«Χιόνι» της Αν Μπίτι

«Χιόνι» της Αν Μπίτι

ΧΙΟΝΙτης Αν Μπίτι

μετάφραση: Χριστίνα Μπάμπου-Παγκουρέλη

Θυμάμαι την κρύα νύχτα που έφερες μέσα μια στοίβα κούτσουρα κι ένα σκιουράκι πετάχτηκε την ώρα που ετοιμαζόσουν να τα αφήσεις κάτω. «Πού βρέθηκες εσύ εδώ;» του είπες, καθώς διέσχιζε το καθιστικό. Πέρασε από τη βιβλιοθήκη και σταμάτησε στην μπροστινή πόρτα σαν να γνώριζε το σπίτι καλά. Δύσκολο να το πιστέψει κανείς, παρά μόνο, ίσως, σαν θέμα ποιήματος. Την πρώτη μας εβδομάδα στο σπίτι την περάσαμε καθαρίζοντας, βρίσκοντας μερικά από τα μυστικά του σπιτιού, όπως την ταπετσαρία κάτω από την ταπετσαρία. Στην κουζίνα, ένα σχέδιο με λευκόχρυσο πλέγμα στήριζε πορφυρά σταφύλια μεγάλα και στρογγυλά σαν μπαλάκια του πινγκ πονγκ. Όταν βάψαμε τους τοίχους κίτρινους, σκεφτόμουν τα σταφύλια που υπήρχαν από κάτω και φανταζόμουν το κλήμα να προβάλλει ξανά, έτσι όπως μερικά φυτά σπρώχνουν πεισματικά για να ξαναβγούν. Τη μέρα με το πολύ χιόνι, όταν έπρεπε να καθαρίσεις το μονοπάτι και δεν μπορούσες να βρεις το σκούφο σου, με ρώτησες πώς να δέσεις μια πετσέτα για να μείνει στο κεφάλι σου – εσύ, με την άσπρη πετσέτα τουρμπάνι, σαν τρελός βασιλιάς του χιονιού. Στους άλλους άρεσε η ιδέα ότι ήμασταν μαζί, ότι αφήσαμε την πόλη για την εξοχή. Είχαμε τόσο πολλές επισκέψεις, και το τζάκι τους έκανε όλους να θέλουν να λένε απίστευτες ιστορίες: το παιδί που έτυχε να στέκεται στη σωστή γωνία όταν η πόρτα του φορτηγού με τα παγωτά άνοιξε και εκατοντάδες γρανίτες προσγειώθηκαν μπροστά του, ο άνθρωπος που στεκόταν στην ακροθαλασσιά, η άμμος έλαμπε στον ήλιο, ένας κόκκος άστραφτε περισσότερο από τους άλλους, και σκύβοντας βρήκε ένα διαμαντένιο δαχτυλίδι. Μιλούσαν για απίστευτα πράγματα επειδή νόμιζαν ότι κι εμείς θα γινόμασταν κάτι αντίστοιχο; Τώρα πια πιστεύω ότι μάλλον είχαν προβλέψει πως δε θα τα καταφέρναμε. Ήταν τόσο ανώφελο, σαν να δίνεις σε ένα παιδί φλιτζάνι και πιατάκι από το ίδιο σερβίτσιο. Θυμάσαι το βράδυ, έξω στην πρασιά, μέχρι τα γόνατα στο χιόνι, πιγούνια στραμμένα προς τον ουρανό καθώς ο άνεμος στροβίλιζε όλη αυτή τη λευκότητα; Ήταν σαν να είχε έρθει ο κόσμος τα πάνω κάτω, κι εμείς βρισκόμασταν σε έναν τεράστιο αγρό γεμάτο μικροσκοπικά λευκά αγριολούλουδα. Αργότερα, με τους προβολείς σβηστούς, το αυτοκίνητό μας ήταν το πρώτο που πάτησε το καινούργιο χιόνι. Ο κόσμος έξω από το αυτοκίνητο έδειχνε εκτεθειμένος στον ήλιο.

Εσύ τα θυμάσαι διαφορετικά. Θυμάσαι ότι το κρύο εγκαταστάθηκε σταδιακά, ότι μια μικρή καμπύλη φωτός χανόταν από το φεγγάρι νύχτα με τη νύχτα, ώσπου δε σε εξέπληξε πια το γεγονός ότι ο ουρανός ήταν μαύρος, ότι το σκιουράκι έτρεξε να κρυφτεί στα σκοτεινά, και όχι στην πόρτα που οδηγούσε στην απόδρασή του. Οι επισκέπτες μας έλεγαν τις ιστορίες που λένε πάντα οι άνθρωποι. Ένα βράδυ, κάνοντάς μου μάθημα περί διήγησης, είπες: «Οποιαδήποτε ζωή φαντάζει δραματική αν παραλείψεις να αναφέρεις το μεγαλύτερο μέρος της».

Λοιπόν, για την ολοκλήρωση του δράματος: Ξαναπήγα σ’ εκείνο το σπίτι λίγο καιρό πριν. Ήταν Απρίλης, και ο Άλεν είχε πεθάνει. Αντίθετα με την πληθώρα των επισκεπτών, ο Άλεν –έμενε δίπλα– παρέμεινε καλός φίλος στις κακές στιγμές. Κάθισα με τη γυναίκα του στο καθιστικό τους κοιτώντας έξω από τις τζαμένιες πόρτες στην πίσω αυλή, εκεί που ήταν η πισίνα του Άλεν, καλυμμένη ακόμη με το απλωμένο μαύρο πλαστικό για το χειμώνα. Είχε βρέξει, και όπως έπεφτε η βροχή, το κάλυμμα μάζευε όλο και πιο πολύ νερό ώσπου τελικά χύθηκε πάνω στο τσιμέντο. Όταν έφυγα εκείνη τη μέρα, πέρασα μπροστά από αυτό που είχε υπάρξει σπίτι μας. Τρεις ή τέσσερις βολβοί είχαν ανθίσει στην μπροστινή μεριά – ελάχιστες λευκές κουκκίδες, πουθενά ο αγρός του χιονιού. Αισθάνθηκα την αμηχανία τους. Πώς να τον συναγωνιστούν;

Αυτή είναι μια ιστορία ειπωμένη με τον τρόπο που εσύ λες ότι πρέπει να λέγονται οι ιστορίες. Κάποια μεγάλωσε, αγάπησε κάποιον, και πέρασε ένα χειμώνα στην εξοχή με τον αγαπημένο της. Αυτό είναι το βασικό περίγραμμα, και κάθε συζήτηση είναι μάταιη. Είναι τόσο άστοχη, σαν να πετάς σπόρους για τα πουλιά στο χώμα ενώ πέφτει ακόμη χιόνι συνεχώς. Ποιος έχει την απαίτηση να επιζούν τα μικρά πράγματα όταν ακόμα και τα μεγαλύτερα χάνονται; Οι άνθρωποι ξεχνούν χρόνια και θυμούνται στιγμές. Δευτερόλεπτα και σύμβολα απομένουν για να συνοψίζουν τις καταστάσεις: το μαύρο σάβανο πάνω από την πισίνα. Η αγάπη, στην πιο σύντομη μορφή της, γίνεται μια λέξη. Ό,τι θυμάμαι από όλη εκείνη την εποχή είναι μόνο ένας χειμώνας. Το χιόνι. Ακόμα και τώρα, όταν λέω «χιόνι», τα χείλη μου κινούνται για να φιλήσουν τον αέρα.

Χωρίς καμιά αναφορά στον εκχιονιστήρα που σαν να ήταν πάντα εκεί, να καθαρίζει το χιόνι από τον στενό μας δρόμο – μια αρτηρία ανοιχτή, αν και κανείς από τους δυο μας δε θα μπορούσε να πει πού ήταν η καρδιά.

 

Τα σχόλια σας

Κάντε το σχόλιό σας, με σύνδεση από το facebook ή συμπληρώστε τα στοιχεία σας, στην παρακάτω φόρμα.

 


Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ > ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ
«Χαλανδριανέ μου αγέρα…» του Σωτήρη Σαράκη

«Α, το Χαλάνδρι! Πώς δεν το θυμάμαι, πήγαινα τότε πολύ ταχτικά. Τότε που είχα έρθει απ’ το νησί, έμενε εκεί ένας ξάδερφός μου και πήγαινα κάθε τρεις και λίγο. Μ’ άρεσε κιόλας, ήταν εξοχή, πώς να...

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ > ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ
«Το ενδεχόμενο» της Ντίνας Σαρακηνού

Δεν έπρεπε να συμφωνήσει στην παράλογη πρότασή της, του φαινόταν εξαιρετικά παρακινδυνευμένο. Αλλά τόσο τέλεια ήταν στα μάτια του, ώστε δεν μπορούσε να της αρνηθεί τίποτα. Θα με φάει αυτός ο έρωτας,...

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ > ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ
«Ο κάτοικος της Καρκόσα» του Αμπρόουζ Μπιρς

Mετάφραση: Βερίνα Χωρεάνθη Υπάρχουν, λοιπόν, διαφορετικά είδη θανάτου – με κάποια το σώμα παραμένει, ενώ με κάποια άλλα σβήνει και χάνεται μαζί με το πνεύμα. Αυτό το τελευταίο συμβαίνει μόνο στη μοναξιά (έτσι...

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΕΙΣ

ΕΙΔΗΣΕΙΣ

ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΙ

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Διεύθυνση

Πτολεμαίων 4
(Πλατεία Προσκόπων)
11635 Αθήνα,
Τηλ.-fax: 210.7212307
info@diastixo.gr
ISSN: 2585-2485

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

Εγγραφείτε τώρα στο newsletter μας και μάθετε πρώτοι τα τελευταία νέα για το βιβλίο και για τις τέχνες.

 

Το email σας:
 
     

Με την επίσκεψη στο site μας, αποδέχεστε τη χρήση Cookies από το diastixo.gr, με σκοπό τη βελτίωση των υπηρεσιών που σας παρέχουμε.