την ελευθερία να δει μέσα της τον εαυτό του και να αναγνωρίσει προσωπικά του είδωλα και δαίμονες. Διαβάζοντας την πρώτη συλλογή ποιημάτων του Χρήστου Αρμάντο Γκέζου (γεν. 1988) Ανεκπλήρωτοι φόβοι αφέθηκα ελεύθερος να ξαναγυρίσω για λίγο σε δικές μου παλιές, πρωτονεανικές ανησυχίες, τότε που φοβόμουν αυτό που κυοφορεί η (επί)γνώση του κόσμου καθώς αποκτιέται με τα χρόνια.

Αναρωτήθηκα αν υπήρξε ο φόβος της ενηλικίωσης ως σταδιακής μόνωσης και εκβολής στο κοινωνικό ψύχος, στη δριμύτητα της απόλυτης εξάρτησης από τις δικές μας δυνάμεις, της αντιπαράθεσης του συναισθήματος με το αντικειμενικά περι-βάλλον, και με εκείνα που υποστασιοποιεί ο ίδιος ο φόβος.

«Υπάρχει ένας άλλος κόσμος, αλλά είναι μέσα σε αυτόν» γράφει ο Πολ Ελυάρ. Σε αυτή την πρώτη ποιητική συλλογή ο Χρήστος Αρμάντο Γκέζος φαίνεται να οργανώνει ακόμα –και να εισάγει– τον ποιητικό του χωροχρόνο, να μαγειρεύει τις χαρακτηριστικές φωτοσκιάσεις του τόνου του, να επιλέγει τους δρόμους που θα περιδιαβάζει και τους προ-δρόμους που θα ξαναδιαβάζει για τη διαμόρφωση του τρόπου του. Απέριττος και κοφτός γράφει στα όρια του πεζού λόγου και φτιάχνει μια ποίηση που ηχεί γνώριμα, αλλά διαφέρει ως προς την ατμόσφαιρα και τα εσωτερικά τοπία της από αυτή των σύγχρονών του νέων ποιητών. Οι καταβολές της δεν είναι αμιγώς ποιητικές. Είναι μεν, ως προς την ατμόσφαιρα και τη θεματική στόχευση, φανερά εξπρεσιονιστική, με την έννοια των μηδενιστικών (αντιορθολογικών και αντιμπουρζουαζικών) τάσεων του πρώτου γερμανικού εξπρεσιονισμού (Μπεν, Χάυμ, φαν Χόντις), με μια βαθιά θλίψη και αγωνία να τη διαπερνά. Αλλά δεν κρύβει τη μαθητεία στον «σκοτεινό ρομαντισμό» και τη γοτθική μυθοπλασία, π.χ. τη Μέρι Σέλλεϋ ή τους σύγχρονους εκπροσώπους της, όπως τον Λάβκραφτ και τον Στίβεν Κινγκ. Πρωτίστως, όμως, αποτελεί υπόκλιση μπροστά στον Πόε (και τον Γάλλο θιασώτη του, τον Μποντλαίρ, ίσως και τον Ρεμπό) – αλλά και τους Κάφκα και Καμύ. Δηλαδή εν μέρει σε πεζογράφους, που επέλεξαν να χαρτογραφήσουν καμπυλώσεις του ψυχικού χωροχρόνου: την υπαρξιακή πραγματικότητα του εφιάλτη που μεταμορφώνει γιγαντώνοντας το αντικειμενικά υπαρκτό πρόσκομμα. Τέτοιος είναι για τον Γκέζο τελικά όχι μόνο ο κόσμος της εφηβείας και της πρώτης ενηλικίωσης, αλλά και αυτός του συνειδητού ανθρώπου, του πάντοτε ανέτοιμου και σαθροκόκαλου μπροστά στις επικείμενες προκλήσεις˙ του άοπλου μπροστά στην αδηφαγία του χρόνου.

Στα ποιήματα του Γκέζου κυριαρχεί η οπτική διάσταση, γιατί στόχος είναι η απόδοση της φρίκης όχι μέσω της αφαίρεσης και στοχαστικότητας ή της αφοριστικής συμπύκνωσης, αλλά μέσω ενός μικροσεναριακού ντεκουπάζ. Ο κόσμος σημαίνει φόβο. Που γίνεται εικόνα, όχι λόγος που συναρθρώνει και συν-θέτει απαλύνοντας το αναπόδραστο της αντίθεσης. «Θυμάσαι τότε στο πάρκο ξημερώματα / που είδαμε τις έγκυες να περπατούν / πιασμένες χέρι χέρι, / μ’ ένα σάπιο καρβέλι ψωμί / η καθεμιά στην άδεια τους παλάμη; / (…) Τα δόντια μας ερμητικά σφιχτά, / δαγκώνανε τη γλώσσα (…) / Μην τυχόν και με ρωτήσεις πού πάνε; / και σου απαντήσω: μα στο νεκροταφείο, φυσικά. / Για να γεννήσουν». (σ. 43) Μια εικόνα που αποδίδει με μακάβρια κομψότητα τη ματαιότητα της «ζωής που συνεχίζεται (…) η ζωή μαζί με το νεκροταφείο», όπως λέει ο Ζακ Πρεβέρ.

Σημαντικό είναι ότι η ποίηση του Γκέζου δεν κουράζει τον αναγνώστη –τον συχνά φυγόμαχο μπροστά στη μεταφορά– και αποφεύγει με συνέπεια τη μυρωδιά παρωχημένου ύφους: τον μεγάλο κίνδυνο που ελλοχεύει στην ενασχόληση με το γένος (την ποίηση). Τα περισσότερα ποιήματα συνεχίζουν χωρίς να ολοκληρώνουν τη δυστοπική ατμόσφαιρα των προηγούμενων, φτιάχνοντας εντέλει κάτι συνολικό, μια διαδρομή συνεπή ως προς το τέλος (τον σκοπό) της. Λόγω της συνέπειας στη δημιουργία του ποιητικού μικροκλίματος, ξεπερνά την αίσθηση επιτήδευσης στην απόδοση της καταπιεσμένης υποδόριας κραυγής, της αινιγματικής και –πιθανώς– ακατάληπτης αγωνίας που ξεπερνά την αφορμή της κοινωνικής στιγμής. Παρ’ όλα αυτά, λείπει ακόμα η εξονυχιστική επεξεργασία του επίμονου, του απαιτητικού δημιουργού, που θέλει να καταθέσει κάτι παραπάνω από ένα σκίτσο ή ένα τρομώδες ενσταντανέ. Διαφαίνεται όμως ήδη η υπόσχεση περαιτέρω λαξεύματος για την αυτονόμηση της φωνής από την ακόμα αναγνωρίσιμη άρθρωση των προδρόμων.

Η ομορφιά στη γραφή του Γκέζου βιώνεται μόνο ως προθάλαμος της ασχήμιας, η πεταλούδα είναι προνύμφη της κάμπιας, και η νιότη δεν είναι παρά ένα πρώτο γήρας, μια καθήλωση που περιμένει τη γνώση, που θα ’ρθει ως διάψευση όταν δεν θα υπάρχει ούτε σθένος ούτε αλκή. «Ώρες ώρες, μου φαίνεται πως είμαι ένας ήσυχος νεκρός / που κοιτάει εμένα τον ίδιο να υπάρχω» γράφει ο Ρίτσος. Τέτοια είναι η ατμόσφαιρα υπαρξιακής αποξένωσης και ηττοπάθειας που υπάρχει στη ματιά του ποιητικού εγώ. Γυροφέρνοντας ένα άλλο νεκροταφείο, αυτό του «Ένα όνειρο» (από το μυθιστόρημα Η δίκη) του Κάφκα, όπου ο «Ιωσήφ Κ.» βγαίνοντας για περίπατο βρίσκει να ετοιμάζεται ο τάφος του, ο Γκέζος παραλλάσσει στο «ειδοποιητήριο θανάτου» (σ. 7): «Περπατούσα κι είδα καρφωμένη στην κολόνα / την αναγγελία της κηδείας μου. / Ένα σκισμένο, σαν τη ζωή μου, ήταν χαρτί». Δεν πρόκειται τόσο για το memento mori ως αόρατη προμετωπίδα κάθε κηδείας γνωστού ή φίλου, όσο για το αίσθημα της ζωής που, ανεξέλεγκτη, παρεκκλίνει τόσο από αυτό που φανταστήκαμε για τον εαυτό και το περιβάλλον μας, ώστε την παρακολουθούμε σαστισμένοι, χαύνοι και παραγκωνισμένοι. Στη γραφή του Γκέζου η γνώση του εαυτού είναι διάγνωση που προμηνύει δεινά· και η γνώση των άλλων ισοδυναμεί με συγκατάβαση για την κατάβαση στην κόλασή τους. Έτσι, π.χ., στο ποίημα «οικογενειακή γιορτή» (ο τίτλος παραπέμπει στον Βίντερμπεργκ), όπου «Ο πατέρας μού έτρωγε το χέρι / κι εγώ με το άλλο ανακάτευα το μυαλό μου» (σ. 9), έτσι και στο «ηδονίζονται», όπου ακόμα και οι τυχαίοι περαστικοί απειλούν με τύφλωση (σ. 30), γιατί τα μάτια πρωτίστως κομίζουν τη γνώση όσων δεν λέγονται. Ο δε ποιητής, ίσως ο σπάνιος«κιτρινολαίμης που αναδεύει το τίποτα με τα φτερά του» (σ. 29), διχασμένος ανάμεσα στην ανάγκη παραπλάνησης, δηλαδή παρηγοριάς του εαυτού του, και στην αγανάκτηση μπροστά στο ψεύδος (σ. 14 και σ. 50), περιφέρεται σαν νεκρός στην πόλη και δεν ξεχωρίζει από τους άλλους παρά μόνο λόγω της ιδιότητας να (νομίζει πως) ξεχωρίζει (σ. 13 και σ. 32 και σ. 47). Ή γίνεται ρακοσυλλέκτης ιδεών, ψάχνοντας για ανθρωπιά στα σκουπίδια της εποχής (σ. 25-26). Ή μένει στα καβαφικά τείχη τού λευκού δωματίου του, ριγμένος πάνω στο κρεβάτι κι αδρανής, παρατηρώντας την πόρτα που δεν ανοίγει από μόνη της (σ. 22-23) ή το κεφάλι που κρατά στα χέρια του αλλά δεν αναγνωρίζει: το δικό του (σ. 24).

Στο αστικό σύθαμπο, «στο γνωστό σκοτάδι» (σ. 28) ή εκεί που ο ήλιος χορεύει με τα σκουλήκια (σ. 31), όπου κινείται ο νεκραναστημένος και απέθαντος Λάζαρος της συλλογής, ο «ανίκητος νεκρός» (σ. 27), δίνονται πολλές αφορμές να βιώσει έναν σταθερά αδιευκρίνιστο πόνο, που μπορεί να μη σκοτώνει, κάνοντάς τον τάχα πιο δυνατό, αλλά τον απονεκρώνει κιόλας. Η ουσία είναι ότι δεν δίνεται καμία δυνατότητα διαφυγής: ένας λαβύρινθος είναι και το απλό δωμάτιο και ο άδειος δρόμος. Το δε επαναλαμβανόμενο μοτίβο του νεκρού διατρανώνει το τελεσίδικο της οντολογικής διάγνωσης. Αλλιώς: ο απογοητευμένος από τη ζωή του άνθρωπος δεν έχει τίποτα να περιμένει εκτός απ’ την εξόντωση – που επί της ουσίας έχει ήδη επέλθει ως αδυναμία να ζήσει όπως ήθελε (π.χ. σ. 48, σ. 51, σ. 34 και σ. 42). Αυτό που μένει δεν είναι η ζωή (ως αυτοδιαχείριση), αλλά η αδιάπαυστη και αυτόματη ροή του αίματος. Ο δε ποιητής καλείται να διεκδικήσει την ωμή συνειδητοποίηση (κι ας είναι αδύνατη η εννόηση) των εφιαλτικών συνιστωσών της conditio humana. Και τη μοναδική του ελευθερία: την έκφρασή τους (σ. 40), εκεί που οι υπόλοιποι αργότερα δεν θα δουν παρά συνονθυλεύματα γραμμάτων (σ. 31). Αυτές είναι οι μόνες ανάσες, όχι αισιοδοξίας, αλλά σοπενχαουερικής παρρησίας απέναντι στο φαινόμενο της «ύπαρξης με αυτοσυνείδηση» (γιατί κάθε αισιοδοξία στη συλλογή του Γκέζου αίρεται αυθωρεί: «μόνη μας παρηγοριά το αύριο / που, λέει, θα βγάλουμε κόκαλα κι αγάπες» – σ. 20), μια ειλικρίνεια επέκεινα της ελπίδας για λύτρωση. Θέμα εξιλέωσης δεν τίθεται, γιατί δεν υπάρχει αδαμική ενοχή: ο κόσμος ο ίδιος είναι η πτώση του Θεού.

Κι αυτές οι βαθύτερες ανάσες, όμως, δεν δίνονται χωρίς επίπονες θυσίες και ανταλλάγματα. Η ειλικρίνεια και επέκεινα του νοήματος (της ζωής), με την έννοια του Καμύ, προβάλλει αναγκαία, κι ας μην μπορεί να ελπίσει σε καταπράυνση, κι ας μην επιφέρει αλλαγές. Άλλωστε κάθε αλλαγή θα ’ταν ένα ενδεχόμενο ψέμα ταυτότητας˙ όπως και κάθε προσπάθεια οικείωσης, μιας και η ουσία του ποιητή είναι ακριβώς αυτό: η αίσθηση της ξενότητας.

Σε εισαγωγικό κριτικό σημείωμα θα ήταν άσκοπο να εξεταστούν περαιτέρω οι επιρροές και τα ερεθίσματα που προϋποθέτει η ποίηση του Γκέζου. Προσωπικά απόλαυσα αρκετά από τα ποιήματα, που, χωρίς να απαιτήσουν πολλά, με ταξίδεψαν στη γνώριμη μελαγχολία μιας οπτικής του μοναχικού κόσμου: τη φόδρα ενός πεσιμιστικού βλεφάρου που κλείνει παιγνιωδώς (το μάτι) στον μαζοχιστικά προσφιλή κανιβαλισμό της ύπαρξης, στο γεγονός ότι εμείς οι άλλοι αλληλοβασανιζόμαστε απλά επειδή υπάρχουμε. Και μπροστά σε αυτή τη (χομπσική και σοπενχαουρική) φυσική κατάσταση, οι ποιητές, τερατώδεις και τρυφεροί, γράφουν και ανοικειώνουν για να σώσουν την παλλόμενη φρίκη από την εξοικείωση του υποδοχέα και την αορατοποίηση που επιφέρει η αποδοχή και το έθος.

 

Ανεκπλήρωτοι φόβοι
Χρήστος Αρμάντο Γκέζος
Μελάνι
56 σελ.
ISBN 9789605910440
Τιμή € 8,96
001 patakis eshop


 

Τα σχόλια σας

Κάντε το σχόλιο σας, με σύνδεση από το facebook ή συμπληρώστε τα στοιχεία σας, στην παρακάτω φόρμα.

 


Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
ΚΡΙΤΙΚΕΣ > ΠΟΙΗΣΗ
Παυλίνα Μάρβιν: «Ιστορίες απ’ όλον τον κόσμο μου»

«Ααχ! Ψυχή μου. Τίποτε δεν είδες στην ζωή σου, τίποτε!» Γ. Μ. Βιζυηνός, «Το μόνον της ζωής του ταξείδιον» Υπέροχοι είναι οι λογοτεχνικοί συνειρμοί! Έρχεται εδώ, στο βιβλίο της Παυλίνας Μάρβιν, στο...

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΕΙΣ

ΕΙΔΗΣΕΙΣ

ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΙ

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Το μήνυμά σας

Διεύθυνση

Πτολεμαίων 4
(Πλατεία Προσκόπων)
11635 Αθήνα,
Τηλ.-fax: 210.7212307
info@diastixo.gr
ISSN: 2585-2485

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

Εγγραφείτε τώρα στο newsletter μας και μάθετε πρώτοι τα τελευταία νέα για το βιβλίο και για τις τέχνες.

 

Το email σας: