A+ A A-

ΣΧΕΣΗ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ-ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΥ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΙΩΑΝΝΗ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟ

ΣΧΕΣΗ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ-ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΥ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΙΩΑΝΝΗ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟ του Αλέξανδρου Δρίβα

Το ζήτημα της συνύπαρξης του Ελληνισμού και του Χριστιανισμού και της αλληλεπίδρασής τους αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα και διαχρονικότερα ακαδημαϊκά και πνευματικά ζητήματα, από τη συνάντηση των δύο κοσμοθεωριών μέχρι και σήμερα. Πάνω σε αυτό το ζήτημα, ο Ομότιμος Καθηγητής Θεολογίας κ. Χρίστος Κρικώνης αναλώνει το έργο του Σχέση Ελληνισμού-Χριστιανισμού κατά τον Ιωάννη Χρυσόστομο, προκειμένου να φωτίσει όλες εκείνες τις πτυχές που συνθέτουν την άποψη τού εκ των κορυφαίων κεφαλών της Ορθοδοξίας, αφού πρώτα κάνει την ιστορική αναδρομή της σχέσης μεταξύ Ελληνισμού και Χριστιανισμού.

Μέχρι την εμφάνιση του Χριστιανισμού, ο Ελληνισμός ήταν η κυρίαρχη πνευματική, γλωσσική και πολιτιστική ταυτότητα στον γνωστό κόσμο. Ο Χριστιανισμός δανείστηκε τη γλώσσα, την εννοιολογία και όλα εκείνα τα πνευματικά εργαλεία προκειμένου να καθιερωθεί και να διαδοθεί. Ο Αριστοτέλης, Ο Πλάτωνας, η Στωική φιλοσοφία, η ηθική των Πυθαγορείων και ο Νεοπλατωνισμός ήταν οι βασικοί φιλοσοφικοί άξονες, πάνω στους οποίους ενέκυψε η χριστιανική θρησκεία. Κοινή συνισταμένη όλων αυτών των ελληνικών φιλοσοφικών ρευμάτων αποτελεί η μονοθεϊστική αναζήτηση. Επομένως, το χριστιανικό δόγμα, το οποίο στηρίζεται στον μονοθεϊστικό άξονα, χρησιμοποίησε τον Ελληνισμό προκειμένου να γίνει κατανοητό στον κόσμο και να διαδοθεί. Στους δύο πρώτους αιώνες χρονοθετείται η ζύμωση και η συζήτηση για τη μορφή των σχέσεων μεταξύ των δύο κοσμοθεωριών. Η εξαιρετική ανεκτικότητα του Ελληνισμού σε νέες ιδέες και η μετουσίωση αρχικά ξένων στοιχείων με τρόπο τέτοιον, ώστε να προσαρμόζονται στο σώμα του, αξιοποιήθηκε και στην περίπτωση του Χριστιανισμού, σύμφωνα με τον Χ. Κρικώνη. Παρ’ όλα αυτά, οι σχέσεις μεταξύ Ελληνισμού και Χριστιανισμού ακολούθησαν γραμμική εξέλιξη, έχοντας αρκετές φάσεις εντάσεων. Ειδικά κατά τον 2ο αιώνα μ.Χ., ο Γνωστικισμός ήταν εκείνο το κίνημα που αμφισβήτησε το Χριστιανισμό ως μέλος του ελληνικού σώματος. Σε αυτή τη φάση, μάλιστα, παρατηρείται ένας «οξύς εξελληνισμός του Χριστιανισμού», όπως αναφέρει ο ιστορικός Harnack.

Η αλληλεπίδραση μεταξύ των δύο δεν συνετέλεσε στην ολική συγχώνευσή τους. Η επιλεκτικότητα που χαρακτήριζε αυτή τη διαλεκτική σχέση δικαιολογείται εύλογα, καθώς αφενός μεν οι ιουδαϊκές ρίζες του Χριστιανισμού υπήρξαν ανεπιθύμητες για τον Ελληνισμό και, αφετέρου, πολλά κομμάτια της κλασικής ελληνικής παιδείας χαρακτηρίζονταν «υλιστικά» και «ειδωλολατρικά» από τους Χριστιανούς. Σημαντικό ρόλο στην ώσμωση των δύο κοσμοθεωριών διαδραμάτισαν οι Ιουδαίοι της διασποράς που μετείχαν της ελληνικής παιδείας και έφεραν κοντά το Χριστιανισμό με τον Ελληνισμό, στα χρόνια της Καινής Διαθήκης. Επίσης, πρωταρχικό ρόλο στην ελληνοχριστιανική προσέγγιση έπαιξε ο Απόστολος Παύλος, ο οποίος κατείχε την ελληνική γλώσσα και παιδεία λόγω του ότι μεγάλωσε στην Ταρσό. Οι Απολογητές, με ενωτική διάθεση, προσπάθησαν να φέρουν κοντά το ελληνικό με το χριστιανικό πνεύμα με έναν «ήπιο εξελληνισμό του Χριστιανισμού». Με αυτό τον ήπιο τρόπο προσπάθησαν να κερδίσουν περισσότερους πιστούς για χάριν της χριστιανικής θρησκείας. Από εκεί κι έπειτα υπήρξαν σημαίνουσες και καθοριστικές προσωπικότητες όπως ο Ιουστίνος, ο οποίος προσπάθησε να «φιλτράρει», τρόπον τινά, εκείνα τα ελληνικά στοιχεία που μπορούν να ερμηνευθούν από το Χριστιανισμό. Η πορεία προς τα κρίσιμα στάδια των σχέσεων μεταξύ Ελληνισμού και Χριστιανισμού χαρακτηρίζεται και από άλλα σημαίνοντα πρόσωπα, όπως αυτό του Ιγνατίου, ο οποίος ταυτίζοντας τη ζωή με την ύπαρξη ή κάνοντας τη ζωή αιτία της υπάρξεως, «ανάγκασε την ελληνική σκέψη να αναζητήσει ένα γεγονός προσωπικής κοινωνίας που προηγείται του κόσμου και τον κάνει να ζει». Κάπου αλλού, και συγκεκριμένα στη σελίδα 58, ο συγγραφέας μάς παραπέμπει πάλι στον Ιγνάτιο, που λέει: «Ο Ελληνισμός ενστερνίστηκε τα δόγματα του Χριστιανισμού και όχι ο Χριστιανισμός τα ελληνικά». Το έργο των Απολογητών συνέχισαν οι λεγόμενοι Αλεξανδρινοί, προλειαίνοντας το έδαφος για το έργο των Μεγάλων Πατέρων, όπως του Χρυσοστόμου. Για παράδειγμα, η προχριστιανική ελληνική διανόηση καλώς θαύμαζε την αρμονία του κόσμου και του σύμπαντος, αλλά η χριστιανική δίνει όνομα στον δημιουργό του σύμπαντος.

Οι Μεγάλοι Πατέρες συνέβαλαν με τη σειρά τους καθοριστικά στη θεμελίωση των ελληνοχριστιανικών σχέσεων. Η συνισταμένη του έργου των Μεγάλου Βασιλείου, Γρηγορίου Νύσσης, Γρηγορίου Θεολόγου και Ιωάννη Χρυσοστόμου αποτελεί την επιλεκτικότητα της αφομοίωσης της κλασικής ελληνικής παιδείας (εγκυκλίου παιδείας) από τη χριστιανική. Όλοι τους είχαν μελετήσει την εγκύκλιο παιδεία και με πολλή προσοχή επέλεξαν εκείνα τα κομμάτια που θα μπορούσαν να γίνουν ένα με το χριστιανικό σώμα.

Η τελευταία ενότητα συνοπτικά αναφέρεται στον τίτλο του έργου, για το τι πίστευε ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος για τη σχέση μεταξύ Ελληνισμού και Χριστιανισμού. Ο Χρυσόστομος αναγνωρίζει μόνο κάποιες πτυχές της ελληνικής παιδείας που δεν είναι εχθρικές για το Χριστιανισμό. Από την άλλη πλευρά, εκείνα τα έργα όπου δεν υπάρχει σύμπλευση με τη χριστιανική πίστη τα χωρίζει σε έργα που είτε παραμελούν την ηθική αγωγή, είτε προάγουν την υλιστική νοοτροπία. Ο Χ. Κρικώνης θεωρεί υπερβολική την άποψη πολλών μελετητών που θέλει τον Χρυσόστομο να εχθρεύεται στο σύνολό της την ελληνική παιδεία.

Οι ενότητες του βιβλίου μάς βοηθούν να κατανοήσουμε την εξέλιξη των σχέσεων μεταξύ των δύο κοσμοθεωριών, αλλά και την υφή τους. Ως μελετητές του βιβλίου θα μπορούσαμε να ορίσουμε τρεις φάσεις, που αφορούν το διάστημα μεταξύ 1ου και 5ου αιώνα μ.Χ. Στην πρώτη φάση (πρώτες δεκαετίες του 1ου αι. μ.Χ. – 2ου αι. μ.Χ.), οι δύο κοσμοθεωρίες βρίσκονται σε στάδιο αναγνώρισης μεταξύ τους. Η δεύτερη φάση (2ος αι. μ.Χ. – 4ος αι. μ.Χ.) χαρακτηρίζεται από την προσέγγιση και την ωρίμανση: μέσα από προβλήματα και ευκαιρίες, οι δύο κοσμοθεωρίες διαμορφώνουν τον κορμό των σχέσεών τους. Η τρίτη φάση (4ος αι. μ.Χ. – 5ος αι. μ.Χ.) αποτελεί τη φάση της θεμελίωσης αυτών των σχέσεων, όπου η κάθε κοσμοθεωρία γνωρίζει τα εκατέρωθεν στοιχεία που μπορούν να συμπλεύσουν. Μέσα από την έρευνα του Χ. Κρικώνη, η υφή των σχέσεων μεταξύ Ελληνισμού και Χριστιανισμού θα μπορούσε να οριστεί ως εργαλειακή από τη μεριά του Χριστιανισμού. Ο Χριστιανισμός δανείστηκε γλώσσα, εννοιολογία, πειθώ από τον Ελληνισμό, ώστε να μπορέσει να εξαπλωθεί ως θρησκεία. Ανάμεσα στις δύο κοσμοθεωρίες υπάρχει επιλεκτική αλληλεπίδραση. Από το βιβλίο του Χ. Κρικώνη μπορεί κανείς να εμβαθύνει στην έρευνα για την υφή των σχέσεων μεταξύ του Ελληνισμού και του Χριστιανισμού.

Σχέση Ελληνισμού-Χριστιανισμού
κατά τον Ιωάννη Χρυσόστομο
Χρίστος Θ. Κρικώνης
Αποστολική Διακονία
σελ.152
Τιμή € 6,00

 

ΦΙΛΙΚΑ SITE

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Email:
Θέμα:
Μήνυμα:

ΠΤΟΛΕΜΑΙΩΝ 4 (ΠΛΑΤΕΙΑ ΠΡΟΣΚΟΠΩΝ)
11635 ΑΘΗΝΑ, ΤΗΛ.-FAX: 210-7212307
info@diastixo.gr

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

*  Το email σας:

ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΔΙΚΤΥΑ

facebook icontwitter icongoogle plus iconpinterest iconyoutube iconrss icon

Με την υποστήριξη του diastixo.gr - Designed by: artspr