«Από την Αλεξάνδρεια του Καβάφη»

«Από την Αλεξάνδρεια του Καβάφη»

Αιγυπτιώτης και ο ίδιος, με μακρόχρονη θητεία στην πρωτοποριακή δημιουργική προσέγγιση και διδασκαλία της εκφραστικής κίνησης, της μιμικής και του αυτοσχεδιασμού, ο Γιώργος Γαλάντης μετουσιώνει τα σαράντα επιλεγμένα ποιήματα του Καβάφη σε ισάριθμα θεατρικά ταμπλό όπου το στατικό δισδιάστατο του ζωγραφικού πίνακα συναντιέται και εναρμονίζεται με το κινούμενο τρισδιάστατο της σκηνικής απεικόνισης. Με ελάχιστα υλικά μέσα (των οποίων η λιτότητα ή και η απουσία μετατρέπεται ευφυώς σε εργονομικό στοιχείο της παράστασης) και με την ευρηματική χρήση των φωτισμών και της μουσικής επένδυσης, πετυχαίνει εντυπωσιακά την ανασύσταση της ατμόσφαιρας μιας πολύχρωμης, κοσμοπολίτικης Αλεξάνδρειας των αρχών του εικοστού αιώνα, ανάγοντας την πόλη σε οργανική οντότητα του σκηνικού χώρου, αθέατη κι όμως επίμονα, αδιαμφισβήτητα παρούσα.

Αξιοποιώντας την πολυάριθμη και γοητευτικά ετερόκλητη ομάδα του Εργαστηρίου, η συχνά απροσδόκητη διανομή των ρόλων αναδεικνύει την πανανθρώπινη εμβέλεια του καβαφικού έργου. Ο ποιητής/αφηγητής ενσαρκώνεται τόσο από τον κάθε ερμηνευτή ξεχωριστά (μέσω της απαγγελίας των ποιημάτων ως θεατρικών μονολόγων ή διαλόγων), όσο και από τον πανταχού παρόντα «χορό» που σχολιάζει τα τεκταινόμενα – με τη μορφή πότε ενός πλήθους παρευρισκομένων σε επίσημη τελετή και πότε μιας νεανικής παρέας στριμωγμένης στο κρεβάτι ενός πανδοχείου. Αλλάζει διαρκώς πρόσωπα και προσωπεία, διαθέσεις και ψυχικές καταστάσεις που αντανακλούν την αέναη, εκμαυλιστική κυκλοθυμία της πόλης του. Και την ίδια στιγμή κρύβεται πίσω από μισόκλειστες κουρτίνες και κατεβασμένα στόρια, γίνεται ένα με τους ίσκιους στις απόμερες γωνιές, για να ατενίσει με ηδονοβλεπτική προσήλωση τον ιδιωτικό και δημόσιο βίο πραγματικών ή φανταστικών προσώπων (ως και το «είδωλο του νέου σώματός του», σ’ έναν απροκάλυπτα ναρκισσιστικό όσο και μελαγχολικά ενδοσκοπικό αντικατοπτρισμό), αλλά και για να καταγράψει μέσα απ’ το πρίσμα ενός φλεγματικά αμείλικτου σαρκασμού τα κοινωνικά και ιστορικά δρώμενα που εκτυλίσσονται σε μια υπερβατική σύμπτυξη του χωροχρόνου.

Τόσο στην εξιστόρηση του άμεσου βιώματος όσο και στις αναφορές σε εξωτερικά στοιχεία και γεγονότα, η ποίηση του Καβάφη διέπεται από μια πυκνότητα σχεδόν ασφυκτική, η οποία με την πρώτη ματιά φαίνεται δύσκολο να αποδοθεί θεατρικά. Όχι σπάνια, το τρίτο πρόσωπο της αφήγησης είναι εξίσου συγκινησιακά ή αισθησιακά φορτισμένο με το πρώτο ή το δεύτερο, καταργώντας τα όρια υποκειμενικού και αντικειμενικού. Ωστόσο, το λακωνικό της περιγραφής και η αποσπασματική αναβίωση της εμπειρίας λειτουργούν στην ουσία ως σκηνοθετικές οδηγίες, απομονώνοντας και φέρνοντας σε πρώτο πλάνο τα ζωντανά, παλλόμενα θραύσματα της ανάμνησης – ψηφίδες ενορχηστρωμένες σε καίρια αλληλουχία ώστε να υποδεικνύουν με αιφνιδιαστική σαφήνεια το πλήρες στιγμιότυπο. Η οπτικοποίηση αυτής ακριβώς της αφαιρετικότητας δίνει το αισθητικό όσο και φιλοσοφικό στίγμα της παράστασης, τιμώντας με το παραπάνω το χαρακτηρισμό «θεατρική εικονογράφηση» καθώς μεταφέρει με εξαιρετική πιστότητα στη σκηνή όχι μόνο το πνεύμα, αλλά και το ίδιο το ύφος της καβαφικής ποίησης.

Άψογα χορογραφημένες, οι σαράντα αυτές ποιητικές/θεατρικές βινιέτες εκμεταλλεύονται στο έπακρο τον σκηνικό χώρο και χρόνο, συνοδευόμενες από ένα εύστοχα διαλεγμένο μουσικό μωσαϊκό που είτε υπογραμμίζει τη διαχρονικότητα του καβαφικού στοχασμού (ο νευρώδης, οργισμένος ρυθμός του Another Brick in the Wall στα Τείχη, για παράδειγμα) είτε συμβάλλει στη δημιουργία ενός ανατριχιαστικά υποβλητικού κλίματος που θυμίζει λιτανεία του Επιταφίου (Κεριά). Όπως και η πολυπολιτισμική Αλεξάνδρεια, η μουσική υπόκρουση παντρεύει την Ανατολή με τη Δύση και το παρόν με το παρελθόν, αγκαλιάζοντας και αφομοιώνοντας εγγενείς αντιφάσεις, ενδογενείς και εξωγενείς αντιθέσεις και ετερογενείς αντιδράσεις.

Η παράσταση του Θεατρικού Εργαστηρίου Καλλιθέας αποδεικνύει περίτρανα πως όταν υπάρχει γνήσιο πάθος για την τέχνη, τολμηρά πρωτότυπες ιδέες, ταλέντο και όρεξη για δουλειά και συνεργασία, ακόμα και μια απολύτως στοιχειώδης υλική υποδομή είναι υπεραρκετή ώστε το αποτέλεσμα να μην έχει κυριολεκτικά τίποτα να ζηλέψει από πανάκριβες θεατρικές και άλλες παραγωγές. Καθώς αποχαιρετούσαμε την Αλεξάνδρεια μαζί με τον μυστικό θίασο και τις εξαίσιες μουσικές του, σκεφτόμουν πως το ποίημα Όσο μπορείς αμέσως πριν από το συγκλονιστικό φινάλε αποτελεί την ιδεολογική πεμπτουσία και το υπόβαθρο της κάθε είδους καλλιτεχνικής έκφρασης που σέβεται τους αποδέκτες της αλλά, πρώτα και πάνω απ’ όλα, τον εαυτό της.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Οι παραστάσεις συνεχίζονται και σε άλλες πόλεις της Ελλάδας.

 

Τα σχόλια σας

Κάντε το σχόλιο σας, με σύνδεση από το facebook ή συμπληρώστε τα στοιχεία σας, στην παρακάτω φόρμα.

 


Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
ΘΕΑΤΡΟ
«Εμμανουήλ Ροΐδης: “Το παράπονο του νεκροθάπτου”» της Ελένης Λιντζαροπούλου

 Περισσότερα από 120 χρόνια μας χωρίζουν από τις επίκαιρες και οδυνηρές αλήθειες που η πένα του Εμμανουήλ Ροΐδη αποτυπώνει στο διήγημα «Το παράπονο του νεκροθάπτου». Η ελληνική κοινωνία του 19ου...

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΕΙΣ

ΕΙΔΗΣΕΙΣ

ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΙ

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Το μήνυμά σας

Διεύθυνση

Πτολεμαίων 4
(Πλατεία Προσκόπων)
11635 Αθήνα,
Τηλ.-fax: 210.7212307
info@diastixo.gr
ISSN: 2585-2485

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

Εγγραφείτε τώρα στο newsletter μας και μάθετε πρώτοι τα τελευταία νέα για το βιβλίο και για τις τέχνες.

 

Το email σας: