Arne Dahl: συνέντευξη στη Μάριον Χωρεάνθη
Arne Dahl: συνέντευξη στη Μάριον Χωρεάνθη

Arne Dahl: συνέντευξη στη Μάριον Χωρεάνθη

Ο Άρνε Νταλ... δεν είναι ο Άρνε Νταλ. Είναι το ψευδώνυμο με το οποίο υπογράφει τα αστυνομικά του μυθιστορήματα ο Σουηδός δημοσιογράφος και κριτικός λογοτεχνίας Γιαν Άρναλντ, τακτικός συνεργάτης της εφημερίδας Dagens Nyheter (Καθημερινά Νέα) της Στοκχόλμης. Η σειρά βιβλίων του με πρωταγωνιστές τα μέλη της «Ομάδας Άλφα», ειδικευμένης στην εξιχνίαση διεθνών εγκλημάτων, διασκευάστηκε για την τηλεόραση από το σουηδικό κανάλι SVT1 και την εταιρεία παραγωγής Filmlance και προβλήθηκε μεταξύ 2011 και 2015 με τον τίτλο Arne Dahl, ενώ στη συνέχεια αγοράστηκε από το αγγλικό κανάλι BBC4. Η υποδοχή της από το τηλεοπτικό κοινό της Σουηδίας αλλά και της υπόλοιπης Ευρώπης, όπως και της Αμερικής, υπήρξε ενθουσιώδης. Τα βιβλία του Άρνε Νταλ έχουν μεταφραστεί σε αρκετές γλώσσες, σημειώνοντας παγκόσμια επιτυχία και αποσπώντας πλήθος βραβείων. Στην Ελλάδα κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Μεταίχμιο, σε ωραία μετάφραση του Γρηγόρη Κονδύλη. Ο συγγραφέας επισκέφθηκε την Αθήνα στις αρχές Νοεμβρίου, με αφορμή την πρόσφατη έκδοση στα ελληνικά του μυθιστορήματός του Μουσικές καρέκλες, δεύτερου μιας νέας σειράς με κεντρικό ήρωα ένα από τα μέλη της «Ομάδας Άλφα».

Το λογοτεχνικό σας ψευδώνυμο είναι αναγραμματισμός του πραγματικού σας ονόματος;

Μάλλον «ψευδο-αναγραμματισμός». Είχα εκδώσει κάποια βιβλία με το πραγματικό μου όνομα, Γιαν Άρναλντ. Ασχολήθηκα με τη λογοτεχνία από αγάπη για τις όμορφες ιστορίες. Ύστερα όμως από μερικά μυθιστορήματα, ένιωσα πως έχανα την επαφή μου με το αρχικό συναίσθημα – γινόμουν ολοένα και πιο «ακαδημαϊκός» και δεν είχα πια την ίδια όρεξη να γράψω. Συνειδητοποίησα πως έπρεπε να ξαναβρώ την ευχαρίστηση, την απόλαυση της συγγραφής. Δεν είχα πάψει να την αγαπώ, αλλά είχα ανάγκη να μετακινηθώ σε άλλο πεδίο, να σταματήσω να αγωνίζομαι να ξεπεράσω τον εαυτό μου. Κι έτσι έκανα κάτι εντελώς αλλιώτικο – έγινα κυριολεκτικά άλλος άνθρωπος. Πήρα τα γράμματα του επωνύμου μου, όπως σωστά παρατηρήσατε, και τους άλλαξα λίγο τη σειρά. Ήταν μια καθολική «μεταμόρφωση». Και τις ιστορίες που ήθελα να γράψω τις ανακάλυψα στον χώρο της αστυνομικής λογοτεχνίας.

Το ύφος γραφής σας είναι εξαιρετικά προσεγμένο έως ποιητικό, πράγμα που δεν συνηθίζεται στην αστυνομική λογοτεχνία.

Μα ο σκοπός μου δεν είναι μονάχα να αφηγηθώ την ιστορία. Το αστυνομικό μυθιστόρημα μπορεί να γίνει άκρως «τεχνικό»: έχεις διάφορες γραμμές πλοκής, που πρέπει να τις ενώσεις έτσι ώστε να βγαίνει νόημα. Τον πρωταρχικό λόγο έχει η υπόθεση – και οι περισσότεροι συγγραφείς του χώρου εστιάζουν σ’ αυτήν, χωρίς να πολυπροσέχουν τη γλώσσα που χρησιμοποιούν. Τους νοιάζει κυρίως η εξιχνίαση του εγκλήματος, η ενότητα του θεματικού ιστού. Κι έτσι, αμελούν τελείως το υφολογικό μέρος. Κάνουν ένα σχολαστικό σχεδιάγραμμα και νομίζουν ότι έγραψαν μυθιστόρημα. Η πλοκή είναι βέβαια το θεμέλιο, και αν είναι στέρεα δομημένη, με συναρπαστικές εξελίξεις ή ανατροπές και χαρακτήρες με τους οποίους μπορείς να ταυτιστείς, έχει καλώς. Όμως και η γλώσσα παίζει καθοριστικό ρόλο. Δεν φτάνει να «πεις τι έγινε» – το ζήτημα είναι και πώς θα το πεις. Είναι κρίμα να διαβάζεις ενδιαφέρουσες ιστορίες χωρίς «ψυχή», που παραθέτουν απλώς μια αλληλουχία γεγονότων. Για μένα, η συγγραφή είναι σύνθεση – σαν να ενορχηστρώνω ένα μουσικό κομμάτι. Ύστερα, όμως, πρέπει να παίξω κιόλας το κομμάτι αυτό. Και τότε είναι που ξεκινά στα σοβαρά το γράψιμο, με τη φροντίδα του ύφους στην πρώτη γραμμή. Μερικά σημεία μού βγαίνουν πολύ ποιητικά, όπως είδατε κι εσείς – πρέπει μάλιστα να πω ότι ευτύχησα να έχω έναν πολύ καλό Έλληνα μεταφραστή. Άλλα, πάλι, είναι γεμάτα δράση, ενώ αλλού επικρατεί μια διάθεση ενδοσκόπησης και στοχασμού ή γίνεται «στεγνή» πολιτική ανάλυση. Και όλα αυτά πρέπει να συνδυαστούν με τρόπο αβίαστο – γι’ αυτό είναι ύψιστης σημασίας το στοιχείο της σύνθεσης και είναι λάθος να το περιφρονούμε.

Είναι πιστή στα βιβλία σας η μεταφορά τους στην τηλεόραση;

Σε γενικές γραμμές, ναι. Η πρώτη σεζόν της σειράς ήταν πιο κοντά στις δικές μου ιστορίες. Στη δεύτερη, προστέθηκε ένα πρόσωπο (μια νεαρή αστυνομικίνα) το οποίο δεν υπάρχει στα βιβλία. Ένα άλλο, πάλι, «θυσιάστηκε»... Τι να γίνει, στις διασκευές συμβαίνουν αυτά.

Ζητούν τη γνώμη σας γι’ αυτές τις αλλαγές;

Ναι, βεβαίως. Και τα επιχειρήματά τους είναι συνήθως πειστικά. Στη νέα σειρά που ετοιμάζεται, ο διευθυντής της αστυνομίας έχει γίνει γυναίκα, ενώ στα βιβλία μου είναι άντρας. Και όπως ήταν φυσικό, χρειάστηκαν και άλλες σχετικές «μετατροπές». Αρχικά δεν ήμουν σύμφωνος, αλλά μου είπαν ότι έπρεπε να υπάρχει ίση εκπροσώπηση από άντρες και γυναίκες στο έργο, για λόγους πολιτικής ορθότητας. Ύστερα από μια πολύ μεγάλη συζήτηση, με έπεισαν. Εξακολουθώ να μη συμφωνώ επί της ουσίας, αλλά κατανοώ και τη δική τους θέση. Άλλωστε τον ρόλο έχει αναλάβει μια εξαιρετική ηθοποιός, οπότε δεν έχω παράπονο – είμαι σίγουρος ότι θα τα καταφέρει περίφημα. Κι έπειτα, στη δεύτερη σεζόν θα εξαφανιστεί... Επειδή όμως πάλι θα είναι περισσότεροι οι άντρες, θα προστεθεί μια κοπέλα και θα αφαιρεθεί ένας άντρας. Όσο και αν δεν ενθουσιάστηκα, αναγκάστηκα να το δεχτώ, γιατί δεν μπορούσε να γίνει διαφορετικά. Στο σύνολό τους, ωστόσο, οι τηλεοπτικές προσαρμογές των βιβλίων μου δεν τα αδικούν. Η εμπειρία ομολογώ πως είναι θαυμάσια. Ως τώρα δεν με έχει απογοητεύσει. Οι ηθοποιοί συνεργάζονται και αποδίδουν άψογα τους χαρακτήρες και τις αλληλεπιδράσεις τους, πράγμα ιδιαίτερα σημαντικό. Όχι μονάχα για το έργο, μα και για μένα τον ίδιο, γιατί έζησα δέκα χρόνια μαζί με αυτά τα πρόσωπα και καταχάρηκα βλέποντάς τα να ζωντανεύουν με τόση επιτυχία. 

Ύστερα όμως από μερικά μυθιστορήματα, ένιωσα πως έχανα την επαφή μου με το αρχικό συναίσθημα – γινόμουν ολοένα και πιο «ακαδημαϊκός» και δεν είχα πια την ίδια όρεξη να γράψω. Συνειδητοποίησα πως έπρεπε να ξαναβρώ την ευχαρίστηση, την απόλαυση της συγγραφής. Δεν είχα πάψει να την αγαπώ, αλλά είχα ανάγκη να μετακινηθώ σε άλλο πεδίο, να σταματήσω να αγωνίζομαι να ξεπεράσω τον εαυτό μου.

Η σειρά είναι επίσης πολύ ατμοσφαιρική...

Πράγματι. Έχει κάτι το ελκυστικά «σκοτεινό», χαρακτηριστικό της σκανδιναβικής αισθητικής. Το λεγόμενο «σκανδιναβικό νουάρ» διαθέτει μια ξεχωριστή ταυτότητα, η οποία ορίζεται πρωταρχικά από την αισθητική. Στις τηλεοπτικές σειρές, κυρίως, είναι εμφανέστατη. Φτάνει να δει κανείς δυο τρία στιγμιότυπα για να την αναγνωρίσει. Παίζει ρόλο ο φωτισμός, ο καιρός μας που τον περισσότερο χρόνο είναι κρύος, με βροχές και χιόνι – ακριβώς το αντίθετο απ’ ό,τι στην Αθήνα! Και βέβαια, το ύφος της κινηματογράφησης, που φέρνει τους χαρακτήρες πιο κοντά στον θεατή. Δεν υπάρχει η απόσταση που βλέπουμε καμιά φορά στην αμερικανική ή τη βρετανική τηλεόραση. Τα συναισθήματα και οι αντιδράσεις των προσώπων βιώνονται πολύ έντονα – το ίδιο, εξάλλου, συμβαίνει και στη λογοτεχνία. Πρόκειται για «αληθινούς», «κανονικούς» ανθρώπους, με καθημερινή ζωή και προβλήματα. Γι’ αυτό και η ατμόσφαιρα του «σκανδιναβικού νουάρ» είναι τόσο αυθεντική.

Και οι ηθοποιοί μοιάζουν κιόλας με «κανονικούς» ανθρώπους.

Όντως – δεν είναι «ψεύτικα» όμορφοι, ούτε πάνε στη δουλειά τους ντυμένοι με την τελευταία λέξη της μόδας. Είναι πολύ ανθρώπινοι. Έχουν την άσχημη πλευρά τους, το παρελθόν τους για το οποίο δεν είναι πάντα περήφανοι, ερωτεύονται λάθος άτομα – όπως τυχαίνει και στη ζωή. Οι αστυνομικοί είναι καλό να παρουσιάζονται σαν «πραγματικοί», πολυδιάστατοι άνθρωποι. Όποτε, λοιπόν, πρέπει να λύσουν μια υπόθεση με «σκοτεινά», δυσάρεστα στοιχεία, ο θεατής δοκιμάζει τα ίδια συναισθήματα μ’ εκείνους. Κι έτσι, η ιστορία γίνεται πιο ενδιαφέρουσα – ή ίσως και πιο τρομακτική, γιατί με το να έρχεσαι κοντά στο έγκλημα, το ζεις με ακόμα μεγαλύτερη δραματικότητα. Αυτό είναι, πιστεύω, το σήμα κατατεθέν του «σκανδιναβικού νουάρ». Ένα άλλο χαρακτηριστικό είναι η ισότητα που έχουμε, λίγο πολύ, στις σκανδιναβικές κοινωνίες: θα έχετε προσέξει ότι οι υφιστάμενοι απευθύνονται στους ανωτέρους τους στον ενικό και με τα μικρά τους ονόματα. Δεν υπάρχει ιεραρχία με τη συμβατική έννοια, άρα όσοι κατέχουν υψηλές θέσεις δεν είναι απλησίαστοι. 

Ορισμένες φορές αναγκάζεσαι να καταδυθείς στα βάθη του ψυχισμού τους, να «μπεις» σε ένα μυαλό που σε κανονικές συνθήκες δεν θα ήθελες να ξέρεις καν πώς λειτουργεί. Και αυτό είναι, νομίζω, χαρακτηριστικό της «υψηλής» λογοτεχνίας – το να προσπαθείς να καταλάβεις πώς σκέφτεται ως και το πιο απεχθές πρόσωπο και να αναδεικνύεις την ανθρώπινη πλευρά του.

Σας είναι εύκολο ή δύσκολο να επινοείτε νέα εγκλήματα;

Μπορεί να γίνει πάρα πολύ δύσκολο, γιατί τα εγκλήματα που έχουν διαπραχθεί στην πραγματικότητα είναι άπειρα, πέρα απ’ το ότι στις μέρες μας μαθαίνονται πολύ εύκολα. Όποιος παρακολουθεί το αστυνομικό δελτίο, τα ξέρει απ’ έξω κι ανακατωτά – επομένως, ελάχιστα έχουν μείνει ανεξερεύνητα. Προκειμένου να μην αναμασάμε συνεχώς τα ίδια, να μη γράφουμε ξανά και ξανά το ίδιο βιβλίο, προσπαθούμε να προσεγγίσουμε παλιά και διαβόητα εγκλήματα με διαφορετική οπτική. Οι κατά συρροήν δολοφόνοι, για παράδειγμα, είναι θέμα χιλιοχρησιμοποιημένο – κι ύστερα, δεν είναι πια και τόσο πολλοί στον κόσμο, όσο θα νόμιζε κανείς κρίνοντας από τα βιβλία και τα σίριαλ. Είναι πρόκληση το να πρωτοτυπήσεις, ειδικά αν επιλέξεις να καταπιαστείς με γνωστά εγκλήματα του παρελθόντος. Μια λύση είναι να τα θεωρήσεις ως αιτίες μεταγενέστερων εγκλημάτων –για λόγους εκδίκησης, ας πούμε– μια και πολλά από τα σημερινά δεν είναι και τόσο ενδιαφέροντα από μόνα τους. Υπάρχουν, βέβαια, και τα μελλοντικά, που πρέπει να κάτσεις να τα σχεδιάσεις από πριν. Είναι αναγκαίο να βρεθεί μια ισορροπία μεταξύ τους. Όταν ασχολείσαι μ’ ένα έγκλημα παρελθοντικό, είναι σαν να επιχειρείς να αποδώσεις δικαιοσύνη, ενώ όταν αναφέρεσαι στο μέλλον, εμπλέκεται και το στοιχείο της αγωνίας – για το αν θα κατορθώσεις, λόγου χάρη, να αποτρέψεις το κακό. Στην κλασική αστυνομική λογοτεχνία, όπως της Άγκαθα Κρίστι, η ανακάλυψη ενός πτώματος είναι απόρροια ενός εγκλήματος που έχει ήδη διαπραχθεί και το ζητούμενο είναι να βρεθεί ο δράστης του. Σήμερα γίνονται συνδυασμοί όλων των παραπάνω: κάτι στα γεγονότα του χτες δεν «κολλάει», οπότε η αστυνομία (ή ο αστυνομικός ερευνητής ή ερευνήτρια) πρέπει να «διορθώσει» το παρελθόν. Και το μελλοντικό στοιχείο είναι απαραίτητο – όταν πρέπει να κυνηγήσεις τον «κακό» που απειλεί να κάνει κάτι πολύ επικίνδυνο στο μέλλον. Αυτό εντείνει την αγωνία του αναγνώστη και είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον για τον ίδιο τον συγγραφέα. Η σύγχρονη αστυνομική λογοτεχνία αποτελεί συγκερασμό διάφορων ειδών: μπορεί να παίρνει τα θέματά της από τη «συμβατική» λογοτεχνία – τον κοινωνικό ρεαλισμό ή την ψυχολογία, ας πούμε, ή ακόμα και την πολιτική...

Θα μπορούσαμε να πούμε ότι είναι «καθρέφτης» της σημερινής κοινωνίας.

Ακριβώς. Και μου δίνει την ευκαιρία να ερευνήσω την ψυχοσύνθεση ενός διαταραγμένου ατόμου – δεν με ενδιαφέρουν τόσο οι απλοί κλέφτες, που εγκληματούν από απληστία και καταφέρνουν να ξεφύγουν απ’ τον νόμο. Το καλύτερο έγκλημα, φυσικά, είναι εκείνο που δεν γνωρίζουμε καν ότι έχει γίνει. Τέτοια εγκλήματα διαπράττονται κυρίως από υψηλά ιστάμενους. Στη νέα σειρά βιβλίων μου, κάνω μια απόπειρα να θίξω το φαινόμενο αυτό. Οι Μουσικές καρέκλες είναι κατεξοχήν παράδειγμα: οι δράστες έχουν μείνει ασύλληπτοι για χρόνια, ώσπου ένα πρόσωπο απ’ το παρελθόν έρχεται να τους «στοιχειώσει».

Το ότι πρέπει να ταυτιστείτε και με έναν εγκληματία σάς κοστίζει συναισθηματικά;

Σίγουρα μου κοστίζει. Είναι πολύ τρομακτικό. Όταν γράφω, μου αρέσει να πλησιάζω τον κάθε χαρακτήρα που δημιουργώ, να κατανοώ τα κίνητρά του. Αν είναι ένας κοινός απατεώνας που κλέβει για να ζει μέσα στην πολυτέλεια, τότε δεν με ελκύει ιδιαίτερα. Αν όμως είναι κάποιος απ’ το παρελθόν που διψά για εκδίκηση, το θέμα γίνεται συναρπαστικό. Αυτών των ατόμων η ψυχολογία μού κινεί περισσότερο το ενδιαφέρον. Ορισμένες φορές αναγκάζεσαι να καταδυθείς στα βάθη του ψυχισμού τους, να «μπεις» σε ένα μυαλό που σε κανονικές συνθήκες δεν θα ήθελες να ξέρεις καν πώς λειτουργεί. Και αυτό είναι, νομίζω, χαρακτηριστικό της «υψηλής» λογοτεχνίας – το να προσπαθείς να καταλάβεις πώς σκέφτεται ως και το πιο απεχθές πρόσωπο και να αναδεικνύεις την ανθρώπινη πλευρά του. Γιατί, μέσα στο πλαίσιο της δικής του κοσμοθεωρίας, έχει μια λογική. Μπορεί εξωτερικά να δίνει την εντύπωση μανιακού, αλλά υπάρχουν αιτίες που υποκινούν τη συμπεριφορά του – ή της, αν και οι περισσότεροι εγκληματίες είναι άντρες... 

Οποιος έχει περάσει δικτατορία –εσείς οι Έλληνες, ας πούμε– ίσως είναι πιο ευαίσθητος ως προς το θέμα αυτό, δεν επιθυμεί να επαναληφθεί η κατάσταση. Εμείς οι Σουηδοί δεν έχουμε παρόμοια εμπειρία. Ζούμε τόσο πολύ καιρό σε δημοκρατικό καθεστώς, ώστε νομίζουμε ότι πάντα έτσι θα είναι. Ώσπου ξαφνικά αντιλαμβανόμαστε πως δεν πρόκειται για κάτι το αυτονόητο. Όταν στην εξουσία ανεβαίνουν επικίνδυνα άτομα, η δημοκρατία κινδυνεύει.

Ή οι γυναίκες δεν πιάνονται τόσο εύκολα, γιατί συνήθως δεν τις υποπτεύονται ή τις θεωρούν εξ ορισμού θύματα.

Οι γυναίκες είναι οπωσδήποτε πιο έξυπνες απ’ τους άντρες – αλλά μην πείτε πουθενά ότι το είπα αυτό! Τουλάχιστον οι πιο πολλοί εγκληματίες που βλέπουμε είναι άντρες. Απ’ την άλλη, ο κόσμος αλλάζει και, όσο οι γυναίκες αποκτούν μεγαλύτερη δύναμη και ελευθερία, έχουν την ευκαιρία να γίνουν και καλύτεροι δολοφόνοι, με περισσότερα μέσα στη διάθεσή τους. Πάντως, είτε πρόκειται για γυναίκες είτε για άντρες, είναι πάντα επώδυνο να τους «υποδύεσαι» έστω και νοερά, να αντιμετωπίζεις από τόσο κοντά πράγματα ή σκέψεις που σε φοβίζουν και να διακρίνεις σ’ αυτά μια λογική – όχι τη συμβατική, αλλά ένα διαφορετικό είδος λογικής. Όπως, για παράδειγμα, η εμπλοκή ιδιωτικών εταιρειών σε πολεμικές επιχειρήσεις ή η διεξαγωγή μαζικών «κοινωνικών πειραμάτων», που προσωπικά με ανησυχούν πάρα πολύ. Προτιμώ ωστόσο να τα προσεγγίζω με κύριο άξονα τα κοινωνικά ζητήματα, γιατί είναι λιγότερο «αφηρημένα» και πιο οικεία στους αναγνώστες. Όχι πως δεν θα είχε ενδιαφέρον να ασχοληθώ και με ένα θέμα καθαρά πολιτικό, να κοιτάξω πίσω και από ένα τέτοιο προκάλυμμα, αλλά τότε θα έπρεπε να γράψω άλλου είδους ιστορίες. Προς το παρόν αναμειγνύω συστατικά απ’ όλα τα πεδία, σαν να κινώ μια κάμερα από τα κοντινά πλάνα στις πανοραμικές λήψεις. Τη μέθοδο αυτή έχω ακολουθήσει σ’ όλα μου τα βιβλία ως τώρα και τη βρίσκω πολύ ενδιαφέρουσα και διασκεδαστική, γιατί με βοηθά να πλέκω μεταξύ τους ξεχωριστές ιστορίες με κοινά σημεία αναφοράς. Είναι αρκετά πιο απαιτητική από τον τρόπο γραφής των κλασικών αστυνομικών μυθιστορημάτων, αλλά μου επιτρέπει να μετακινώ την πλοκή από τοπικό σε διεθνές επίπεδο και να εκμεταλλεύομαι «δραματουργικά» τις δυνατότητες που μου δίνει αυτό.

Πρέπει επομένως να ενημερώνεστε ανελλιπώς για τα διεθνή τεκταινόμενα, προκειμένου να τα εντάσσετε στις ιστορίες σας.

Φυσικά! Αυτή η σειρά βιβλίων χρειάστηκε εντατική έρευνα, έτσι ώστε να κατανοήσω τι συμβαίνει στον κόσμο και να εντοπίσω εγκλήματα που θα μπορούσαν να έχουν ενδιαφέρον. Και όχι μόνο στις μέρες μας, αλλά και στο παρελθόν – ένα άδικο που πρέπει να αποκατασταθεί, μια παλιά υπόθεση που επανεξετάζεται μέσα απ’ το πρίσμα της σημερινής ματιάς. Υπάρχουν τρομερές αληθινές ιστορίες που αξίζει να ξαναειπωθούν, όπως εκείνη του νησιού-φυλακής στις Μουσικές καρέκλες. Αναγκάστηκα να έρθω σε επαφή με πράγματα που με απωθούσαν, για να μπορέσω να «μπω στο πετσί» του ήρωά μου, να αισθανθώ κι εγώ την οργή του, τη μανία του να εκδικηθεί, να αποδώσει δικαιοσύνη.

Καταφέρατε επίσης το ακατόρθωτο: να κάνετε ενδιαφέρουσα την πολιτική...

Σας ευχαριστώ πολύ που το λέτε αυτό. Ήταν ο στόχος μου, άλλωστε – στην εποχή μας ειδικά, που η πολιτική έχει γίνει κάτι τόσο απόμακρο. Έπρεπε να το καταφέρω, για να δείξω πόσο μετράει ο ρόλος της, τι συνέπειες μπορεί να έχει στη ζωή των ανθρώπων: μια λανθασμένη απόφαση «αφ’ υψηλού» μπορεί να αποβεί ολέθρια. Και επεδίωξα να γίνει αυτό με τρόπο που θα τραβούσε το ενδιαφέρον, να μετατρέψω τα γεγονότα σε μια ζωντανή, ελκυστική ιστορία. Γιατί ο κόσμος δεν ασχολείται πια με την πολιτική, τη θεωρεί άσχετη με την καθημερινότητά του – δεν αισθάνεται ότι τον αγγίζει καν στην πραγματική του ζωή.

Μήπως φταίνε γι’ αυτό και τα μέσα ενημέρωσης, που όταν μιλούν για πολιτική χρησιμοποιούν όρους ακατανόητους για τον περισσότερο κόσμο; Σαν να πρόκειται για παράλληλο σύμπαν...

Ακριβώς. Κι αυτό είναι πάρα πολύ άσχημο. Η δουλειά της πολιτικής είναι να υπηρετεί τους πολίτες και να φροντίζει για την ευημερία τους, προφανώς όμως όλοι (ή σχεδόν όλοι) το έχουν ξεχάσει αυτό. Οι πολιτικοί κοιτούν το δικό τους συμφέρον και όχι της χώρας τους. Η δημοκρατία είναι πολύτιμος θεσμός, σπουδαία σύλληψη – ιδίως στις μέρες μας, που είναι ανάγκη περισσότερο από ποτέ να την προστατέψουν όσοι ζουν μέσα σ’ αυτήν. Θεωρούμε δεδομένη την ιδέα της ισότητας ανάμεσα στους ανθρώπους, ούτε που τη συζητάμε πλέον. Αλλά όποιος έχει περάσει δικτατορία –εσείς οι Έλληνες, ας πούμε– ίσως είναι πιο ευαίσθητος ως προς το θέμα αυτό, δεν επιθυμεί να επαναληφθεί η κατάσταση. Εμείς οι Σουηδοί δεν έχουμε παρόμοια εμπειρία. Ζούμε τόσο πολύ καιρό σε δημοκρατικό καθεστώς, ώστε νομίζουμε ότι πάντα έτσι θα είναι. Ώσπου ξαφνικά αντιλαμβανόμαστε πως δεν πρόκειται για κάτι το αυτονόητο. Όταν στην εξουσία ανεβαίνουν επικίνδυνα άτομα, η δημοκρατία κινδυνεύει...

Ακριβώς εξαιτίας της ίδιας του της φύσης, ο θεσμός είναι ιδιαίτερα ευπαθής.

Όντως. Είναι πολύ δύσκολο να οικοδομηθεί και πολύ εύκολο να καταρρεύσει. Χρειάζεται λοιπόν χρόνος για να ληφθούν αποφάσεις, προκειμένου να παραμένει η κατάσταση υπό έλεγχο. Δεν γίνεται να αποφασίζει ο καθένας ό,τι του καπνίσει – όπως ο Ντόναλντ Τραμπ, λόγου χάρη, ο οποίος πίστευε πως θα μπορεί να κάνει ό,τι θέλει, μόνο και μόνο με μια ανάρτηση στο Twitter. Αυτή είναι η αντίληψή του για το πώς κυβερνάται μια χώρα. Όμως το δημοκρατικό σύστημα δεν του επιτρέπει τέτοιες ασυδοσίες. Υπάρχει έστω κι αυτή η προστασία, πράγμα αρκετά παρήγορο. Ο Τραμπ, βέβαια, αποτελεί ιδιάζουσα περίπτωση. Γεγονός είναι, ωστόσο, ότι η δημοκρατία στις μέρες μας δέχεται πλήγματα και πρέπει να τη διαφυλάξουμε. 

Για τη λογοτεχνία, βέβαια, ιδίως την αστυνομική, η εποχή μας είναι μάλλον ευνοϊκή: της προσφέρει πρώτης τάξεως υλικό. Και επίσης είναι μια εποχή όπου αμφισβητείται η επιστήμη και η αλήθεια, ακόμα και όταν τη στηρίζουν απτές αποδείξεις. Το στοιχείο του φανταστικού αποτελεί ήδη μέρος της καθημερινότητας.

Η στροφή προς ακραίες ιδεολογίες, για παράδειγμα...

Ναι, εδώ στην Ελλάδα – όπως και στη Σουηδία. Υπάρχει μια ανερχόμενη παράταξη που κοντεύει να πιάσει το 20% των ψήφων. Ονομάζονται, μάλιστα, «Δημοκράτες», αν και ελάχιστα πιστεύουν στη δημοκρατία. Ως τώρα, είχαμε την εντύπωση ότι εμάς δεν μας άγγιζαν τέτοιες ακρότητες. Στην Ανατολική Ευρώπη, επίσης, όπου έχουν αποκτήσει ισχύ οι μεγάλες συντηρητικές ομάδες και οι λαϊκιστές, ενώ είναι ξεκάθαρα ανεπιθύμητοι οι πρόσφυγες. Απ’ την άλλη, έχουμε τις αποσχίσεις κρατιδίων, όπως συμβαίνει με την Καταλονία και τη Σκοτία. Κανείς δεν έχει καταλάβει για ποιο λόγο γίνονται αυτά. Αν όμως δούμε από ιστορική άποψη το ζήτημα, θα διαπιστώσουμε ότι ζούμε σε μια εποχή εκτεταμένων «αυτοκρατοριών» –και η Ευρωπαϊκή Ένωση, κατά κάποιον τρόπο, είναι μια «αυτοκρατορία», όπως και οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Ρωσία ή η Κίνα– ενώ διακόσια χρόνια πριν, υπήρχαν πολλές και μικρότερες αυτόνομες «μονάδες». Ίσως, λοιπόν, επιστρέφουμε σ’ εκείνο το σχήμα. Και αυτό, κάτω από τις παρούσες συνθήκες, δεν είναι καθόλου καλό. Εδώ στην Ελλάδα, δεν νομίζω να έχουν εκδηλωθεί τέτοιες τάσεις...

Προς το παρόν, τουλάχιστον, όχι. Και θα ήταν μάλλον σουρεαλιστικό, γιατί μετά την απελευθέρωση από τους Τούρκους, η Ελλάδα τρόμαξε να επανενωθεί.

Σωστά... Και ευτυχώς, ούτε στη Σουηδία έχει παρουσιαστεί το φαινόμενο (αλλά ποτέ δεν ξέρεις τι γίνεται). Υποθέτω όμως ότι μία από τις αιτίες του είναι τα μεγάλα προβλήματα των μεγάλων συνασπισμών. Εξακολουθεί βέβαια να φαντάζει παράλογο, γιατί στο πλαίσιο της σημερινής παγκοσμιοποίησης, οτιδήποτε άλλο είναι προϊόν φαντασίας. Δεν είναι δυνατόν να αυτοσυντηρηθεί ένα χωριουδάκι. Κι έπειτα, το διαδίκτυο έχει ενώσει όλο τον κόσμο, ακυρώνοντας, ουσιαστικά, τα σύνορα. Δεν μπορούμε πια να γυρίσουμε πίσω – ούτε καν να το διανοούμαστε. Διαφορετικά, θα έπρεπε να καταργήσουμε το διαδίκτυο, να σταματήσουμε το διεθνές εμπόριο και να το πάρουμε απόφαση πως θα ζούμε φτωχικά ή σε πρωτόγονες συνθήκες. Μπορεί και να το χρειαζόμαστε, γιατί παραέχουμε βολευτεί – αν και προσωπικά θα προτιμούσα να μη συμβεί ποτέ κάτι τέτοιο.

Παρ’ όλα τα προβλήματά του, ο σύγχρονος κόσμος έχει και προτερήματα. Με το πάτημα ενός διακόπτη έχουμε φως – πράγμα το οποίο θεωρούμε πια δεδομένο.

Οπωσδήποτε. Ο αστικός τρόπος ζωής στις «ελεύθερες» κοινωνίες έχει όντως τις θετικές του πλευρές. Και θα ήταν κρίμα να χαθεί στα καλά του καθουμένου. Αφήστε που δεν μπορώ με τίποτα να φανταστώ εμάς τους καλομαθημένους αστούς να πηγαίνουμε στο δάσος για ξύλα και να ψάχνουμε για πόσιμο νερό, ενώ δεν έχουμε ιδέα από τέτοια πράγματα.

Αυτό θα ήταν μετα-αποκαλυπτικό σενάριο...

Πράγματι – και η πολιτική μου άποψη για την εποχή μας είναι ότι πρέπει πάση θυσία να προστατέψουμε τη δημοκρατία μας, γιατί οι κίνδυνοι που την απειλούν είναι πλέον ορατοί. Αυτό το μήνυμα προσπαθώ να περάσω στα βιβλία μου. Ζούμε σε άσχημους καιρούς – όχι τους χειρότερους, αλλά αρκετά δυσοίωνους. Για τη λογοτεχνία, βέβαια, ιδίως την αστυνομική, η εποχή μας είναι μάλλον ευνοϊκή: της προσφέρει πρώτης τάξεως υλικό. Και επίσης είναι μια εποχή όπου αμφισβητείται η επιστήμη και η αλήθεια, ακόμα και όταν τη στηρίζουν απτές αποδείξεις. Το στοιχείο του φανταστικού αποτελεί ήδη μέρος της καθημερινότητας.

Και ο κόσμος πιστεύει τα πάντα.

Ναι, διότι ζούμε σε μια κοινωνία «μετα-αλήθειας». Πράγμα άκρως ανησυχητικό, γιατί στην ουσία δεν υπάρχει πια τίποτα που ν’ αξίζει την πίστη μας και κοντεύουμε να χάσουμε την επαφή μας με την πραγματικότητα. Ο καθένας ζει μέσα σε μια μικρή σφαίρα γεμάτη αυταπάτες και όλη του η εμπειρία είναι μονάχα αυτή. Τέτοια άτομα μπορούν να γίνουν πολύ επικίνδυνα όταν βρεθούν αντιμέτωπα με την πραγματικότητα, αφού συνήθως οι αντιδράσεις τους είναι απρόβλεπτες.

Παρά την τεχνολογική πρόοδο, είναι σαν να έχουμε ξαναγυρίσει στον Μεσαίωνα – με τα μαγικά μαντζούνια «διά πάσαν νόσον», ας πούμε...

Έχετε δίκιο – ο Μεσαίωνας επιστρέφει με απειλητικές διαθέσεις και, μάλιστα, με σύμμαχό του το διαδίκτυο. Οι μεσαιωνικές ιδέες διαδίδονται μέσω της υψηλής τεχνολογίας! Και αυτό είναι εξαιρετικά επικίνδυνο. Μα και οι φανατικοί ισλαμιστές, για παράδειγμα, ακολουθούν παρόμοιες μεθόδους. Για μένα, δεν είναι παρά άλλη μια ακραία ομάδα λαϊκιστών, που ωστόσο κάνουν φρικτά πράγματα χωρίς να υπολογίζουν την ανθρώπινη ζωή. Είναι όμως κι ένα γνήσιο μεσαιωνικό φαινόμενο, καθώς, μεταξύ άλλων, επαναφέρουν τις δημόσιες θανατώσεις ως λαϊκό θέαμα. Η ίδια τους η ιδεολογία επιτάσσει την επιστροφή στον 7ο αιώνα. Εκμεταλλεύονται την απογοήτευση των νέων παιδιών που δεν βρίσκουν νόημα στη ζωή τους. Σε τελική ανάλυση, είναι άχρηστοι στην εποχή μας από κοινωνική άποψη, διότι απευθύνονται σε άτομα αμόρφωτα και ψυχικά διαταραγμένα. Δεν έχουν ιδέα από δημοκρατικούς θεσμούς, ούτε είναι εφικτό να τους δώσει κανείς να καταλάβουν περί τίνος πρόκειται. Ζουν σε έναν κόσμο εντελώς διαφορετικό. Ας ελπίσουμε να μη δούμε ποτέ πόσο επικίνδυνοι μπορούν πραγματικά να γίνουν. Επιμένω πάντως να είμαι αισιόδοξος – η ανθρωπότητα περνάει μία ακόμα φάση κοινωνικών αλλαγών, όπως και άπειρες φορές στο παρελθόν. Η ανεργία έχει φτάσει στα ύψη και για πολλούς ανθρώπους δεν υπάρχει τρόπος να ενταχθούν εποικοδομητικά στην κοινωνική «μηχανή»: άλλο ένα στοιχείο που μπορεί να τους κάνει επικίνδυνους ή να έχει τραγικές γι’ αυτούς επιπτώσεις. Είναι ο ίδιος μικρόκοσμος που αντικατοπτρίζεται στην κατάσταση των χωρών του κόσμου. Τα ζητήματα αυτά με απασχολούν – το πώς συνδεόμαστε όλοι μεταξύ μας, ανεξάρτητα από σύνορα. Και το πόσο «αυστηροί» μπορούν πλέον να είναι οι κάθε είδους διαχωρισμοί. Το θέμα καταλήγει να γίνεται υπαρξιακό, τόσο για μας όσο και για τους άλλους. Θα είμαστε φίλοι ή εχθροί; Και μέσα σ’ όλα, αίφνης η θρησκεία αποκτά ζωτική σημασία, εκεί που είχε λίγο πολύ ξεμείνει στο περιθώριο και την τιμούσαν μόνο και μόνο από σεβασμό στην παράδοση, δίχως όμως να παρεμβαίνει στην κοινωνική ζωή. Αυτό είναι επίσης ιδιαίτερα ανησυχητικό.

Και μας πηγαίνει ένα βήμα πίσω.

Σίγουρα. Είναι εντελώς άλλο πράγμα το να πιστεύει κανείς στον Θεό και να τηρεί το τυπικό της θρησκείας του, και άλλο το να αφήνει την «πίστη» του να κυβερνά τη ζωή του, ή ακόμα χειρότερα, να αποφασίζει για το πώς θα συμπεριφέρεται μια ολόκληρη κοινωνία. Και είναι πάρα πολύ δύσκολο, αν όχι αδύνατον, να «ξεριζωθεί» ο θρησκευτικός φανατισμός. Πιστεύω πως αυτά συμβαίνουν επειδή, ενδόμυχα, όλοι έχουμε ανάγκη από καθοδήγηση, από «φώτιση», ώστε να στραφούμε προς ό,τι είναι θετικό για μας. Και κατά τη γνώμη μου, η μόνη θετική «φώτιση» είναι η γνώση, η κατανόηση του πώς λειτουργεί ο κόσμος μας.

Ευτυχώς, σήμερα υπάρχει άφθονη πληροφόρηση. Και «καλή» και «κακή», αλλά υπάρχει. 

Οι μεσαιωνικές ιδέες διαδίδονται μέσω της υψηλής τεχνολογίας! Και αυτό είναι εξαιρετικά επικίνδυνο. Μα και οι φανατικοί ισλαμιστές, για παράδειγμα, ακολουθούν παρόμοιες μεθόδους. Για μένα, δεν είναι παρά άλλη μια ακραία ομάδα λαϊκιστών, που ωστόσο κάνουν φρικτά πράγματα χωρίς να υπολογίζουν την ανθρώπινη ζωή. Είναι όμως κι ένα γνήσιο μεσαιωνικό φαινόμενο, καθώς, μεταξύ άλλων, επαναφέρουν τις δημόσιες θανατώσεις ως λαϊκό θέαμα. Η ίδια τους η ιδεολογία επιτάσσει την επιστροφή στον 7ο αιώνα.

Πιστεύω πως κι αυτή είναι μια φάση που περνάμε υποχρεωτικά. Λόγω της παγκοσμιοποίησης και της ταχύτητας με την οποία συμβαίνουν όλα, το τοπίο γενικά είναι θολό και νιώθουμε «χαμένοι». Έχω όμως την ελπίδα ότι οι επόμενες γενιές θα το δουν να ξεκαθαρίζει, πιθανώς και από μόνο του. Εξάλλου, ο άνθρωπος διαθέτει το ένστικτο της αυτοσυντήρησης κι έχει επανειλημμένα καταφέρει να επιβιώσει. Είναι επίσης ευπροσάρμοστος στις νέες συνθήκες – μπορεί να του πάρει λίγο χρόνο, αλλά στο τέλος βρίσκει τη θέση και τον δρόμο του...

 

Ομάδα Opcop 2: Μουσικές καρέκλες
Arne Dahl
Μετάφραση: Γρηγόρης Κονδύλης
Μεταίχμιο
600 σελ.
ISBN 978-618-03-0988-1
Τιμή: €18,80
001 patakis eshop


 

Τα σχόλια σας

Κάντε το σχόλιο σας, με σύνδεση από το facebook ή συμπληρώστε τα στοιχεία σας, στην παρακάτω φόρμα.

 


Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ > ΞΕΝΟΙ
Jean-Michel Guenassia: συνέντευξη στον Ελπιδοφόρο Ιντζέμπελη

Ο Ζαν-Μισέλ Γκενασιά γεννήθηκε στο Αλγέρι το 1950. Σπούδασε νομικά και εργάστηκε ως δικηγόρος. Έχει γράψει σενάρια και θεατρικά έργα και έχει εκδώσει τρία βιβλία, το Pour cent millons (1986, βραβείο αστυνομικού...

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΕΙΣ

ΕΙΔΗΣΕΙΣ

ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΙ

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Το μήνυμά σας

Διεύθυνση

Πτολεμαίων 4
(Πλατεία Προσκόπων)
11635 Αθήνα,
Τηλ.-fax: 210.7212307
info@diastixo.gr
ISSN: 2585-2485

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

Εγγραφείτε τώρα στο newsletter μας και μάθετε πρώτοι τα τελευταία νέα για το βιβλίο και για τις τέχνες.

 

Το email σας: