«Ο κάτοικος της Καρκόσα» του Αμπρόουζ Μπιρς
«Ο κάτοικος της Καρκόσα» του Αμπρόουζ Μπιρς

«Ο κάτοικος της Καρκόσα» του Αμπρόουζ Μπιρς

Mετάφραση: Βερίνα Χωρεάνθη

Υπάρχουν, λοιπόν, διαφορετικά είδη θανάτου – με κάποια το σώμα παραμένει, ενώ με κάποια άλλα σβήνει και χάνεται μαζί με το πνεύμα.

Αυτό το τελευταίο συμβαίνει μόνο στη μοναξιά (έτσι είναι το θέλημα του Θεού) και, αφού κανείς δεν μπορεί να δει το τέλος, λέμε ότι ο άνθρωπος χάνεται ή ότι πηγαίνει ένα μακρύ ταξίδι – κάτι που όντως ισχύει. Άλλοτε πάλι έχει τύχει να συμβεί ενώπιον άλλων, όπως έχουν δείξει πάμπολλες μαρτυρίες. Σε κάποιες περιπτώσεις θανάτου έχει τύχει να πεθάνει το πνεύμα, ενώ είναι γνωστό ότι το σώμα παραμένει ακμαίο για πολλά χρόνια ακόμα. Άλλες φορές, σύμφωνα με έγκυρες μαρτυρίες, το πνεύμα πεθαίνει μαζί με το σώμα, αλλά ύστερα από ένα διάστημα ανασταίνεται και πάλι στο ίδιο εκείνο μέρος όπου συντελέστηκε η αποσύνθεση του σώματος.

Καθώς αναλογιζόμουν αυτά τα λόγια του Αλί (ο Θεός ας τον αναπαύσει) χωρίς να είμαι και τόσο σίγουρος για την ουσιαστική σημασία τους, εφόσον είχα βέβαια τις υποψίες μου αλλά αμφέβαλλα κιόλας για το αν έκρυβαν κάποιο βαθύτερο νόημα πέρα από εκείνο που είχα ήδη αντιληφθεί, δεν κατάλαβα ότι είχα χάσει τον δρόμο μου μέχρι που μια ξαφνική ριπή ψυχρού αέρα με χτύπησε στο πρόσωπο, φέρνοντάς με και πάλι σε επαφή με το περιβάλλον μου. Με έκπληξη διαπίστωσα ότι όλα γύρω μου ήταν άγνωστα. Δεξιά κι αριστερά μου απλωνόταν μια απέραντη, σκοτεινή και έρημη πεδιάδα, καλυμμένη με πυκνό και ψηλό ξερό γρασίδι, που θρόιζε και σφύριζε με τον φθινοπωρινό αέρα, κι ένας Θεός ξέρει πόσα μυστήρια και ανησυχητικά πράγματα ήθελε να πει. Ανά μεγάλα διαστήματα υψώνονταν βράχοι με παράξενο σχήμα και μουντό χρώμα που έμοιαζαν να συνεννοούνται μεταξύ τους και να ανταλλάσσουν ματιές αδιευκρίνιστης σημασίας, σαν να είχαν σκύψει το κεφάλι τους για να παρακολουθήσουν την εξέλιξη ενός προδιαγεγραμμένου γεγονότος. Κάτι ξεριζωμένα δέντρα εδώ κι εκεί έμοιαζαν να είναι οι αρχηγοί σ’ αυτή την κακόβουλη συνωμοσία της σιωπηλής προσμονής.

Σκέφτηκα ότι θα έπρεπε να ήταν προχωρημένη η μέρα, αν και ο ήλιος δεν φαινόταν πουθενά. Και παρόλο που αντιλαμβανόμουν ότι ο αέρας ήταν τραχύς και ψυχρός, η αντίληψη αυτή που είχα ήταν περισσότερο πνευματική και λιγότερο σωματική – δεν ένιωθα καθόλου άσχημα. Πάνω από το μελαγχολικό τοπίο, ένας ουρανός γεμάτος με βαριά, μολυβένια σύννεφα κρεμόταν σαν μια κατάρα με υπόσταση χειροπιαστή. Υπήρχε σε όλα αυτά κάτι σαν απειλή, σαν ένας οιωνός – μια υποψία κακού, μια υπόνοια καταστροφής. Δεν φαινόταν πουθενά ούτε πουλί, ούτε ζώο, ούτε έντομο. Ο άνεμος αναστέναζε μέσα από τα γυμνά κλαδιά των νεκρών δέντρων και το γκρίζο γρασίδι έσκυβε για να ψιθυρίσει το φοβερό μυστικό του στη γη. Αλλά κανένας άλλος ήχος ούτε κίνηση δεν έσπαγε την ανυπόφορη ακινησία του καταθλιπτικού τοπίου.

Παρατήρησα μέσα στη βλάστηση κάτι ανεμοδαρμένες πέτρες, που προφανώς τους είχε δώσει σχήμα κάποιο εργαλείο. Ήταν σπασμένες, καλυμμένες με μούχλα και μισοθαμμένες στο χώμα. Κάποιες ήταν πεσμένες μπρούμυτα, άλλες ήταν γερμένες σε διάφορες γωνίες, καμιά δε στεκόταν όρθια. Θα πρέπει να ήταν επιτύμβιες στήλες, αν και οι αντίστοιχοι τάφοι δεν υπήρχαν πια, ούτε σαν αναχώματα ούτε σαν λακκούβες. Ο χρόνος τα είχε ισοπεδώσει όλα. Σκορπισμένα εδώ κι εκεί, διάφορα άλλα ογκώδη ντουβάρια υποδείκνυαν τα σημεία όπου μεγαλόπρεποι τάφοι ή πολυτελή μνημεία ύψωσαν κάποτε το ασήμαντο ανάστημά τους στη λησμονιά. Αυτά τα ερείπια, αυτά τα ίχνη ματαιότητας, τα μνημεία αφοσίωσης και ευσέβειας, έμοιαζαν να είναι τόσο παλιά, τόσο ταλαιπωρημένα, φθαρμένα και λεκιασμένα – και το μέρος αυτό τόσο παρατημένο, εγκαταλελειμμένο και ξεχασμένο, που δεν μπόρεσα να μη σκεφτώ ότι είχα ανακαλύψει το νεκροταφείο μιας προϊστορικής φυλής ανθρώπων που το όνομά τους είχε σβηστεί από την ιστορία.

Με το μυαλό μου γεμάτο από αυτές τις σκέψεις, λησμόνησα για λίγο την εξέλιξη των δικών μου εμπειριών, αλλά σύντομα σκέφτηκα: «Πώς έφτασα εδώ πέρα;» Η στιγμιαία αυτή αναλαμπή φάνηκε να ξεκαθαρίζει τα πάντα και ταυτόχρονα να εξηγεί, όχι χωρίς κάποια ανησυχία, τον ιδιαίτερο τρόπο με τον οποίο η φαντασία μου είχε μεταφράσει όλα όσα έβλεπα και άκουγα. Ήμουν άρρωστος. Θυμήθηκα τότε ότι είχα χτυπηθεί από έναν ξαφνικό πυρετό και ότι η οικογένειά μου μου είχε πει ότι, όποτε με έπιανε παραλήρημα, ζητούσα απεγνωσμένα ελευθερία και καθαρό αέρα, και πως με είχαν περιορίσει στο κρεβάτι για να μην το σκάσω. Τώρα όμως είχα ξεφύγει από την εποπτεία των ακολούθων μου και είχα φτάσει μέχρι – αλήθεια, μέχρι πού; Δεν μπορούσα να καταλάβω. Προφανώς είχα απομακρυνθεί αρκετά από την πόλη όπου διέμενα – την αρχαία και ξακουστή πόλη Καρκόσα.

Δεν έβλεπα ούτε άκουγα πουθενά σημάδια ανθρώπινης ζωής, ούτε καπνό να υψώνεται, ούτε το γάβγισμα των σκυλιών, ούτε τους μουρμουριστούς ήχους των κοπαδιών, ούτε τις φωνές των παιδιών που έπαιζαν – δεν υπήρχε τίποτα πέρα από το θλιμμένο κοιμητήριο, με τον αέρα του μυστηρίου και του φόβου, εξαιτίας του δικού μου διαταραγμένου μυαλού. Μήπως πήγαινε πάλι να με πιάσει παραλήρημα, χωρίς μάλιστα να μπορεί να με βοηθήσει κανείς; Μήπως ήταν όλα μια ψευδαίσθηση εξαιτίας της τρέλας μου; Φώναξα δυνατά τα ονόματα των συζύγων και των γιων μου, άπλωσα τα χέρια μου αναζητώντας τα δικά τους, καθώς περπατούσα ανάμεσα στις πεσμένες πέτρες και το ξεραμένο χορτάρι.

Ένας θόρυβος πίσω μου με έκανε να γυρίσω. Ένα άγριο ζώο –ένας λύγκας– με πλησίαζε. Η σκέψη μού ήρθε αμέσως στο μυαλό: αν καταρρεύσω εδώ στην έρημο – αν μου ανεβεί και πάλι ο πυρετός και χάσω τις αισθήσεις μου, αυτό το θηρίο θα μου ξεριζώσει το λαρύγγι. Όρμησα προς το μέρος του ουρλιάζοντας. Εκείνο πέρασε ξυστά από δίπλα μου με ηρεμία και χάθηκε πίσω από έναν βράχο.

Την επόμενη στιγμή, το κεφάλι ενός άντρα ξεπετάχτηκε από το επίπεδο του εδάφους λίγο μακρύτερα. Ανέβαινε την πλαγιά ενός χαμηλού λόφου, η κορυφογραμμή του οποίου ίσα που διακρινόταν από εκεί που βρισκόμουν. Σύντομα τον είδα να ξεπροβάλλει μπροστά από ένα γκρίζο σύννεφο. Τα μέρη του σώματός του που δεν ήταν γυμνά, ήταν καλυμμένα με τομάρια. Τα μαλλιά του ήταν αχτένιστα, η γενειάδα του μακριά και μαδημένη. Στο ένα του χέρι κρατούσε ένα τόξο κι ένα βέλος και στο άλλο έναν αναμμένο δαυλό που ανάδινε έναν μακρύ μαύρο καπνό. Περπατούσε αργά και προσεκτικά, λες και φοβόταν μην πέσει σε κάποιον ανοιχτό τάφο που ήταν κρυμμένος κάτω από το ψηλό γρασίδι. Αυτό το αλλόκοτο θέαμα με παραξένεψε χωρίς ωστόσο να με θορυβήσει, και αποφασισμένος να τον αντιμετωπίσω, τον κοίταξα σχεδόν κατά πρόσωπο και του απηύθυνα τον συνηθισμένο χαιρετισμό: «Ο Θεός μαζί σου».

Δε φάνηκε να με προσέχει ούτε και κοντοστάθηκε.

«Καλέ μου ξένε», συνέχισα, «είμαι άρρωστος κι έχω χαθεί. Σε ικετεύω, πες μου, πώς θα φτάσω στην Καρκόσα;»

Ο άντρας άρχισε να τραγουδάει ένα βάρβαρο τραγούδι σε μια άγνωστη γλώσσα, με προσπέρασε και χάθηκε από τα μάτια μου.

Μια κουκουβάγια στο κλαδί ενός σάπιου δέντρου έκρωξε ανατριχιαστικά και κάποια άλλη τής απάντησε από μακριά. Κοιτώντας ψηλά, είδα μέσα από ένα αναπάντεχο άνοιγμα στα σύννεφα τον Αλντεμπαράν και τις Υάδες! Σε όλα αυτά υπήρχε μια υπόνοια νύχτας – ο λύγκας, ο άντρας με τον δαυλό, η κουκουβάγια. Παρ’ όλα αυτά είδα – είδα μέχρι και τα αστέρια, αφού σκοτάδι δεν υπήρχε. Έβλεπα, αλλά ήταν προφανές ότι ούτε με έβλεπε ούτε με άκουγε κανείς. Ποιο τρομερό ξόρκι με είχε φυλακίσει;

Κάθισα στα ριζά ενός γιγάντιου δέντρου, για να σκεφτώ σοβαρά τι ήταν το καλύτερο που μπορούσα να κάνω. Δεν είχα πια καμιά αμφιβολία ότι είχα τρελαθεί, υπήρχε όμως ένα κομμάτι αμφιβολίας σ’ αυτή την καταδίκη. Δεν είχα καθόλου πυρετό. Είχα ωστόσο μια αίσθηση ευφορίας και ζωντάνιας μαζί που ήταν πρωτόγνωρες για μένα – μια αίσθηση πνευματικής και σωματικής ανάτασης. Οι αισθήσεις μου ήταν σε εγρήγορση. Ένιωθα τον αέρα γύρω μου βαρύ. Μπορούσα να ακούσω τη σιωπή.

Μια μεγάλη ρίζα του γιγάντιου δέντρου στου οποίου τον κορμό ήμουν γερμένος κρατούσε φυλακισμένη στη λαβή της μια βαριά πέτρα, μέρος της οποίας ήταν χωμένο σε μια εσοχή που σχημάτιζε μια άλλη ρίζα. Η πέτρα ήταν έτσι κάπως προφυλαγμένη από τον καιρό, αν και μεγάλο μέρος της είχε αποσυντεθεί. Το περίγραμμά της είχε αποστρογγυλωθεί από τη φθορά, οι γωνίες της είχαν φαγωθεί, η επιφάνειά της ήταν αυλακωμένη και φολιδωτή. Λαμπερά σωματίδια μαρμαρυγίας διακρίνονταν στο χώμα γύρω της – σημάδια της αποσύνθεσής της. Αυτή η πέτρα προφανώς ανήκε στον τάφο από τον οποίο το δέντρο είχε ξεπεταχτεί χρόνια πριν. Οι ίδιες οι ρίζες του δέντρου είχαν καπηλευτεί τον τάφο και είχαν φυλακίσει την πέτρα.

Ένας ξαφνικός άνεμος απομάκρυνε μερικά ξερά φύλλα και κλαδιά από το πάνω μέρος της πέτρας. Είδα τότε τα ανάγλυφα γράμματα μιας επιγραφής και έσκυψα να τη διαβάσω. Θεέ και Κύριε! Ήταν το όνομά μου ολόκληρο! Η χρονολογία γέννησής μου! Η ημερομηνία του θανάτου μου!

Μια ευθύγραμμη λωρίδα φωτός φώτισε όλη την πλευρά του δέντρου καθώς πεταγόμουν όρθιος μέσα στον πανικό. Ο ήλιος πρόβαλε από την ροδαλή ανατολή. Στάθηκα ανάμεσα στο δέντρο και τον πλατύ, κόκκινο δίσκο του – καμιά σκιά δεν σκοτείνιαζε τον κορμό!

Μια χορωδία από λύκους καλωσόρισε ουρλιάζοντας την αυγή. Τους είδα να κάθονται πάνω στα πισινά τους πόδια, άλλοι μόνοι τους και άλλοι σε ομάδες, στις κορυφές ανισόπεδων αναχωμάτων και ταφικών μνημείων που κάλυπταν τη μισή από την έρημη έκταση που απλωνόταν μπροστά μου και χάνονταν στον ορίζοντα. Και τότε κατάλαβα ότι αυτά ήταν τα ερείπια της αρχαίας και ξακουστής πόλης Καρκόσα.

Αυτά ήταν τα γεγονότα που μετέδωσε στο μέντιουμ Μπεϊρόλ το πνεύμα του Χοσεΐμπ Αλάρ Ρομπαρντίν.

Ο Αμπρόουζ Μπιρς (1842 – περίπου 1914) ήταν Αμερικανός συγγραφέας, δημοσιογράφος, ποιητής, κριτικός λογοτεχνίας και βετεράνος του Εμφυλίου πολέμου. Όσον αφορά τον πεζό λόγο, έγραψε κυρίως διηγήματα, τα οποία χαρακτηρίζονται από την ιδιαίτερα πρωτότυπη και ασυνήθιστη για την εποχή θεματολογία τους, κάτι που τον καθιέρωσε ως πρωτοπόρο στον χώρο της λογοτεχνίας ρεαλιστικής φαντασίας. Τα έργα του έχουν κριθεί ισάξια εκείνων του Πόε και του Λάβκραφτ, ενώ επηρέασε πολλούς μεταγενέστερούς του συγγραφείς, όπως τον Στίβεν Κρέιν ή τον Χέμινγουεϊ. Τον Δεκέμβριο του 1913 πήγε στο Μεξικό, για να ζήσει από κοντά τη Μεξικανική επανάσταση. Από εκείνη τη στιγμή χάθηκαν τα ίχνη του και δεν τον είδε ποτέ ξανά κανείς. Το μυθιστόρημα του Κάρλος Φουέντες Ο γερο-Γκρίνγκο, που αργότερα μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο, αναφέρεται σε αυτό ακριβώς το περιστατικό από τη ζωή του Μπιρς. Το διήγημα «Ο κάτοικος της Καρκόσα» γράφτηκε το 1886 και πρωτοδημοσιεύτηκε στην εφημερίδα San Fransisco Newsletter, προτού συμπεριληφθεί στις συλλογές διηγημάτων Tales of Soldiers and Civilians και Can Such Things Be?. Είναι ένα εξαιρετικά δυνατό, πρωτοποριακό και οραματικό κείμενο, που αποτέλεσε τη βασική πηγή έμπνευσης για το βασικό θέμα και τις ιστορίες της συλλογής Ο Βασιλιάς με τα Κίτρινα του Ρόμπερτ Γ. Τσέιμπερς (1895), πάνω στις οποίες βασίστηκε, με τη σειρά του, μέρος της πλοκής της σύγχρονης τηλεοπτικής σειράς «True Detective» (2014).

 

Τα σχόλια σας

Κάντε το σχόλιό σας, με σύνδεση από το facebook ή συμπληρώστε τα στοιχεία σας, στην παρακάτω φόρμα.

 


Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ > ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ
«Η Λάρικα» του Αλεξάντρ Σολζενίτσιν

μετάφραση: Ελένη Κατσιώλη «Μόνο αφού επέστρεψα στη Ρωσία, ήμουν σε θέση και πάλι να γράψω, εκεί δεν μπορούσα...» (Από επιστολή στο Νόβι Μιρ) Τι περίεργο δέντρο! Όταν την κοιτάζουμε είναι κωνοφόρο, ναι, κωνοφόρο. Αυτό...

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ > ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ
«Χαλανδριανέ μου αγέρα…» του Σωτήρη Σαράκη

«Α, το Χαλάνδρι! Πώς δεν το θυμάμαι, πήγαινα τότε πολύ ταχτικά. Τότε που είχα έρθει απ’ το νησί, έμενε εκεί ένας ξάδερφός μου και πήγαινα κάθε τρεις και λίγο. Μ’ άρεσε κιόλας, ήταν εξοχή, πώς να...

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ > ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ
«Το ενδεχόμενο» της Ντίνας Σαρακηνού

Δεν έπρεπε να συμφωνήσει στην παράλογη πρότασή της, του φαινόταν εξαιρετικά παρακινδυνευμένο. Αλλά τόσο τέλεια ήταν στα μάτια του, ώστε δεν μπορούσε να της αρνηθεί τίποτα. Θα με φάει αυτός ο έρωτας,...

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΕΙΣ

ΕΙΔΗΣΕΙΣ

ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΙ

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Διεύθυνση

Πτολεμαίων 4
(Πλατεία Προσκόπων)
11635 Αθήνα,
Τηλ.-fax: 210.7212307
info@diastixo.gr
ISSN: 2585-2485

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

Εγγραφείτε τώρα στο newsletter μας και μάθετε πρώτοι τα τελευταία νέα για το βιβλίο και για τις τέχνες.

*  Το email σας:

Με την επίσκεψη στο site μας, αποδέχεστε τη χρήση Cookies από το diastixo.gr, με σκοπό τη βελτίωση των υπηρεσιών που σας παρέχουμε.