Φούλα Πισπιρίγκου: «Περίβολος Αγίου Διονυσίου 11»

Φούλα Πισπιρίγκου: «Περίβολος Αγίου Διονυσίου 11»

Αυτό το βιβλίο το διάβασα τρεις φορές. Κάθε φορά άφηνε άλλη επίγευση. Όχι μόνον επειδή ένα βιβλίο έχει πολλές αναγνώσεις, αλλά γιατί κι ο ίδιος αναγνώστης δεν είναι ποτέ εντελώς ίδιος, όπως ούτε κι ο συγγραφέας ήταν ίδιος σ’ όλη τη διάρκεια της συγγραφής. Κάθε ανάγνωση φώτιζε άλλες λέξεις, διαφορετικές ιστορίες, διαφορετικές φράσεις μέσα στις ιστορίες. Έτσι μαζεύτηκαν πολλές σκέψεις, εικόνες, συναισθήματα που δεν μπορούν να συντεθούν σε μια ενιαία παρουσίαση ή να ερμηνευτούν μ’ έναν ενιαίο τρόπο. Εξάλλου κάτι τέτοιο θα φτώχαινε όλο τον πλούτο κάθε έργου που βρίσκεται εκεί αυθύπαρκτο και μπορούμε να το ζήσουμε ή να μην το ζήσουμε, να το απολαύσουμε ή να μην το απολαύσουμε, αλλά δεν μπορούμε να το παρουσιάσουμε ερμηνεύοντάς το, γιατί τότε το περιορίζουμε, το στενεύουμε, παραμορφώνουμε όλο τον κόπο του δημιουργού, στην προκειμένη περίπτωση της συγγραφέα που απ’ την αρχή δηλώνει πως «για μια και μοναδική φορά θα αφεθεί και δεν θα κάνει διορθώσεις».

Δεν θα κάνει δηλαδή τι; Ένας ψυχαναλυτής θα ονόμαζε τη διόρθωση «αναδρομική ακύρωση»: Μια ψυχική άμυνα μπροστά σε μια δύσκολη πραγματικότητα. Μια προσπάθεια να αναιρέσουμε ως μη συμβεβηκότα πράξεις, σκέψεις, συναισθήματα, συμβάντα. Να μετριάσουμε τη σημασία και τις συνέπειες σχεδόν μαγικά, ως εάν ο χρόνος να ήταν αναστρέψιμος ή τα συμβάντα να μην συνέβησαν. Να γράφεις «χωρίς διορθώσεις», να μην ενδίδεις σ’ αυτή την εντελώς ανθρώπινη άμυνα, είναι ένας αγώνας απέναντι στον ίδιο σου τον εαυτό. Ένας αγώνας ενάντια στη λήθη και ενάντια στο χρόνο. 

Τα παιδικά μάτια φιλτράρουν τον κόσμο και τον ανασυνθέτουν μέσα τους με ό,τι αναπτυξιακά εργαλεία έχουν. Τον φυλάνε ύστερα έτσι. Κάπως ελλιπή από λεπτομέρειες, με τα νοήματά του μόνον.

Λογοτεχνία είναι η τέχνη του λόγου να δημιουργεί εικόνες, να βλέπει ο αναγνώστης, να ζει μέσα στην ατμόσφαιρα του κειμένου, να συμμετέχει στα συμβάντα της αφήγησης, να νιώθει. Αυτό εδώ είναι ένα βιβλίο γεμάτο εικόνες. Όταν το κλείνεις έχεις ζήσει μαζί με την ηρωίδα του ό,τι εκείνη έζησε, με μια ένταση που σε κάποια σημεία σου κόβει τη μιλιά, μεταδίδεται χωρίς λόγια, μέσα από μια αφήγηση εντελώς περιγραφική, λιτή, ελλειπτική, όπου αυτό που συγκινεί είναι αυτό ακριβώς που παρασιωπείται.

Η Μαρίνα, η ηρωίδα, κινείται μπρος πίσω στον χρόνο, με τα μάτια ορθάνοιχτα. Χώνεται παντού, σαν κατσαρίδα (που είναι ένα από τα παρατσούκλια της) και παρακολουθεί τον κόσμο όπως μπορεί, τον κόσμο μέσα στην αυλή στην αρχή, στον περίκλειστο περίβολο αργότερα. Και πιο μεγάλη, τη ζωή που περνάει έξω απ’ το παράθυρο της, πρώτα με το τρένο κι ύστερα με το τραμ. Τα παιδικά μάτια φιλτράρουν τον κόσμο και τον ανασυνθέτουν μέσα τους με ό,τι αναπτυξιακά εργαλεία έχουν. Τον φυλάνε ύστερα έτσι. Κάπως ελλιπή από λεπτομέρειες, με τα νοήματά του μόνον.

Η αφήγηση αποτελείται από εικόνες-θραύσματα, που επιστρέφουν σαν μνήμες-αναδρομές, έρχονται και τη βρίσκουν ενώ θέλει να τις ξεχάσει και την ίδια στιγμή φοβάται πως αν τις εγκαταλείψει θα πεθάνει ο κόσμος της, ενώ αν τις συνθέσει ίσως τον παραμορφώσει. Τις αφήνει έτσι, λοιπόν, σαν αποσπασματικές μνήμες μέσα από μάτια παιδικά, συμβάντων που στιγματίζουν ακριβώς επειδή είναι ακατανόητα. Τα νοήματα στο βιβλίο είναι πρωτογενή. Δεν δημιουργούνται από λέξεις με αφηρημένες σημασίες, αλλά από αυτές τις θραυσματικές εικόνες, που ακολουθούν τον αναγνώστη ακόμη κι όταν το έχει κλείσει, σαν κι ο ίδιος ν' αποτελεί μέρος τους.

Ο τόπος: Στα πρώτα κεφάλαια δεν γνωρίζουμε ακόμη πού ακριβώς, σε ποιο χωριό, ποια πόλη εκτυλίσσονται οι ιστορίες, ούτε και πότε ακριβώς. Αλλά αυτό δεν έχει καμιά σημασία. Το ματωμένο πρόσωπο της μάνας που επιστρέφει συνοδεία χωροφυλάκων ή η διαδρομή προς τη φυλακή για το επισκεπτήριο κάθε δικού μας ανθρώπου είναι παντού τα ίδια. Σε όλους τους τόπους και σε όλους τους χρόνους.

Ο χρόνος: Η Μαρίνα, ενήλικη, λέει πως «κοιτάει με το μικροσκόπιο και βλέπει ότι όλα είναι όπως τα άφησε». Γιατί όσο κι αν ωριμάσει κανείς, όσο κι αν γεράσει, όσο κι αν προσπαθήσει ν’ ανασυνθέσει το παρελθόν του σε μια ενιαία αφήγηση που να δίνει συνοχή και νόημα στο παρόν, κάποια συμβάντα παραμένουν ακριβώς όπως βιώθηκαν, με την ίδια ένταση, τους ίδιους συνειρμούς. Η Μαρίνα κινείται μπρος πίσω στον χρόνο, με τη σκέψη ώριμη πια, αλλά με βλέμμα που παραμένει παιδικό. Κάποια πράγματα υπήρξαν συγκλονιστικά ακατανόητα και οι λέξεις έχουν φυλακιστεί σε πρώιμες σημασίες.

Οι λέξεις και τα αντικείμενα: Είναι κάποιες λέξεις στο κείμενο που επαναλαμβάνονται και ορίζουν την ατμόσφαιρα: «μηχανουργεία», «ποντίκια», «αίμα», «φυματίωση», «αίμα», «γκαζιέρα», «παράγκες», «αίμα», «γραμμές» του τρένου και του τραμ.

Γκαζιέρα σημαίνει φτώχεια. Είναι σημαντική γιατί δείχνει το μέγεθος της φτώχειας. Δεν είναι μόνο για μαγείρεμα. Μπαίνει, κρυφά απ’ τους γείτονες, στη μέση του δωματίου κι όλοι κάθονται γύρω γύρω να ζεσταθούν.

Παρών, δεν σημαίνει «είμαι εδώ». Σημαίνει «επικίνδυνη προσωπικότητα», σημαίνει να έχεις μέσον, κάποιον να εγγυηθεί για σένα και ειδική άδεια για να ταξιδέψεις στο ίδιο σου το χωριό.

Εξοχή σημαίνει εξορία. Κι η ξύλινη βαλίτσα, που επιστρέφει από την «εξοχή», είναι μια βαλίτσα που έχει ακόμα να πάει πολύ μακριά…

Το πράσινο χρώμα σημαίνει καπέλα χωροφυλάκων, άσπρο επίδεσμο στο κεφάλι της μάνας της, ένα πορτοκάλι που της προσφέρει ο χωροφύλακας για να την καλοπιάσει, τα καθημερινά μπιζέλια και τα βουνά από λιοκούκουτσα, την κάσα του παραθύρου, τα παραθυρόφυλλα που βροντοκοπούν.

Τα πράσινα καπέλα των χωροφυλάκων εξισώνονται με όλα τα σκούρα καπέλα που μισοκρύβουν τα μάτια. Με την κόκκινη κηλίδα στο κατώφλι μιας πόρτας, το ουρλιαχτό της γειτόνισσας «που μάζωξε το κορμί του κυρ Θανάση απ’ την είσοδο μαζί με τη ζωή της». Τα καπέλα αυτά είναι ο θάνατος, αλλά κυρίως είναι η απαγόρευση των λέξεων, η μητρική προτροπή «σώπα, μη μιλάς», η προσταγή «μην κουνιέσαι, σταμάτα». 

Η ιστορία της Μαρίνας είναι ιστορίες ανθρώπων ισόποσα πληγωμένων, καθένας από την «άλλη πλευρά», που συνέτυχαν ο ένας στον δρόμο του άλλου και πάσχισαν –κι ακόμα πασχίζουν– να συνυπάρξουν πέρα και πάνω απ’ τα τραύματά τους.

Τα συναισθήματα: Μαζί με τις λέξεις εξορίζονται και τα συναισθήματα. Είναι ζήτημα αν σ’ όλο το κείμενο εμφανίζονται μια δυο φορές οι λέξεις «φόβος» ή «ντροπή». Δεν ονοματίζεται ούτε η λύπη, ούτε η αγωνία, ούτε ο πόνος, ούτε η χαρά, ούτε ο θυμός, ούτε η αποστροφή. Η Μαρίνα πνίγει τα μικρά γατάκια στον κουβά με το νερό, γιατί της το ζητάει επιτακτικά η γειτόνισσα, κι ύστερα πάει να παίξει. Κι όταν η Τζούλη, η αριστόγατα που γεννοβολάει συνεχώς, ψοφάει, η Μαρίνα αθετεί τη μητρική προσταγή της ακινησίας και χοροπηδάει ξανά, που δεν θα υποχρεωθεί να πνίξει άλλα γατάκια, που δεν θα ξανακούσει το τσιριχτό τους στο νερό. Αλλά αυτό που νιώθει δεν το ονοματίζει.

Σε κανενός τα λόγια δεν φαίνεται σχεδόν καμία τρυφερότητα. Οι φράσεις είναι κοφτές, σκληρές. Τα συναισθήματα είναι υπόκωφα, σαν πνιχτός λυγμός. Αχνοφαίνονται μόνον σε πράξεις, όπως στο πακέτο από άσπρα χαρτιά καλής ποιότητας, περισσευούμενα από καιρούς παρανομίας που της προσφέρει ο πατέρας για να ’χει να γράφει, ή στο σκεπασμένο πιάτο με το φαγητό που αφήνει η μητέρα στο τραπέζι όταν φεύγει για το εργοστάσιο για να το βρούνε τα παιδιά επιστρέφοντας απ’ το σχολείο το μεσημέρι.

Το σώμα: Στην αρχή η Μαρίνα υπάκουσε στην προσταγή της μάνας της κι έκλεισε ερμητικά το στόμα της. Τα λόγια προδίδουν και πονάνε. Ύστερα σταμάτησε να χοροπηδάει. Άμα χοροπηδάς ξεχνιέσαι, αποκαλύπτεσαι, γίνεσαι ευάλωτη στους κινδύνους. Ύστερα έγινε αόρατη, τη στιγμή που ο πατέρας σκαρφάλωνε απ’ την γκλαβανή για να κρυφτεί μαζί με τα ποντίκια στο ταβάνι κι η μητέρα εξαφανιζόταν, μην τους συλλάβουν οι «άγνωστοι». Το ίδιο βράδυ που έγινε αόρατη, κουλουριάστηκε δίπλα στον αδερφό της συνομιλώντας με τη σιωπή. Κοιμότανε πάνω σε ξύλινο μπαούλο κουλουριασμένη. Έπειτα προβιβάστηκε σε ράντζο κι ύστερα σε ντιβάνι. Αλλά ακόμη και τώρα, που μπορεί ν’ απλωθεί, λέει πως «κοιμάται άκρη-άκρη στο κρεβάτι, σφίγγει τα χέρια στο στήθος και μαζεύει τα πόδια ψηλά, μη βγούνε απ’ το μπαούλο». Γιατί το σώμα δεν ξεχνά.

Ποια είναι η Μαρίνα; Απ’ το χωριό, στην κωμόπολη, στην πρωτεύουσα. Παρακολουθεί τους ανθρώπους και τη ζωή πίσω απ’ τα κάγκελα της εξώπορτας, στην αυλή, στον περίβολο, έξω απ’ τον περίβολο. Από παντού και ως το τέλος περαστική, πηγαίνει όπου την καλούν, «θα πάει εκεί, αλλά δεν θα είναι εκεί».

Ανταρτόπληκτη από πατέρα «αντάρτη», πρόσφυγας μες στην πατρίδα της, ανάμεσα σε πρόσφυγες από άλλους τόπους, που δεν τη χώρεσαν, δεν ήταν μία απ’ αυτούς.

Είχε πολλά ονόματα: Φούσκα, Μαυροτσούκαλο, Κατσαρίδα, Γύφτισσα, Μικρή Παπαδιά, Πηνελόπα, Αυτό, Αυτή, Εκείνη. Ό,τι κάθε φορά καθρεφτιζόταν στα μάτια των οικείων της. Συχνά δεν καθρεφτιζόταν καθόλου, ήταν αόρατη, ανύπαρκτη.

Οι άνθρωποι στον κόσμο της πεθαίνουν ή από τουφεκισμό ή από φυματίωση. Κι αυτή πρέπει να σιωπά, να παραμένει ακίνητη, να διαβάζει, να πάρει το πτυχίο που θα είναι το βραχιόλι της, να φύγει από κει, να ξεφύγει, να γίνει άλλη.

Αλλά το διαπεραστικό βλέμμα της Μαρίνας βρίσκει πάντα ν’ ακουμπήσει σε ψήγματα χαράς, που τ’ ανασύρει με το σταγονόμετρο, τα μεγεθύνει κι ύστερα βαστιέται απ’ αυτά. Απ’ τα μικρά-μεγάλα της ζωής. Ένα φουστάνι καμωμένο από δωρισμένη αμερικάνικη πιτζάμα, μεταξωτή. Ένα παλτό, που με δύο καινούρια κουμπιά και βαμμένο σε άλλο χρώμα, τη μεταφέρει αξιοπρεπώς απ’ την εφηβεία στην πρώτη νεότητα. Από μισή στριφτή, χρωματιστή καραμέλα που της χαρίζει ο μπακάλης. Από τα ακατάλληλα δι’ ανηλίκους έργα που καθησυχάζουν την αδυναμία της να παρακολουθήσει τον οικονομικά απροσπέλαστο γι’ αυτήν κινηματογράφο της εποχής.

Βαστιέται από τα πρόσωπα των ανθρώπων μέσα στα τρένα και τα τραμ που περνάνε έξω απ’ το παράθυρό της. Απ’ τον γιατρό που έχει τις πόρτες του ανοιχτές δυο φορές την εβδομάδα για να δωρίζει τις υπηρεσίες του στους γείτονες.

Γραπώνεται από τις ζείδωρες μικρές ιστορίες που ξετρυπώνει στην αυλή, στον περίγυρο, έξω απ’ τον περίγυρο, ανθρώπων για τα μεγάλα θέματά τους. Τα πάθη και τους πόνους τους, τους έρωτες, τους καβγάδες και τα φιλιώματα, τις φάρσες, τα τοπικά καλλιστεία. Απ’ τα παράδοξα στις ιστορίες αυτές, σαν της Ελένης της τραγουδίστριας που είχε πατέρα συνεργάτη των Γερμανών και θείο αριστερό που πέθανε στη φυλακή. Από τους μεθυσμένους, τις πόρνες και τις όμορφες της γειτονιάς του Περιβόλου.

Κι απ’ τα στιχάκια που έγραφε για τα όνειρά της, γιατί τα όνειρα ομορφαίνουν έναν ανυπόφορο κόσμο και επινοούν αιτίες για να ζεις. Απ’ όλα όσα μπορούν να γίνουν πόροι αντοχής και ζωής, μικρές πηγές νοήματος κι ελπίδας, όχι απαραιτήτως ενοποιημένες αλλά ενοποιητικές.

Είναι απογοητευμένη η Μαρίνα στο τέλος της αφήγησης, γιατί δεν τα κατάφερε στο μέτρημα του χρόνου. Αλλά οι μνήμες είναι άχρονες. Επιστρέφουν στο παρόν με όλη την ένταση που είχαν όταν βιώθηκαν και τότε ο χρόνος μηδενίζεται. Η πράξη είναι που γεννάει την εμπειρία της χρονικότητας, την ελπίδα και την ανάμνηση. Η καταγραφή της μνήμης είναι πράξη. Αυτή είναι η δύναμη του ανθρώπου. Να πράττει και οι πράξεις του να δημιουργούν χρόνο, αφήνοντας τα ίχνη τους. Αυτό το βιβλίο είναι πράξη. Δημιουργεί ξανά το χρόνο που χάθηκε στο μέτρημα.

Στο τέλος της ιστορίας, η Μαρίνα αναρωτιέται εάν όλα όσα περιγράφει έχουν σημασία για το σήμερα. Όμως όσα έζησε η Μαρίνα είναι όσα έζησε η γενιά των γονιών μας και των παππούδων μας κι όσα στιγμάτισαν τη δική μου γενιά, μέσα απ’ τις θρυμματισμένες αφηγήσεις των γονιών μας, και των γονιών των γονιών μας που δεν γνωρίσαμε. Είναι η αφήγηση του πατέρα μου για τον δικό του που ξυλοκοπήθηκε μέχρι θανάτου με λοστό από ανθρώπους με «σκούρα καπέλα που μισοκρύβαν τα μάτια» και η αφήγηση της μητέρας μου για τον πατέρα της που απήχθη «όμηρος από αντάρτες», πέθανε στη βάρκα και τον ξέβρασε η θάλασσα. Η ιστορία της Μαρίνας είναι ιστορίες ανθρώπων ισόποσα πληγωμένων, καθένας από την «άλλη πλευρά», που συνέτυχαν ο ένας στον δρόμο του άλλου και πάσχισαν –κι ακόμα πασχίζουν– να συνυπάρξουν πέρα και πάνω απ’ τα τραύματά τους.

Η Φούλα Πισπιρίγκου φτιάχνει με την ιστορία της Μαρίνας ένα βάλσαμο για τραύματα αμοιβαία, φέρνει το παρελθόν στο παρόν, πραγματώνει τον χρόνο και μας βοηθάει να ανασυνθέσουμε το χθες στο σήμερα, ώστε να μπορέσουμε να οραματιστούμε το αύριο. Η ιστορία της Μαρίνας είναι η ιστορία της σύγχρονης Ελλάδας, κι η ανάγνωση αυτού του βιβλίου είναι ένα ταξίδι εντός μας.

 

Η Μπετίνα Ντάβου είναι καθηγήτρια Ψυχολογίας στο Εθνικό & Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών.

 

Περίβολος Αγίου Διονυσίου 11
Φούλα Πισπιρίγκου
Sestina
172 σελ.
ISBN-13: 978-618-82296-7-9
Τιμή: €12
001 patakis eshop

 

Τα σχόλια σας

Κάντε το σχόλιο σας, με σύνδεση από το facebook ή συμπληρώστε τα στοιχεία σας, στην παρακάτω φόρμα.

 


Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
ΚΡΙΤΙΚΕΣ > ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ
Ξενοφών Ε. Μαυραγάνης: «Εφτά και κάτι νύχτες»

Ο Ξενοφώντας Ε. Μαυραγάνης (Πλωμάρι, 1940), δικηγόρος και δημοσιογράφος για πολλά χρόνια στη Θεσσαλονίκη, πάντα ανήσυχος και δραστήριος, μετά τη συνταξιοδότησή του επιστρέφει ορμητικά στη γενέτειρά...

ΚΡΙΤΙΚΕΣ > ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ
Κώστας Λογαράς: «Τα πουλιά με το μαύρο κολάρο»

Η ιδιαίτερη περίπτωση του Κώστα Λογαρά ως συγγραφέα (ζητώ συγνώμη εκ των προτέρων για τον διθυραμβικό τόνο που θα ακολουθήσει, καθώς δεν βρήκα διαβάζοντας τίποτα το αρνητικό στο βιβλίο), και όχι...

ΚΡΙΤΙΚΕΣ > ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ
Βασίλης Δανέλλης: «Νεκρές ώρες»

Μέσα στη χορεία των αντιηρώων-πρωταγωνιστών της λεγόμενης νουάρ αστυνομικής σχολής, εξέχουσα θέση κατέχει ο πληρωμένος δολοφόνος, το μισθωμένο πιστόλι, ο εκτελεστής. Τούτο όχι πάντοτε για λόγους...

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΕΙΣ

ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΙ

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Το μήνυμά σας

Διεύθυνση

Πτολεμαίων 4
(Πλατεία Προσκόπων)
11635 Αθήνα,
Τηλ.-fax: 210.7212307
info@diastixo.gr
ISSN: 2585-2485

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

Εγγραφείτε τώρα στο newsletter μας και μάθετε πρώτοι τα τελευταία νέα για το βιβλίο και για τις τέχνες.

 

Το email σας: