Τηλέμαχος Μαράτος: «Σκάζκα» κριτική του Μ. Ζ. Κοπιδάκη

Ως προς την εκλογή και τη σύνθεση των λέξεων, το ύφος του διακρίνεται για τη χαρίεσσα απλότητα, τη σαφήνεια, τη συντομία και την ορθοέπεια. Τα διανοήματα (και κυρίως τα κινήματα της ψυχής του) διατυπώνονται, για να θυμηθούμε τον Ερμογένη, με διάφορες ποιότητες ύφους, όπως η δριμύτητα κεφαλονίτικης κοπής, η σφοδρότητα δημοσθενικής εμπάθειας και, βέβαια, η ευτραπελία νοουμένη ως πεπαιδευμένη ύβρις.

Διάβασα το νέο μυθιστόρημα του Τηλέμαχου Μαράτου μονορούφι, όπως πίνω ένα ποτήρι δροσερό νερό. Συνάντησα βέβαια και δυσκολίες, γιατί παρά τις υποσελίδιες σημειώσεις, ο κόσμος της πολυτελούς διαβίωσης που αναδύεται λαμπερός μέσα από τις σελίδες δεν μου είναι οικείος. Προσπάθησα καταφεύγοντας σε λεξικά, εγκυκλοπαίδειες, ακόμη και στην περιώνυμη πραγματεία του Pierre Bourdieu, που φέρει τον εύγλωττο τίτλο Η διάκριση, να μάθω κάτι παραπάνω για τις ενδυματολογικές προτιμήσεις, τις διατροφικές συνήθειες και τους τρόπους συμπεριφοράς αυτής της κοινωνικής ομάδας, την οποία οι μεν ονομάζουν υψηλή αριστοκρατία, οι δε αργόσχολη τάξη. Κατέληξα, ωστόσο, στο αποκαρδιωτικό συμπέρασμα ότι όλα αυτά αποτελούν βιωματική γνώση, εμπειρίες των πέντε αισθήσεων και επ' ουδενί λόγω βιβλιακή σοφία. Ή λοιπόν τα έχει ζήσει αυτά κάποιος παιδιόθεν ή ειδάλλως ας μη βασανίζεται ματαίως, δεν θα τα μάθει ποτέ. Κι αν κάποτε του χαμογελάσει η Τύχη για λίγο, ας μην αποτολμήσει δίκην χαμαιλέοντος να προσαρμοσθεί στους κανόνες της άνεσης και της ευζωίας, γιατί στο τέλος θα γελοιοποιηθεί. Ελπίζω πάντως ότι άλλοι αναγνώστες θα είναι σε θέση να εκτιμήσουν την ελαστικότητα μιας κιλότας ιππασίας από τον Lord ή ένα κοκτέιλ Bellini, ή και τα μικροσκοπικά ortolan που καταβροχθίζονται ολόκληρα και που, όπως μαθαίνω από τον νέο Δειπνοσοφιστή, ήταν το τελευταίο γεύμα του αειμνήστου σοσιαλιστή προέδρου της Πέμπτης Γαλλικής Δημοκρατίας Φρανσουά Μιτεράν.

Από την άποψη του περιεχομένου, σε ποια κατηγορία μυθιστορημάτων θα μπορούσε να κατατάξει κανείς τη Σκάζκα; Εκ πρώτης όψεως, φαίνεται ότι πρόκειται για μιαν αφήγηση picaresque ή έστω για κοσμοπολίτικο μυθιστόρημα σαν αυτά που φιλοτεχνούσε ο Χένρι Τζέιμς ή ακόμη για το είδος εκείνο που άνθισε κατά τη βικτοριανή περίοδο και που οι Άγγλοι αποκαλούν «ασημένιο πιρούνι». Τα μυθιστορήματα αυτά περιέγραφαν με κάθε λεπτομέρεια τα έργα και τις ημέρες, τα καμώματα και τα καπρίτσια των ανθρώπων εκείνων που γεννήθηκαν με το χρυσό κουτάλι στο στόμα. Ο κοσμάκης, λοιπόν, που ήθελε να δώσει τροφή στις φαντασιώσεις του έσπευδε να βυθιστεί στις απολαυστικές τους σελίδες και θεωρώντας τους πορφυρογέννητους και τους προνομιούχους γενικότερα ως «κανονιστική ομάδα αναφοράς», προσπαθούσε μιμούμενος τη συμπεριφορά τους να ταυτιστεί μαζί τους ή έστω να βιώσει εξ αντανακλάσεως τον τρόπο ζωής τους.

Τα παρακειμενικά στοιχεία ενός έργου, όπως είναι οι τίτλοι και η τοποχρονολογία, αποδεικνύονται ενίοτε εξόχως διαφωτιστικά για τη σκοποθεσία και τη «διάνοιάν» του. Ο τίτλος Σκάζκα, ψευδώνυμο της ηρωίδας, σημαίνει στα ρωσικά «παραμύθι». Και ο υπότιτλος όμως «Σαν παραμύθι» είναι αποκαλυπτικός. Πρόκειται λοιπόν για ένα σύγχρονο ή, ακριβέστερα, για ένα επικαιροποιημένο παλαιό παραμύθι, το οποίο θα μπορούσε να αναλυθεί μορφολογικά και δομικά με βάση τη θεωρία του μεγάλου Ρώσου φορμαλιστή Βλαδιμήρου Πρόποτ, την οποία ανέπτυξε στην πρωτοποριακή μελέτη του Μορφολογία του παραμυθιού. Ο ήρωας πάντως –η ηρωίδα με την πυρρόξανθη χαίτη, για να ακριβολογούμε– περνά μια σειρά από οδυνηρές δοκιμασίες για να καταλήξει στο ποθούμενο, τον γάμο με τον Ιταλό υποκόμη.

Ο σχεδόν παντογνώστης τριτοπρόσωπος αφηγητής είναι Laudator temporis acti, όπως θα έλεγε ο Οράτιος: επαινέτης του παρελθόντος χρόνου, και μάλιστα της εποχής εκείνης κατά την οποία ακριβώς οι ανώνυμοι τεχνίτες του λόγου δημιούργησαν το ευρωπαϊκό λαϊκό παραμύθι με τις χλωμές πυργοδέσποινες, τις ροδομάγουλες χωριατοπούλες, τους σκληρούς αλλά και μεγαλόψυχους άρχοντες και τους ψυχωμένους τυχοδιώκτες που διεκδικούσαν το χέρι της πριγκίπισσας και το μισό βασίλειο ως ανταμοιβή της αποκοτιάς τους. Πρόκειται ακριβώς για την εποχή του τιμαριωτισμού, δηλαδή της φεουδαρχίας. Το γαιοκτημονικό και στρατιωτικό αυτό σύστημα είχε διαμορφωθεί στο σχήμα πυραμίδας, στην κορυφή της οποίας βρισκόταν ο ηγεμών και στην πλατιά της βάση φυτοζωούσαν οι αγρότες δουλοπάροικοι. Στον ενδιάμεσο χώρο κινούνταν οι ποικιλώνυμοι άρχοντες και ευγενείς: βαρόνοι, κόμητες, δούκες et hoc genus omne. Όμως η φεουδαρχία με την κλειστή οικονομία, τις συντεχνίες και τις ιεραρχικές δομές, με τα προνόμια και τη θεσπισμένη «εκ Θεού» ανισότητα άρχισε να κλονίζεται ήδη από τον 11ο αιώνα και η κατάρρευσή της ολοκληρώθηκε τον 18ο και 19ο αιώνα. Ο ολετήρας της φεουδαρχίας ήταν, βέβαια, η αστική τάξη. Ιδού πως υμνολογούν με λυρικούς τόνους οι θεμελιωτές της κοινωνιολογίας τα αποτελέσματα της κατεδάφισης:

«Η αστική τάξη έπαιξε στην Ιστορία έναν ρόλο εξόχως επαναστατικό. Παντού όπου η αστική τάξη ήρθε στην εξουσία κατέστρεψε όλες τις φεουδαρχικές, πατριαρχικές και ειδυλλιακές σχέσεις. Συνέτριψε ανοικτιρμόνως όλους τους πολυποίκιλους φεουδαρχικούς δεσμούς που συνδέανε τον άνθρωπο με τους φυσικούς ανωτέρους του και δεν άφησε κανέναν άλλο δεσμό ανάμεσα σε άνθρωπο με άνθρωπο από το γυμνό συμφέρον, από την αναίσθητη πληρωμή τοις μετρητοίς. Έπνιξε στα παγωμένα νερά του εγωιστικού υπολογισμού τα ιερά ρίγη του ευλαβικού ρεμβασμού, του ιπποτικού ενθουσιασμού, της μικροαστικής μελαγχολίας. Μετέτρεψε την προσωπική αξιοπρέπεια σε ανταλλακτική αξία και στη θέση των απειράριθμων γραφτών και των έντιμα αποκτημένων ελευθεριών έβαλε τη μοναδική ασυνείδητη ελευθερία του εμπορίου κ.τ.λ., κ.τ.λ.». Αυτά ο Κάρολος Μαρξ και ο Φρειδερίκος Ένγκελς στο περιώνυμο Μανιφέστο τους. Επανερχόμενοι στο μυθιστόρημα, κατανοούμε τη βαθιά περιφρόνηση που νιώθει η Αγγλίς σύζυγος του Ντον Φερρούτσιο για τους αστούς, τους οποίους θεωρεί χειρότερους και από τους χωριάτες.

Ο Τηλέμαχος Μαράτος με την εμπειρία ζωής που διαθέτει, γιατί όπως ο ομηρικός Οδυσσέας πολλών ανθρώπων ίδεν άστεα και νόον έγνω, και με το «Απόκρυφο της Τέχνης» του συνθέτει μια τρυφερή ελεγεία γι' αυτόν τον κόσμο, που βούλιαξε στο χάσμα του καιρού. Νησίδες ωστόσο έμειναν και άλλες όλο και αναδύονται μέσα στο αναπεπταμένο και ταραγμένο πέλαγος της παγκοσμιοποίησης. Θα τολμούσα να ισχυρισθώ ότι ο γαμήλιος δεσμός του υποκόμητος Τζιαν Τζούλιο Τσέζαρε Κασταλεόν ντε Σέλβο, ή επί το συντομότερον Τζίτζι, και της θυγατέρας του Ρώσου χωροφύλακα, της εκθαμβωτικής καλλονής Αναστάζια Πετρόβνα Βλάσοβνα, δίνει σάρκα και οστά σε μια ρομαντική βεβαίως ελπίδα, για να μην πω φαντασίωση, ότι η παλαιά κορυφή και η προαιώνια βάση μπορούν ξανά να επικοινωνήσουν αποσκορακίζοντας το οσημέραι συρρικνούμενον μέσον.

Το μυθιστόρημα του Τηλέμαχου Μαράτου είναι συνάμα περιπετειώδες παραμύθι, ουτοπία ευσεβών πόθων, αλλά και έργο πολιτικού στοχασμού – και, πάνω απ' όλα, μια συναρπαστική αφήγηση. Φθονεροί Αγγλοσάξονες θεωρητικοί διισχυρίζονται ότι μυθιστόρημα, το λογοτεχνικό είδος δηλαδή που δεν διέπεται από αυστηρούς κανόνες, μπορεί να γράψει ο οποιοσδήποτε έχει στη διάθεσή του έξι εβδομάδες άδειας από τη βιοποριστική εργασία του, χαρτί, κονδυλοφόρο και δεν δέχεται μακρόσυρτα τηλεφωνήματα από τη σύζυγό του. Λάθος εκτίμηση. Όλα αυτά, ο ελεύθερος χρόνος, χαρτί, μελάνη και η απαλλαγή από τις οχλήσεις της (ή του) συζύγου χρειάζονται. Όμως απαραίτητη προϋπόθεση είναι ο συγγραφέας ο ίδιος να έχει εξελιχθεί ήδη σε μυθιστορηματικό ήρωα. Και ο θαλερός Τηλέμαχος έχει εξελιχθεί.

001 patakis eshop
Σκάζκα

Σαν παραμύθι
Τηλέμαχος Μαράτος
Θίνες
224 σελ.
Τιμή € 15,98

 

Τα σχόλια σας

Κάντε το σχόλιο σας, με σύνδεση από το facebook ή συμπληρώστε τα στοιχεία σας, στην παρακάτω φόρμα.

 


Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
ΚΡΙΤΙΚΕΣ > ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ
Παναγιώτης Βλάχος: «Το blues της ανεργίας»

Την πορεία της οικονομικής κρίσης στην Ελλάδα, μέσα από την ιστορία ενός ζευγαριού, από το «έτος μηδέν» ή αλλιώς το 2010, έτος έναρξης της κρίσης, μέχρι λίγο μετά που ένα «όχι» γίνεται «ναι»...

ΚΡΙΤΙΚΕΣ > ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ
Παναγιώτης Κουσαθανάς: «Ασύνταχτα μένουν τα δύσκολα»

Ο τόπος και η ψυχή του – μύθος και ιστορία της νήσου Μυκόνου Όσοι αγαπούν την ανάγνωση, όσοι βλέπουν τα βιβλία σαν μια νοητή προέκταση και του χεριού και της σκέψης, αυτοί θα καταλάβουν τι εννοώ λέγοντας ότι...

ΚΡΙΤΙΚΕΣ > ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ
Γιώργος Δουατζής: «Ο μουσουργός»

Ο Αλέξανδρος ήταν το καμάρι της μητέρας του. Έπαιζε υπέροχα πιάνο κι αυτή του το ζητούσε επίμονα να παίξει για να τον ακούσουν οι συγγενείς και φίλοι που έρχονταν στο σπίτι. Πόσο καμάρωνε, που ήταν...

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΕΙΣ

ΕΙΔΗΣΕΙΣ

ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΙ

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Το μήνυμά σας

Διεύθυνση

Πτολεμαίων 7
(Πλατεία Προσκόπων)
11635 Αθήνα,
Τηλ.-fax: 210.7212307
info@diastixo.gr
ISSN: 2585-2485

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER