ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΘΕΣΗ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗΣ ΤΟΥ ΣΤΕΡΓΙΟΥ ΣΤΑΣΙΝΟΠΟΥΛΟΥ της Ανθούλας Δανιήλ

Ο Στέργιος, που έχει το μέγα πλεονέκτημα της ευλογημένης θέας από το μπαλκόνι του εργαστηρίου του. Όγδοος όροφος στα Τουρκοβούνια και η πόλη στα πόδια του άπειρη και πιο πέρα «το γαλάζιο κορμί της γοργόνας», όπως έλεγε ο Σεφέρης. Το βλέμμα του καλλιτέχνη δεν σκοντάφτει σε κεραίες τηλεοράσεων, δεν μπλοκάρεται σε στενούς δρόμους και σοκάκια, δεν ψάχνει να βρει το επικαιρικό που θα τον λυπήσει. Το παρακάμπτει και πάει παραπέρα. Κοιτάζει το αρχιτεκτόνημα της Αττικής, το αέτωμα των βουνών της, την πόλη της Αθήνας, την Ακρόπολη, τη θάλασσα του Πειραιά. Δεν μπορώ να μη θυμηθώ τον Ελύτη, που χαρακτήρισε το διαμέρισμά του πλεούμενο: «...το σκάφος μου ένας χώρος ίσαμε δεκαπέντε βήματα μάκρος που ανεβοκατεβαίνει ολοένα και προχωρεί ανάμεσα Ηρακλείτου και Πινδάρου με κατεύθυνση την Ακρόπολη και πιο πέρα, τα Φάληρα, τις Αίγινες» (Ιδιωτική οδός).

ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΘΕΣΗ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗΣ ΤΟΥ ΣΤΕΡΓΙΟΥ ΣΤΑΣΙΝΟΠΟΥΛΟΥ της Ανθούλας Δανιήλ

Ανάμεσα Ηρακλείτου και Πινδάρου; Δηλαδή ανάμεσα σε δυο στενούς δρόμους κάθετους που ζώνουν ασφυκτικά τη Σκουφά 23, στη Σόλωνος; Με τα αυτοκίνητα και τον θόρυβο; Όχι. Αλλά ανάμεσα σ' έναν φιλόσοφο «υπερρεαλιστή» κι έναν ποιητή, πυλώνα της ελληνικής γλώσσας. Και από το μπαλκόνι «η θέα εκτείνεται μαγευτική μέχρι των νήσων του Σαρωνικού». Μα αυτός ο στίχος είναι του Νίκου Εγγονόπουλου! Ναι, γιατί και ο Εγγονόπουλος –ποιητής και ζωγράφος– «έκραζε» τον Μπολιβάρ του καθισμένος στην πιο ψηλή κορυφή του βουνού Έρε της Ύδρας, από όπου έβλεπε μέχρι τη Λατινική Αμερική! Γιατί κι εκείνος αγαπούσε τη θέα. Αγαπούσε το τοπίο και το απεικόνιζε με λόγια-ποίηση και με σχήμα και χρώμα-ζωγραφιά: «Είμαστε βέβαια ιδιαίτερα προνομιούχοι με την ομορφιά του τόπου μας, όταν ήδη από το εργαστήριό μου, χωρίς να μετακινηθώ καθόλου, έχω μπροστά μου το μεγαλείο της Ακρόπολης, τον Λυκαβηττό και σαν δυο βήματα πιο κάτω την Αίγινα, τα βουνά της Πελοποννήσου, μέχρι την Ύδρα», λέει ο Στασινόπουλος.

Εδώ, λοιπόν, σ' αυτόν τον ίδιο τόπο, τρεις άντρες, δυο ποιητές και δυο ζωγράφοι (ο ένας με διπλή ιδιότητα) μιλούν για την ίδια θέα, για την ίδια θάλασσα. Δεν είναι τυχαίος ούτε ο τόπος ούτε οι άνθρωποι που συναντώνται ο καθένας με τα δικά του όπλα.

Και, βέβαια, μιλήσαμε για ώρα Ελλάδος. Για ώρα σωστή και η ώρα η σωστή θα τον βρει άλλοτε στις Αλυκές της Λευκάδας, άλλοτε στην Άχλα της Άνδρου, άλλοτε στο θαλάσσιο στενό Άνδρου-Τήνου, άλλοτε στη θάλασσα με το καράβι και ακόμα στο σπίτι του ψηλά ριζωμένο, πύργος φυτρωμένος θα έλεγες που βγήκε καστανοκόκκινος σαν ώριμος καρπός μέσα από το χρυσοφρυγανισμένο χώμα. Κι ενώ νομίζεις πως όλη η γη τριγύρω έχει αρπάξει φωτιά από τον ήλιο, ψηλά ένας ουρανός με το δροσερό του μπλε αποφορτίζει την έντασή της και φέρνει την ισορροπία στον κόσμο. Ο ποιητής, συγγνώμη, ο ζωγράφος ήθελα να πω, έχει προκαταβολικά δηλώσει: «Στη δουλειά μου στέκομαι, βέβαια, με θαυμασμό στη σπουδαία ζωγραφική, αλλά περισσότερο ίσως με επηρεάζει η μουσική, ενώ συγχρόνως με κατακλύζει η αγάπη μου για τη φύση. Και γι' αυτό με έλκει κυρίως το τοπίο».

Τον «έλκει» το τοπίο κι εκείνος αφήνεται στην έλξη του. Από αυτήν την ανταπόκριση, φυσικό είναι να προκύψει η ισορροπία. Η σωστή, η τέλεια ώρα, όπου τα σχήματα και τα χρώματα θα ανταποκριθούν για να στήσουν στον καμβά το απείκασμα της ιδέας-Ελλάδας στα μέτρα του ανθρώπου. Της ιδέας του παραδείσου που θα σου επιτρέψει να ονειρευτείς ότι είσαι κι εσύ μέρος αυτού του παραδείσου. Μέρος μόνο γιατί, αν εξαιρέσουμε τα ελάχιστα γυναικεία πορτρέτα και τις δικές του αυτοπροσωπογραφίες, το τοπίο κυριαρχεί. Ο άνθρωπος είναι μια λεπτομέρεια μέσα στα έργα, σαν εκείνον τον ποδηλάτη στο εξώφυλλο του κομψού ενημερωτικού εντύπου. Κι ο θεατής που κοιτά τους πίνακες νομίζει πως είναι εκεί. Θέλει να είναι εκεί. Να τον ζεστάνει ο ήλιος, να τον δροσίσει η θάλασσα, να του σφυρίξει ο αέρας, να τον χαιρετήσουν τα σείστρα των δέντρων –η μουσική που λέγαμε– να τον παρηγορήσει και να παραμερίσει όλα τα δεινά της ζωής, που τον εμποδίζουν να δει την ομορφιά του κόσμου. Κι ο ζωγράφος είναι εκεί μεσολαβητής με άκρα ευαισθησία και σεμνότητα. Με απλή μοντέρνα, αλλά και παραδοσιακή πινελιά. Με σεβασμό στο τοπίο, με απόλυτη αίσθηση της αξίας και της αξιοποίησης του χρώματος. Με τα αρώματα της ελληνικής φύσης, που νιώθεις να αναδύονται μέσα από τον καμβά μεθυστικά και θέλεις να φωνάξεις σαν τον Ανδρέα Κάλβο: «Μοσχοβολάει το κλίμα σου, ω φιλτάτη πατρίς μου...»


 

Τα σχόλια σας

Κάντε το σχόλιο σας, με σύνδεση από το facebook ή συμπληρώστε τα στοιχεία σας, στην παρακάτω φόρμα.

 


Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΕΙΣ

ΕΙΔΗΣΕΙΣ

ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΙ

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Το μήνυμά σας

Διεύθυνση

Πτολεμαίων 7
(Πλατεία Προσκόπων)
11635 Αθήνα,
Τηλ.-fax: 210.7212307
info@diastixo.gr
ISSN: 2585-2485

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER