A+ A A-

ΣΟΦΙΑ ΝΙΚΟΛΑΪΔΟΥ

ΣΟΦΙΑ ΝΙΚΟΛΑΪΔΟΥ συνέντευξη στον Ελπιδοφόρο Ιντζέμπελη

Η λογοτεχνία δεν είναι δικαστήριο ούτε κατηχητικό. Δε μοιράζει ποινές, δε δίνει χρησμό, δε σηκώνει το δάχτυλο, δεν υψώνει το φρύδι. Αυτή η ελευθερία είναι και η υψηλή γοητεία της, μας αφηγείται σε μια εκ βαθέων συνέντευξη η συγγραφέας Σοφία Νικολαΐδου. Η έκδοση του νέου μυθιστορήματος Χορεύουν οι ελέφαντες, από τις εκδόσεις Μεταίχμιο, μας έδωσε την αφορμή για να την προσεγγίσουμε και να μας φανερώσει την ανησυχία της για τη σημερινή οικονομική κατάσταση, τις σκέψεις της, αλλά και τη σχέση της με τη συγγραφή.

Ποια ήταν η αφορμή για να γράψετε το μυθιστόρημα Χορεύουν οι ελέφαντες;

Μελετούσα την υπόθεση Πολκ, κυρίως πρωτοσέλιδα εφημερίδων. Αργότερα αναζήτησα μελέτες. Δεν ξέρω τι είναι αυτό που ανάβει τα φώτα του μυαλού. Η συγκεκριμένη υπόθεση τα έχει όλα: Ψυχρό Πόλεμο, δίκη-παρωδία, πολιτικό έγκλημα, επέμβαση του ξένου παράγοντα. Με ενδιέφερε ιδιαίτερα να αντικρίσω εκείνη την εποχή σε αντιδιαστολή με τη σημερινή. Να μπλέξω τα δυο αφηγηματικά νήματα. Έχω την εντύπωση πως ορισμένες αναλογίες ανάμεσα στις δύο εποχές είναι ανατριχιαστικές.

Χορεύουν οι ελέφαντες;

Όταν χορεύουν, παίρνουν παραμάζωμα τα πάντα.

Στο βιβλίο σας έχουμε ένα μαθητή που βρίσκεται στην εφηβεία και αμφισβητεί τα πάντα. Ακόμα και το να συνεχίσει τις σπουδές του στο πανεπιστήμιο, να μορφωθεί με έναν πιο στερεοτυπικό τρόπο. Η σημερινή οικονομική κατάσταση επηρεάζει τέτοιες συμπεριφορές;

Πιστεύω πως ναι. Αυτό το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό, το οποίο διέκρινε τη μεταπολεμική ελληνική κοινωνία, η πίστη ότι η μόρφωση σώζει, ότι οι σπουδές αποτελούν προίκα για το παιδί (εξ ου και τόσες θυσίες γονέων με αποκλειστικό στόχο την εισαγωγή στο πανεπιστήμιο) φθίνει πια. Οι μαθητές βλέπουν στην πράξη ότι η μόρφωση δεν αποτελεί εχέγγυο. Δε σου εγγυάται τίποτε και δε σε προστατεύει από την ανθρώπινη βλακεία και τη λαμογιά. Βέβαια, σου δίνει τα εργαλεία να αντιλαμβάνεσαι και να ερμηνεύεις την κοινωνική παθογένεια, αλλά αυτό δεν είναι πάντα το πρώτο ζητούμενο. Ιδίως όταν δεν έχεις λύσει το βιοποριστικό.

Στις σελίδες του βιβλίου παρουσιάζετε δύο ευγενείς φυσιογνωμίες, έναν πατέρα που αφιερώνει το Σαββατοκύριακο στην οικογένεια αλλά και έναν καθηγητή που κάνει σωστά το μάθημά του. Μήπως αυτοί οι δύο αποτελούν την εξαίρεση;

Ο συγκεκριμένος πατέρας, δημοσιογράφος καριέρας, αρχίζει να αφιερώνει στο γιο του τα Σάββατα (και όχι τις εργάσιμες Κυριακές) όταν η γυναίκα του τον ενημερώνει πως το παιδί (ο Μηνάς, πέντε ετών τότε), νομίζει πως ο πατέρας του πέθανε, γιατί έχει να τον δει πέντε μέρες. Όσο για τον καθηγητή, γνωρίζω πως στο δημόσιο, που σηκώνει πια όλες της αμαρτίες του κόσμου, υπάρχουν άνθρωποι που δουλεύουν με παραδειγματική συνέπεια. Γιατροί και εκπαιδευτικοί που κάνουν άριστα τη δουλειά τους, μέσα στον κακό χαμό. Αν δεν υπήρχαν αυτοί, δε θα κρατιόταν τίποτα όρθιο και θα συζητούσαμε με άλλους όρους τη σημερινή κατάσταση.

Μου αρέσει ο τρόπος που περιγράφετε το μαθητή αλλά και την καθημερινότητα του σχολείου. Δεν είναι όμως δύσκολο σήμερα να είσαι μαθητής και να παλεύεις για ένα αβέβαιο μέλλον;

Όσο δύσκολο είναι να είσαι καθηγητής ή γονιός. Το μέλλον είναι πάντα αβέβαιο, δυστυχώς. Σήμερα πλέον είναι ζοφερό. Κι αυτό το εισπράττουμε όλοι. Στο δρόμο, στη δουλειά, στο σχολείο. Όπως λέει και ο μπαμπάς του Μηνά στο βιβλίο: «είναι σαν να έχουμε την κάσα με τον πεθαμένο στο σαλόνι. Έτσι είναι κάθε μέρα στη δουλειά, δεν αντέχεται». Δεν ξέρω πόσο μπορεί να είναι κανείς επιθετικά αισιόδοξος υπό τις παρούσες συνθήκες.

Η μαμά λέει: «Ο νέος έχει γνώμη για τη γνώμη μου και άποψη για την άποψή μου». Αυτό όμως δεν αντίκειται στην ελευθερία του ατόμου και ισοδυναμεί με στέρηση της γνώμης από το παιδί;

Φυσικά. Αυτό όμως δεν κάνουν οι γονείς από συστάσεως κόσμου; Η συγκεκριμένη συμπεριφορά είναι μέσα στο ρόλο του γονιού. Μπορεί να την εκδηλώνει, πράγμα που κάνει η μάνα του μυθιστορήματος, ή να την καταπίνει. Στο ρόλο του παιδιού, πάλι, είναι να κρίνει τους πάντες και να επαναστατεί. Πρόκειται για μυητικό στάδιο, δε γλιτώνει κανείς. Ούτε γονιός, ούτε παιδί, νομίζω.

Στο νέο σας μυθιστόρημα ασχολείστε με την υπόθεση του Γρηγόρη Στακτόπουλου. Ποια βιβλία ή πηγές σάς βοήθησαν για να γνωρίσετε καλύτερα την υπόθεση;

Όσα αναφέρονται στις ευχαριστίες. Η εμπεριστατωμένη μελέτη του Έντμουντ Κίλι. Η μαρτυρία του ίδιου του Στακτόπουλου. Η προσέγγιση του Γιώργου Καφίρη, αρεοπαγίτη, ο οποίος παραιτήθηκε (ή μάλλον τον παραίτησαν) από την υπόθεση. Οι μελέτες του Γιώργου Αναστασιάδη. Τα πρωτοσέλιδα και τα ρεπορτάζ της εποχής. Και πολλά άλλα. Όμως το μυθιστόρημα δεν είναι ρεπορτάζ. Επινοεί για να κατανοήσει. Συνδυάζει την πραγματική πραγματικότητα με τη μυθοπλασία, για να αποδώσει με τον τρόπο της λογοτεχνίας τα συμβάντα.

Η υπόθεση του Στακτόπουλου συγκλόνισε την Ελλάδα. Γιατί όμως η δικαιοσύνη έμπλεξε σε μια δικαστική πλάνη;

Θα σας απαντήσω με φράσεις του βιβλίου:

Αν οι Έλληνες πολιτικοί είχαν περισσότερο τσαγανό και οι μεγάλες δυνάμεις μικρότερη επιβολή. Αν δε διακυβεύονταν χρήματα κι επιρροή, δηλαδή τα πάντα. Αν το παρελθόν δίδασκε και τα γεγονότα είχαν replay, fast forward και rewind.

Ο γέγονε γέγονε.

Θυσίασαν έναν άνθρωπο, έσωσαν μια χώρα. Όποιος πίστευε το αντίθετο, μάλλον δεν είχε ζήσει τη ζωή του αρκετά.

Όμως.

Δικαιοσύνη δεν είναι οι νόμοι.

Ένα παιδί να ρωτήσεις, μπορεί να ξεχωρίσει τι είναι δίκαιο και τι όχι, κι ας μην έχει διαβάσει τον ποινικό κώδικα.

Οι αναφορές σε πρόσωπα και οι αναλύσεις που κάνετε στους πρωταγωνιστές φωτίζουν την υπόθεση και δίνουν εξηγήσεις. Φτάνει όμως μόνο αυτό; Τι άλλο χρειάζεται ο αναγνώστης;

Δεν ξέρω. Η λογοτεχνία δεν είναι δικαστήριο ούτε κατηχητικό. Δε μοιράζει ποινές, δε δίνει χρησμό, δε σηκώνει το δάχτυλο, δεν υψώνει το φρύδι. Αυτή η ελευθερία είναι και η υψηλή γοητεία της. Στο συγκεκριμένο βιβλίο, όπως και στο προηγούμενο, με ενδιέφερε ιδιαίτερα να αναδειχθεί ο τρόπος που αντικρίζονται οι εποχές. Το 1948 δεν είναι τόσο μακρινό, κάποιες αναλογίες με το σήμερα είναι διδακτικές.

Αυτό που με εντυπωσιάζει στη συγγραφική σας πορεία είναι ότι κάθε σας βιβλίο είναι διαφορετικό. Από πού αντλείτε τα θέματα αλλά και τις σκέψεις για το σχεδιασμό των μελλοντικών σας βιβλίων;

Ποτέ δεν μπορείς να προβλέψεις τι θα είναι αυτό που θα σου προσφέρει συγγραφικά καύσιμα. Μια φράση, μια φωτογραφία, ένα σκούντημα στο δρόμο. Τροφή για τα βιβλία είναι τα βιβλία. Και η ζωή, βεβαίως. Ακόμα και αυτό που ζεις μες στο κεφάλι σου.

Διάβασα στο βιογραφικό σας ότι το διδακτορικό σας έχει σχέση με την αξιοποίηση της τεχνολογίας στη διδασκαλία της λογοτεχνίας. Σήμερα πολλά περιοδικά κλείνουν και ανθούν τα ηλεκτρονικά περιοδικά. Τι προβλέπετε για το μέλλον;

Υπάρχει μία τουλάχιστον αναγνωστική γενιά πια, η οποία είναι εθισμένη στην ηλεκτρονική ανάγνωση. Την προτιμά από το χαρτί. Οι λόγοι είναι προφανείς, τα αποτελέσματα εύλογα. Το έντυπο υποχωρεί, τουλάχιστον προς το παρόν. Ένα νέο είδος αναγνώστη εμφανίζεται. Πιο ανυπόμονος, ζαπάρει στις σελίδες, τον κουράζουν οι μεγάλες φράσεις, έλκεται από την εικόνα. Αυτό το είδος της ανάγνωσης εξαπλώνεται, σχεδόν κυριαρχεί. Ίδωμεν.

ΣΟΦΙΑ ΝΙΚΟΛΑΪΔΟΥΧορεύουν οι ελέφαντες
Σοφία Νικολαΐδου
Μεταίχμιο, 2012
345 σελ.
Τιμή € 15,50

 

ΦΙΛΙΚΑ SITE

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Email:
Θέμα:
Μήνυμα:

ΠΤΟΛΕΜΑΙΩΝ 4 (ΠΛΑΤΕΙΑ ΠΡΟΣΚΟΠΩΝ)
11635 ΑΘΗΝΑ, ΤΗΛ.-FAX: 210-7212307
info@diastixo.gr

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

*  Το email σας:

ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΔΙΚΤΥΑ

facebook icontwitter icongoogle plus iconpinterest iconyoutube iconrss icon

Με την υποστήριξη του diastixo.gr - Designed by: artspr