«Όχι άλλα ανθισμένα δάκρυα!» της Λίλας Παπαπάσχου
«Όχι άλλα ανθισμένα δάκρυα!» της Λίλας Παπαπάσχου

«Όχι άλλα ανθισμένα δάκρυα!» της Λίλας Παπαπάσχου

Γεννήθηκα Άνοιξη, μέσα Απριλίου συγκεκριμένα, πάνω στον οργασμό της φύσης και των γονιών μου. Δεν είναι κάτι που επέλεξα, δεν είναι τίποτα παραπάνω από απλή απόρροια της εννιάμηνης κύησης της μητέρας μου. Ανέκαθεν καμάρωνα για το γεγονός ότι γεννήθηκα καταμεσής της ανθοφορίας της φύσης κι ας την βγάζαμε κάθε χρόνο τέτοια μέρα με νηστίσιμα, λόγω της Μεγάλης Εβδομάδας, η οποία συνέβαινε πάντα ταυτόχρονα με τα γενέθλια μου.

Ψέματα, όχι πάντα. Υπήρξαν και κάποιες χρονιές που με προσπέρασε επιδεικτικά. Μία εξ αυτών την διατηρώ ατόφια στην μνήμη μου, κυρίως γιατί οι φίλοι μου σκέφτηκαν να μου ετοιμάσουν ένα πάρτι έκπληξη. Αρχικά αιφνιδιάστηκα –και θύμωσα λιγάκι– μ’ αυτή την πρωτοβουλία, αλλά όσο προχωρούσε η βραδιά, τόσο πιο πολύ το απολάμβανα.

Εκείνο το βράδυ καταναλώθηκαν, αφειδώς, φαγητά τίγκα στην χοληστερίνη και τα τρανς λιπαρά, άφθονο αλκοόλ και άλλες πολλές «απαγορευμένες» ουσίες. Το αποκορύφωμα της εορταστικής εκδήλωσης ήμουν εγώ και είκοσι δύο κεράκια πάνω σε μια τούρτα υπερπαραγωγή, που ευτυχώς έσβησαν με την πρώτη. Ευχή δεν έκανα, δεν πιστεύω στις ευχές. Ψέματα, πιστεύω, γι’ αυτό δεν έκανα, φοβήθηκα μήπως δεν βγει αληθινή ή το αντίθετο, πάντα μπερδεύω ποιο είναι το χειρότερο.

Η καρμική σχέση μου με την Άνοιξη, όμως, δεν έχει καμία σχέση με ημερομηνίες γεννήσεως και κατάντησε μοιραία τελείως επίκτητα. Μοιάζει σ’ αυτό με την λογοτεχνία και την δική της εξάρτηση απ’ την πιο αντιφατική εποχή του χρόνου. Δεν υπάρχει λογοτέχνης που να σέβεται τον εαυτό του, ο οποίος δεν έχει υμνήσει την εποχή που όλα μοιάζουν ελπιδοφόρα. Όταν η ίδια η πλάση σε προκαλεί με την ομορφιά και τις μυρωδιές της να την αποδώσεις σε πεζό ή έμμετρο λόγο, ακόμα κι αν είσαι ένας απλός, ταπεινός κάτοικος της πρωτεύουσας, πώς είναι δυνατόν ν’ αντισταθείς; Όταν δειλά δειλά κάνουν την εμφάνισή τους τα πρώτα λουλούδια, ελεύθερα στους αγρούς ή ξαπλωμένα καρτερικά στην τεχνητή ανθοφορία των αστικών παρτεριών, πώς να διατηρήσεις τον ορθολογισμό σου;

Δίπλα στις μεγάλες λεωφόρους, με τις λευκές διαχωριστικές γραμμές και τα διερχόμενα οχήματα, που μεταφέρουν βιαστικούς ανθρώπους σε βιαστικές δουλειές, βιαστικές ζωές, βιαστικούς ύπνους, βιαστικές προθεσμίες, βιαστικό φαγητό, βιαστικό σεξ, η φύση έχει το θράσος ν’ ανθίζει ανεξέλεγκτα. Ο ανοιξιάτικος καιρός, ανεξέλεγκτος κι αυτός, κατά βάση κυκλοθυμικός, πότε χαμογελά αποκαλύπτοντας χρυσοκίτρινους ήλιους, πότε συνοφρυώνεται απελευθερώνοντας μικροσκοπικές ψιχάλες. Συνήθως, τέτοια εποχή οι άνθρωποι αισθάνονται βαθιά μέσα τους την ανάγκη να ξεφύγουν από ένα άγνωστο κάτι. Να πατήσουν «διαγραφή» στα παλιά και καπάκι να κάνουν «επανεκκίνηση».

Η διάχυτη ερωτική διάθεση –κυκλοθυμική κι αυτή– πότε σ’ ανεβάζει στον ουρανό και πότε σε ρίχνει στα τάρταρα. Πότε σε κάνει να κλαις και πότε να γελάς λυσσαλέα και αναίτια. Παντού φως, παντού ευτυχία, παντού αμετροέπεια. Κόντρα στο ξύπνημα της φύσης, η γεννημένη στην καρδιά της Άνοιξης Εύα δεν διστάζει να υποδυθεί μ’ επιτυχία τον ρόλο της «κατά συρροή χωρισμένης».

Ναι, καλά καταλάβατε… για μένα μιλάω. Εγώ είμαι η Εύα –εξίσου έκπτωτη με την πρωτόπλαστη– και δηλώνω απερίφραστα ότι τέτοια εποχή συνήθως χωρίζω. Κάνω διαγραφή στα παλιά και συνήθως δυσκολεύομαι στην επανεκκίνηση. Είναι γεγονός αδιαμφισβήτητο ότι χώρισα οριστικά κι αμετάκλητα κι απ’ τις τρεις –σημαντικές– σχέσεις της ζωής μου, κατά την διάρκεια κάποιας Άνοιξης. Είναι κάτι σαν έθιμο, ένα εναλλακτικό δώρο γενεθλίων. Η πρώτη από τις τρεις ήταν πριν από οκτώ χρόνια. Ξεκίνησε χειμώνα – Δεκέμβριο, για την ακρίβεια, και τερμάτισε τρεις Μάρτηδες αργότερα, συνολική διάρκεια, κάντε τους υπολογισμούς. Η δεύτερη εδραιώθηκε Μάρτιο –παραδόξως– αλλά κατέληξε άδοξα λίγο πριν τα γενέθλια μου. Συνολική διάρκεια τρία χρόνια παρά κάτι. Η τρίτη και φαρμακερή άρχισε ένα βροχερό απόγευμα του Οκτωβρίου και, όπως ήταν αναμενόμενο, με βάση τα στατιστικά στοιχεία, έλαβε τέλος την περσινή Πρωτομαγιά. Τελικά αυτή η σχέση δεν ήταν αργία, ήταν απεργία….Κατέβηκε στον δρόμο να διαδηλώσει την αντίθεσή της στο «μέχρι ο θάνατος να μας χωρίσει» – Μωρό μου, δεν είμαι έτοιμος για δεσμεύσεις, ήταν ένα πείραμα που απέτυχε. Να υποθέσω ότι αφού η σχέση μας ήταν το πείραμα κι εκείνος ο επιστήμονας, εγώ μάλλον ήμουν το χάμστερ που απεβίωσε.

Απόμεινα –άντε πάλι– ν’ ατενίζω τ’ αμφίβολο μέλλον, μόνη, απογοητευμένη κι ανίκανη να συμμεριστώ την έκσταση της φύσης. Οι «δικοί μου» άνθρωποι –ως επί το πλείστον– που την συμμερίζονται προσπαθούν κάθε φορά που επαναλαμβάνεται το ίδιο σενάριο να με συνεφέρουν όσο το δυνατόν πιο άμεσα, αλλά μάταια. Πώς θα βρω τον κατάλληλο αν δεν κουνήσω κι εγώ την ουρά μου; Η ομορφιά μου θα εξατμιστεί πριν το καταλάβω και τότε αντίο οικογένεια, αντίο αποκατάσταση. Οι περισσότεροι με θεωρούν όμορφη, μπορεί και να είμαι, ποτέ δεν ένιωσα έτσι. Έξυπνη ναι, έχω νιώσει κατά καιρούς, ενδιαφέρουσα ίσως, μα όμορφη, ποτέ.

Με συμφέρει αφάνταστα να τους πιστέψω στην παρούσα φάση, διότι κακά τα ψέματα, καθόλου δεν πειράζει να είσαι «όμορφη». Ίσα ίσα που σου ανοίγει πόρτες. Άλλο θέμα αν κάποιες τρομάζεις και μόνο στην ιδέα να τις διαβείς, η ομορφιά πάντως σ’ τις ανοίγει, σωστός τζέντλεμαν. Τι σας έλεγα; Για τους δικούς μου ανθρώπους, ναι, τους πολύτιμους αγαπημένους μου, που κόπτονται να με δουν τακτοποιημένη. Δεν τους αδικώ, δίκιο έχουν, αλλά ειλικρινά σας το λέω, δεν έχω καμία όρεξη να τακτοποιηθώ, προτιμώ την αταξία. Ειδικά όσον αφορά την «προσωπική μου ζωή», η ιστορία επαναλαμβάνεται, οπότε καλύτερα μιας ώρας ελεύθερη ζωή παρά σαράντα χρόνια σκλαβιά και φυλακή.

Βετεράνος πια στην τέχνη του χωρίζειν, θα το ρίξω πάλι στους ατελείωτους εσωτερικούς μονολόγους περπατώντας στο ιστορικό κέντρο της Αθήνας, που σταδιακά θα θερμαίνεται, αντίθετα με την καρδιά μου, η οποία απ’ όταν ενηλικιώθηκα και μετά συντηρείται... υπό του μηδενός. Θα κοιτάζω –άντε πάλι– τους πρώτους τουρίστες, ανέμελους και χαρωπούς, να φωτογραφίζουν μνημεία, ν’ αγοράζουν κακόγουστα σουβενίρ «Ι love Athens», τρώγοντας πρωινιάτικα αυγά και λουκάνικα και, όταν το τρενάκι τους περνάει από μπροστά μου, να χαιρετάνε εγκάρδια μια ακόμα μίζερη ντόπια με τον φραπέ στο χέρι. «Τι κοιτάς, ρε φιλαράκι, “of course you love Athens”, αφού ζεις αλλού. Κι εγώ όταν πάω αλλού την αγαπάω. Άσε μας στον πόνο μας».

Άλλη μια Άνοιξη που θα ξεπερνάω χωρισμούς, τον ένα μετά τον άλλο, σνομπάροντας την αφύπνιση της τόσο υπερεκτιμημένης λίμπιντο, της δικής μου τουλάχιστον, τι μου φταίει των άλλων; Μόνη και πάσης Ελλάδος –άντε πάλι– σε καθημερινή αναμέτρηση με την μοναξιά και μάλιστα το χειρότερο είδος. Την μοναξιά που μοιράζεσαι μαζί με άλλους, όπως αυτή που ένιωσα στην βάφτιση που με πήγε ο πιο πρόσφατος πρώην μου.

Μια μέρα πριν συμβεί το μοιραίο –ο νούμερο τρία ανοιξιάτικος χωρισμός, του Μαΐου– πήγαμε με τον Αντώνη στην βάφτιση του παιδιού του αδελφού του, ντυμένοι αμφότεροι στα μαύρα. Ήρθε να με πάρει απ’ το σπίτι με την μηχανή, διότι είχε τ’ αυτοκίνητο για σέρβις, κι όταν με είδε, έμεινε άναυδος. Εκείνος ήταν ντυμένος σαν Κρητικός μαυροπουκαμισάς και εγώ έμοιαζα με μοιραία γυναίκα σε φιλμ νουάρ. Πώς θ’ ανέβαινα έτσι στην μηχανή; Στάθηκε πρακτικά αδύνατον. Τελικά πήραμε ταξί και φτάσαμε με καθυστέρηση μισής ώρας στον χώρο του μυστηρίου.

Ενδυματολογικά –κι όχι μόνο– ήμασταν σαν την μύγα μες στο γάλα. Ταιριάζαμε περισσότερο σε κηδεία. Φτάσαμε πολύ αργότερα απ’ τους υπόλοιπους συγγενείς, όποτε ήταν αναπόφευκτο να μην εισπράξουμε τα πρώτα επιτιμητικά βλέμματα πριν προλάβουμε καν να ανέβουμε τα σκαλιά της εκκλησίας. Μέσα εκτυλίσσονταν, ήδη, μια καθ’ όλα τυπική ελληνική βάφτιση, απ’ αυτές που χιλιάδες οικογένειες επιφυλάσσουν σ’ ανυποψίαστα νήπια προκειμένου να τ’ αποκαλούν με όνομα καθωσπρέπει, πέρα από «μπέμπα», «νινί» και άλλα τέτοια «πρωτότυπα». Έπηξε το μάτι μου στην υψηλή ραπτική και την ροζ γραβάτα. Πολύ σατέν, άφθονος ταφτάς, εμβληματικά χτενίσματα –μεσημεριάτικα–, το μωρό ντυμένο ναυτάκι, οι νονοί σαν απολιθώματα του ογδόντα και πολλά, μα πάρα πολλά κουφέτα, τυλιγμένα σε γαλάζιο τούλι, αποτελούσαν αναπόσπαστο κομμάτι της διακόσμησης. Άστραφταν τα φλας των ταλαίπωρων των φωτογράφων, κάποια σίγουρα τελικά κάηκαν. Αδιαμφισβήτητα, όμως, παρ’ όλες τις φιλότιμες προσπάθειες αμφότερων των οικογενειών που πρωταγωνιστούσαν, την παράσταση έκλεψαν οι σταρ κάθε χαρμόσυνης –και μη– τελετής, ιεροί πατέρες της Εκκλησίας, που έψαλαν το Ευαγγέλιο, συγχώρεσαν τους αμαρτωλούς και στο τέλος έκαναν και δυο τρεις πατητές στον πιτσιρικά για να κατακάτσει το όνομα. Βάλανε οι νονοί το λαδάκι στο μουσκεμένο βρέφος και, τσακ, έτοιμος. Απεταξάμην τον Σατανά, Απεταξάμην! Πιστεύεις σ’ έναν Θεό Πατέρα Παντοκράτορα, Ποιητή Ουρανού και Γης; Πιστεύω, ναι! Σε σας δεν πιστεύω που τον καπηλεύεστε, αλλά σιγά μην σας κάνω την χάρη να σας το πω, σιγά μην σας κάνω την χάρη να μ’ αφορίσετε. Εμένα με λένε Εύα, δεν είμαι ο τελευταίος πειρασμός, είμαι ο πρώτος!

Νικήτα το είπαν το παιδί, όπως τον μπαμπά του Αντώνη, αλλά παρ’ όλες τις πιέσεις των υπολοίπων να εκφέρω γνώμη, πήγε ασχολίαστο. «Θέλεις να σου κάνω και σένα ένα;» Η ερώτηση κόλαφος έγινε δημόσια και απάντησαν όλοι εκτός από μένα. «Να της κάνεις, να της κάνεις και σύντομα». Ο αδελφός του αποφάσιζε για το μέλλον μου. Μέχρι εδώ εντάξει, όλα καλά, δεν βαριέσαι, δεν είπε τίποτα κακό ο άνθρωπος. Ίσα ίσα, μου έδωσε ψήφο εμπιστοσύνης, τα κάνουν κάτι τέτοια οι άντρες μεταξύ τους, προφανώς πέρασα στον τελικό γύρο. Μετά όμως απ’ την ολοκλήρωση του μυστηρίου, σειρά είχε το τραπέζι. Κάτσαμε σ’ αυτό των συγγενών κι ο Αντώνης με σύστηνε σ’ όσους δεν ήξερα ήδη ως την αρραβωνιαστικιά του. Τι απαίσια λέξη. Μόνο σαν τίτλο βιβλίου την αποδέχομαι, ειδικά αν συνοδεύεται απ’ το επίθετο «περσινή», αλλά αυτό είναι πολύ μεγάλο ζήτημα και δεν είναι της παρούσης.

Για να επανέλθω στον Αντώνη και τις δηλώσεις του, δεν βαριέσαι, είπα, ούτε αυτό είναι κακό. Τι θες να πει δηλαδή ο άνθρωπος, απ’ εδώ η γκόμενά μου. Το «κάνουμε» περίπου δύο χρόνια μ’ επιτυχία, στην κουζίνα αποδίδει εξίσου καλά και γι’ αυτό σκέφτομαι να επισημοποιήσω επιτέλους τον δεσμό μας; Όχι βέβαια, δεν λέγονται αυτά. Πάντως έκανα μεγάλη εντύπωση – κυρίως εξαιτίας του γεγονότος ότι, ενώ οι υπόλοιπες κυρίες της παρέας φορούσαν λουλουδάτα φορεματάκια, τίγκα στην δαντέλα και τα βολάν ή τουλάχιστον κάτι σε βεραμάν ή λιλά, εγώ φορούσα ένα μαύρο έξωμο ρούχο, ιδανικό για κάθε περίσταση εκτός από την συγκεκριμένη. Ο Αντώνης προσπαθούσε να το ρίξει στην πλάκα και πήρε πάνω του το στιλιστικό μου ατόπημα. Άστο αγάπη μου, είπα από μέσα μου, δεν πειράζει, ό,τι κι αν πεις εμένα θα συνεχίσουν να στραβοκοιτάνε.

Γιατί τα βάζετε μαζί μου, καλή μου κυρία, δεν έχω λουλουδάτα φορέματα, τι να κάνω; Επιπλέον, προς ενημέρωση σας, τυγχάνει ν’ αγαπώ το μαύρο – κι αυτό μ’ αγαπά. «Ο Αντώνης μου είναι πολύ δεμένος με την οικογένεια του» ακούστηκε από κάπου στο βάθος, σαν ηχώ, η φωνή της γιαγιάς Θεοφανίας, ως άλλος από Μηχανής Θεός, βάζοντας τέλος σ’ όλες τις απορίες μου. Κανένα πρόβλημα, άλλωστε κι η Εύα είναι δεμένη με τη δική της –χειροπόδαρα–, μέχρι εδώ όλα καλά. «Οι γονείς σου είναι χωρισμένοι, είπαμε;» Όχι, δεν το είπαμε και δεν είναι, πώς της ήρθε αυτό, φαίνομαι παιδί χωρισμένων γονιών; «Με συγχωρείς, είχα την αίσθηση ότι είχαν χωρίσει». Κι αν είχαν δηλαδή τι έγινε, έτσι όπως το είπε ακούστηκε σαν μομφή. Συγνώμη, αλλά τυγχάνει να είμαι το παιδί τους, δεν έχω πλήρη πρόσβαση σ’ όλα τα προσωπικά τους δεδομένα. Αν δηλαδή ξυπνήσουν μια μέρα και δεν θέλουν να είναι πια μαζί, τι να κάνω;

Τι ήθελα και μίλαγα, άρχισε να φουντώνει το «γλέντι». Ένας ένας με κατακεραύνωναν με ολοένα πιο παρωχημένα επιχειρήματα. Αναγκάστηκε να παρέμβει εκ νέου ο «αρραβωνιαστικός» μου και τα πνεύματα προς στιγμήν ηρέμησαν. Κάθισα κι εγώ στην γωνιά μου και λούφαξα, μασώντας με βουλιμία ό,τι έβρισκα μπροστά μου, αναγκάζοντας τους να μ’ αγνοήσουν. Ο Αντώνης ευτυχώς ένιωσε την αμηχανία μου και με πήρε και φύγαμε το συντομότερο. Όμως πριν αναχωρήσουμε έμενε μια τελευταία δοκιμασία. Έπρεπε να χαιρετήσουμε το συγγενολόι και, φυσικά, τον νεοφώτιστο Νικήτα. Αφού τα ’πανε μεταξύ τους στο όρθιο κάμποση ώρα –κατά το προσφιλές ελληνικό έθιμο της αρμένικης βίζιτας– έφτασε κι η δική μου σειρά να χαιρετήσω.

Πλησίασα, λοιπόν, το πλήθος των συγγενών και κατέληξα στο τέλος της σειράς, όπου στέκονταν περήφανοι νονός και βαφτιστήρι. Άρχισα να λέω το «ποίημα», σκύβοντας όλο τρυφερότητα πάνω απ’ τον μικρό Νικήτα. Ξαφνικά, έτσι όπως ήμουν σκυμμένη πάνω απ’ το κεφαλάκι του, νιώθω την παλάμη του βρέφους να χουφτώνει με παιδική αθωότητα, ανάμικτη μ’ ενήλικο θράσος, το δεξί μου στήθος. Μεγάλος χαμός, γέλια, πειράγματα, αστεϊσμοί. Οι άντρες της παρέας φώναζαν «άξιος άξιος» και «από μικρός στα βάσανα», ενώ ο «δικός μου» χασκογέλαγε σαν ηλίθιος. Μόλις κόπασε ο κουρνιαχτός, μάζεψα την τραυματισμένη μου αξιοπρέπεια και τα μαγαρισμένα στήθη μου και, μπράτσο μπράτσο με τον Αντώνη, πήραμε τον δρόμο του γυρισμού.

Για να μην μακρηγορώ, όλη την υπόλοιπη μέρα μού το έπαιζε «βαρύ πεπόνι» και έφυγε αθόρυβα το επόμενο πρωί, χωρίς να με ξυπνήσει με το καθιερωμένο μας φιλί. Μέχρι το βράδυ της ίδιας μέρας, το ένα έφερε το άλλο και πριν τελειώσει το εικοσιτετράωρο είχαμε γίνει… άσε μην το πω καλύτερα. Ρίξαμε έναν τρικούβερτο τηλεφωνικό καβγά –εφ’ όλης της ύλης– κι αυτό ήταν, χωρίσαμε, εξίσου τηλεφωνικά. Έκλεισα αποφασισμένη να μην τον ξαναπάρω ποτέ, απ’ ό,τι αποδείχτηκε κι αυτός το ίδιο. Στην αρχή μου κόστισε, είμαι κακομαθημένη σ’ αυτά, όλοι οι πρώην μου επιζητούν αργά ή γρήγορα επανασύνδεση, ή έστω το σεξ του αποχαιρετισμού. Ο Αντώνης ποτέ, ούτε αυτό δεν καταδέχτηκε, έριξε μαύρη πέτρα πίσω του κι εξαφανίστηκε. Να μην ξεχάσω να την κάνω μενταγιόν, να την φοράω ασορτί με το μαύρο μου φόρεμα, αν θυμηθώ πού το έχω βάλει, γιατί τελευταία άλλαξα και γούστα.

Αγοράζω –από αντίδραση– όλα όσα χλεύαζα στο παρελθόν. Η ντουλάπα μου γέμισε πλουμιστά ντεσέν. Η «Ω! Γλυκύ μου Έαρ» κατέλαβε τις κρεμάστρες, την ώρα που μαράθηκαν κι οι τελευταίες ελπίδες μου για μια ενδεχόμενη συνάντηση με τον Αντώνη και μια ενδεχόμενη συγχώρεση για λάθη, που πραγματικά δεν θυμάμαι να έκανα. Υπό το βάρος των σκέψεων, της θλίψης και των αναμνήσεων, παραδίνομαι στον ύπνο – αγκαλιά με το μαξιλάρι που μυρίζει ακόμα έρωτα. Βλέπω φλας μπακ κάποια γενέθλια, που δεν τα θυμάμαι, αλλά πρέπει να είναι τα δικά μου.

Μεγάλη Παρασκευή κι ο κόσμος πάει στον Επιτάφιο. Είμαι δέκα χρονών και φοράω έναν φιόγκο που δεν ήθελα και παπούτσια με λίγο τακούνι – που ήθελα. Μετά την περιφορά θα πηγαίναμε στο σπίτι του θείου μου του Βλάσση. Μου είχαν ετοιμάσει γιορτή κανονική, με τούρτα και τα σχετικά. Προς το παρόν βαστάω το χέρι της μαμάς μου και ακολουθώ την πομπή. Μια γειτόνισσα φτάνει, μας πλησιάζει, με σπρώχνει για να φτάσει στη μάνα μου. Της ψιθυρίζει κάτι στ’ αυτί, δεν ακούω, ρε γαμώτο! Τι της λέει και άσπρισε; Πριν προλάβω να κάνω κιχ, η μητέρα μου μ’ αρπάζει απ’ το χέρι και τρέχουμε μέσα σ’ αναμμένα κεριά και το αγριεμένο, απ’ την αντιχριστιανική στάση μας, πλήθος. Τρέχουμε, τρέχουμε, ασταμάτητα, όλο και πιο γρήγορα. Ρωτάω γιατί, αλλά εκείνη κοιτάει μπροστά και αυξάνει τον ρυθμό. «Τρέχα» μου φωνάζει, «Τρέχα» «Γιατί… γιατί». Δεν έμαθα ποτέ.

Μια ανυπόταχτη ηλιαχτίδα εισβάλλει στο δωμάτιο, μπαίνει στα μάτια μου, με ξυπνάει και με τυφλώνει μαζί. Όνειρο ήταν, ευτυχώς. Προχωράω προς το εκτυφλωτικό φως της καινούριας ημέρας κι ανοίγω όλα τα παράθυρα. Θέλω να γίνω ένα με τις ακτίνες του ήλιου, να γίνω κι εγώ διάφανη. Πάνε όλα τα παλιά –όνειρο ήταν, ευτυχώς–, περασμένα ξεχασμένα, διαγραφή και κατευθείαν επανεκκίνηση. Όχι άλλα ανθισμένα δάκρυα! Δεν είναι καιρός για πισωγυρίσματα, τόσα βράδια ξάγρυπνη, έμαθα πολλά. Είναι κρίμα να πάνε χαμένες τόσες επίπονες διαπιστώσεις. Αυτή τη φορά, προκειμένου ν’ αντεπεξέλθω στην επερχόμενη Άνοιξη, κατέστρωσα ολόκληρο σχέδιο. Κακώς, όμως, σας ανοίγω τα χαρτιά μου, είχα υποσχεθεί να τα κρατήσω κλειστά, μ’ όλους τους άσους κρυμμένους στα μανίκια μου.

Κάποια πράγματα θα έπρεπε να κρατηθούν μυστικά κι απ’ τον ίδιο μου τον εαυτό, αλλά δεν πάει στην ευχή, βαρέθηκα το κρυφτούλι. Τώρα που πήρα φόρα θα σας τ’ αποκαλύψω όλα, είναι πολύ της μόδας το reality. Θέλω τα δεκαπέντε λεπτά δημοσιότητας που μ’ αναλογούν. Την προσοχή σας, παρακαλώ, ακολουθεί ένα ελεύθερο ωραρίου, ψυχαγωγικό σόου, που περιλαμβάνει –μεταξύ άλλων– μουσική, χορό, μπόλικη συγκίνηση και πολλές εκπλήξεις για μικρούς και μεγάλους. Η γιορτή θα κορυφωθεί με την αρμόζουσα λάμψη και τις απαιτούμενες τιμές, ανήμερα της Εργατικής Πρωτομαγιάς του 2018, αναλυτικότερα:

Ακούσατε, ακούσατε, η φέρουσα το «διαβολικό» όνομα Εύα –σε συνεργασία με το προπατορικό αμάρτημα, τον Αδάμ και το φίδι– θα βγει στους δρόμους και θα διαδηλώσει κατά του Έρωτα, κατά της Άνοιξης, κατά των Ανθρώπων. Θα φτιάξει ένα τεράστιο μεταξωτό πανό, στο οποίο θα καθαρογράψει με κόκκινα –κατακόκκινα– γράμματα «ΚΑΤΩ Ο ΕΡΩΤΑΣ» και θα το κουνήσει ξεδιάντροπα μπροστά στις έκπληκτες φάτσες των απανταχού Ερωτευμένων, των ΜΑΤ, των Κυβερνητικών Εκπροσώπων και όλων των περίεργων που τρέφονται με σκάνδαλα κι ίντριγκες. Θα φτιάξει κι ένα δεύτερο, πάλι με γράμματα κόκκινα που θα λέει, «ΚΑΤΩ Η ΑΝΟΙΞΗ» κι ένα τρίτο «ΚΑΤΩ ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ» και θα τα βάλει δίπλα δίπλα στα ντεμοντέ κι ανώφελα, τα φτιαγμένα από καραβόπανο «ΚΑΤΩ ΤΟ ΔΝΤ», «ΚΑΤΩ Η ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ», «ΚΑΤΩ Η ΤΡΟΪΚΑ», κραυγάζοντας, εν εξάλλω, τα δικά της συνθήματα.

Μακάρι, για το καλό της κοινής λογικής και της ανθρωπότητας, να καταλήξει με σπασμένο κεφάλι σε κάποιο κρατητήριο, παρέα με όλους τους παραβατικούς, τους λαθρομετανάστες και τους υπόλοιπους γνωστούς-αγνώστους. Την ώρα που όλοι θα πιάνουν τον Μάη σε κάποιο ειδυλλιακό τοπίο –κάποια γνωστή χασαποταβέρνα, τρώγοντας κοψίδια, έτσι τον πιάνουμε οι Έλληνες τον Μάη, απ’ το κόκαλο βγαλμένο– εκείνη θα πιάσει το χέρι του διπλανού συγκρατούμενου και για τελευταία φορά θα προσποιηθεί την ανήξερη. Όταν έρθει η ώρα για την εξακρίβωση στοιχείων κι οι σωφρονιστικοί υπάλληλοι την ρωτήσουν ποια είναι κι από πού έρχεται, θ’ απαντήσει με θάρρος: «Είμαι η καμία κι έρχομαι απ’ την χώρα του Ποτέ! Εκεί που κυβερνά η πειρατεία, που νεράιδες και ξωτικά αντιστέκονται ακόμα και που τα παιδιά πετούν σαν πουλιά και δεν μεγαλώνουν. Ποτέ».

 

Η Λίλα Παπαπάσχου γεννήθηκε στην Αθήνα. Είναι απόφοιτος της Ανωτέρας Δραματικής Σχολής «Θεμέλιο» του Νίκου Βασταρδή και μιλάει τρεις γλώσσες. Έχει παρακολουθήσει πολυάριθμα μαθήματα/σεμινάρια θεάτρου, δημιουργικής γραφής κινηματογράφου και ΜΜΕ στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Έχει εργαστεί ως στέλεχος Τμήματος Δημοσίων Σχέσεων στον Αθήνα 9.84. Επί του παρόντος εργάζεται στον Συνήγορο του Πολίτη. Ποιήματα της έχουν δημοσιευτεί στο Diastixo.gr, στο Fractal, στο «Αλλιώς» και στο προσωπικό της ιστολόγιο donotlitterature.wordpress.com. Επί του παρόντος είναι αρχισυντάκτρια του πολιτιστικού site «Θεαθήναι» ενώ συμπαρουσιάζει με τον δημοσιογράφο Χρήστο Σούτο τη δίωρη πολιτιστική εκπομπή «Καλλίπολις» στο Κανάλι Ένα του Πειραιά.

 

Τα σχόλια σας

Κάντε το σχόλιό σας, με σύνδεση από το facebook ή συμπληρώστε τα στοιχεία σας, στην παρακάτω φόρμα.

 


Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ > ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ
«Η Λάρικα» του Αλεξάντρ Σολζενίτσιν

μετάφραση: Ελένη Κατσιώλη «Μόνο αφού επέστρεψα στη Ρωσία, ήμουν σε θέση και πάλι να γράψω, εκεί δεν μπορούσα...» (Από επιστολή στο Νόβι Μιρ) Τι περίεργο δέντρο! Όταν την κοιτάζουμε είναι κωνοφόρο, ναι, κωνοφόρο. Αυτό...

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ > ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ
«Χαλανδριανέ μου αγέρα…» του Σωτήρη Σαράκη

«Α, το Χαλάνδρι! Πώς δεν το θυμάμαι, πήγαινα τότε πολύ ταχτικά. Τότε που είχα έρθει απ’ το νησί, έμενε εκεί ένας ξάδερφός μου και πήγαινα κάθε τρεις και λίγο. Μ’ άρεσε κιόλας, ήταν εξοχή, πώς να...

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ > ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ
«Το ενδεχόμενο» της Ντίνας Σαρακηνού

Δεν έπρεπε να συμφωνήσει στην παράλογη πρότασή της, του φαινόταν εξαιρετικά παρακινδυνευμένο. Αλλά τόσο τέλεια ήταν στα μάτια του, ώστε δεν μπορούσε να της αρνηθεί τίποτα. Θα με φάει αυτός ο έρωτας,...

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΕΙΣ

ΕΙΔΗΣΕΙΣ

ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΙ

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Διεύθυνση

Πτολεμαίων 4
(Πλατεία Προσκόπων)
11635 Αθήνα,
Τηλ.-fax: 210.7212307
info@diastixo.gr
ISSN: 2585-2485

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

Εγγραφείτε τώρα στο newsletter μας και μάθετε πρώτοι τα τελευταία νέα για το βιβλίο και για τις τέχνες.

*  Το email σας:

Με την επίσκεψη στο site μας, αποδέχεστε τη χρήση Cookies από το diastixo.gr, με σκοπό τη βελτίωση των υπηρεσιών που σας παρέχουμε.